Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η Τριμερής Διάσκεψη του Λονδίνου, η ταφόπλακα του Κυπριακού – Αύγουστος 1955

Δημοσιεύτηκε στις

Το 1955 αποτέλεσε χρονιά-σταθμό στην εξέλιξη του Κυπριακού Ζητήματος. Η έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα της Εθνικής Οργάνωσης Κυπρίων Αγωνιστών (ΕΟΚΑ), την 1η Απριλίου, με στόχο την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, έφερε στο προσκήνιο νέα δεδομένα τα οποία οι Βρετανοί δεν μπορούσαν πλέον να αγνοήσουν, αλλά, αντίθετα, θα έπρεπε να αντιμετωπίσουν.

Είχαν προηγηθεί, την προηγούμενη χρονιά, η περίφημη δήλωση του «ουδέποτε» του υφυπουργού Αποικιών Χένρι Χόπκινσον (Ιούλιος 1954) και η ήττα της Ελλάδας στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών στην προσπάθειά της να διεθνοποιήσει το Κυπριακό (Δεκέμβριος 1954).

Με αυτά τα δεδομένα, επομένως, η έναρξη του αγώνα στην Κύπρο από τη μία αιφνιδίασε τη Βρετανία, ενώ παράλληλα ενέτεινε τις ανησυχίες της σε διάφορα επίπεδα. Για τους Βρετανούς, τα περιφερειακά στρατιωτικά και στρατηγικά δεδομένα της περιόδου επέβαλλαν τη διατήρηση της κυριαρχίας τους στο νησί.

Ομως, ο κίνδυνος να πληγεί το βρετανικό γόητρο, λόγω των εξελίξεων στην Κύπρο, καθώς και ο φόβος αντίδρασης της βρετανικής κοινής γνώμης μπροστά στην πιθανότητα εμπλοκής σε μια νέα, μακρόχρονη ίσως, αποικιακή περιπέτεια αποτέλεσαν λόγους για τους οποίους η Βρετανία επεδίωξε να αναζητήσει λύση στο θέμα της Κύπρου μέσω διαπραγματεύσεων.

Πρωτίστως, όμως, το Λονδίνο ανησυχούσε για μια πιθανή ένταση ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία για την υπόθεση της Κύπρου. Ειδικότερα, για τους Βρετανούς η διατήρηση της τουρκικής φιλίας ήταν θέμα υψίστης σημασίας και σταδιακά επεδίωξαν να επισημοποιήσουν την εμπλοκή της Τουρκίας στην υπόθεση της Κύπρου. Ετσι, ο τουρκικός παράγοντας (κυρίως η αυξανόμενη τουρκική αδιαλλαξία) αποτέλεσε αναπόφευκτα στοιχείο το οποίο περιέπλεξε το ζήτημα της Κύπρου.

Επομένως, ένα πρώτο άμεσο αποτέλεσμα της έναρξης του αγώνα της ΕΟΚΑ και της πίεσης που αυτός άσκησε ήταν η απόφαση των Βρετανών να διαπραγματευθούν το μέλλον της Κύπρου. Η παραίτηση του Βρετανού πρωθυπουργού Ουίνστον Τσώρτσιλ, στις αρχές Απριλίου 1955, και οι διαδικασίες προκήρυξης νέων εκλογών έφεραν κάποια βραδύτητα στις εξελίξεις, οι οποίες εντάθηκαν ξανά στα τέλη Μαΐου.

Η άνοδος στην πρωθυπουργία του Αντονι Ιντεν απετέλεσε εξέλιξη καταλυτικής σημασίας. Ο νέος υπουργός Εξωτερικών, Χάρολντ Μακμίλαν, πρότεινε τη σύγκληση Τριμερούς Διάσκεψης (με τη συμμετοχή δηλαδή Βρετανίας, Ελλάδας και Τουρκίας) με γενικότερο θέμα την αντιμετώπιση στρατηγικών ζητημάτων στην Ανατολική Μεσόγειο.

Οπως υπογραμμίζει ο ιστορικός Ρόμπερτ Χόλαντ, πραγματικός στόχος της Διάσκεψης ήταν η επιβολή λύσης τριπλής κυριαρχίας στην Κύπρο, με τη Βρετανία να διατηρεί την επικυριαρχία, ενώ Ελλάδα και Τουρκία θα διαδραμάτιζαν ένα ρόλο στη διοίκηση του νησιού – όχι όμως προς όφελος των Ελλήνων.

Παράλληλα, άμεσος στόχος της Βρετανίας ήταν και η αποτροπή νέας προσφυγής της Ελλάδας στον ΟΗΕ για την Κύπρο, την οποία η Αθήνα ετοίμαζε. Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι δεν έλειψαν οι αμφιβολίες και οι δισταγμοί στο υπουργείο Αποικιών για τη σοφία του σχεδίου· ο αναπληρωτής υφυπουργός Αποικιών σημείωσε χαρακτηριστικά ότι το σχέδιο για την Κύπρο δεν πρότεινε «τριαρχία» (tridominium), αλλά «πανδαιμόνιο» (pandemonium).

«Ναι» από Αγκυρα, προβληματισμός στην Αθήνα, αντίθεση Μακαρίου

Οι προσκλήσεις σε Ελλάδα και Τουρκία στάλθηκαν στις 30 Ιουνίου και η τελευταία αποδέχθηκε άμεσα, ενώ η Ελλάδα δέχθηκε λίγο αργότερα στις αρχές Ιουλίου. Για την ίδια την ελληνική κυβέρνηση το θέμα της αποδοχής ή όχι της πρόσκλησης αποδείχθηκε προβληματικό, ιδιαίτερα σε σχέση με τη συμμετοχή της Τουρκίας.

Από την άλλη, υπήρχαν σχέδια για επανάληψη προσφυγής στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών. Στην περίπτωση που η Ελλάδα απέρριπτε την πρόσκληση για διαπραγμάτευση για ένα θέμα το οποίο προέβαλλε η ίδια, αυτομάτως θα αποδυνάμωνε τη θέση της στη συζήτηση στη Νέα Υόρκη. Παράλληλα, όμως, το γεγονός ότι οι Βρετανοί πρότειναν για πρώτη φορά απευθείας διαπραγματεύσεις ενίσχυε τις ελπίδες ότι η επικείμενη Διάσκεψη θα ήταν μια σοβαρή προσπάθεια.

Τη βρετανική πρόταση στήριζαν και οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, ενώ επιπλέον η συμμετοχή της Ελλάδας στο Λονδίνο, σε μια Διάσκεψη για θέματα της Ανατολικής Μεσογείου, αποτελούσε αναγνώριση της ενσωμάτωσής της στη Δύση, αναγνώριση την οποία η Ελλάδα επιθυμούσε έντονα. Βέβαια, ο Ελληνας υπουργός Εξωτερικών, Στέφανος Στεφανόπουλος, διευκρίνισε στον Βρετανό ομόλογό του Χάρολντ Μακμίλαν ότι η αυτοδιάθεση της Κύπρου παρέμενε στο κέντρο των ελληνικών θέσεων.

Εντελώς αντίθετος με τη συμμετοχή της Ελλάδας στη Διάσκεψη (στην οποία οι Κύπριοι δεν είχαν προσκληθεί) ήταν ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, ο οποίος έσπευσε εκτάκτως στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου, προκειμένου να εκθέσει τους προβληματισμούς και την αντίθεσή του σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Είχε προηγηθεί η επίσκεψη του υπουργού Αποικιών Αλαν Λένοξ Μπόιντ στην Κύπρο και η συνάντησή του με τον Αρχιεπίσκοπο, κατά την οποία ο τελευταίος δήλωσε πως αποδεκτή ήταν μόνο η εισαγωγή Συντάγματος συνοδευόμενη από υπόσχεση εφαρμογής της αυτοδιάθεσης στο μέλλον.

Παρ’ όλο που κατά το ταξίδι του στην Αθήνα ο Αρχιεπίσκοπος δεν κατάφερε να πείσει την ελληνική κυβέρνηση για τις θέσεις του, εντούτοις έλαβε δέσμευση από τον πρωθυπουργό Αλέξανδρο Παπάγο ότι εάν η Τριμερής κατέληγε σε αδιέξοδο, η Ελλάδα θα προχωρούσε το θέμα στον ΟΗΕ. Παρά τη διαβεβαίωση, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, σε συνέντευξη Τύπου κατήγγειλε το σχέδιο των Βρετανών ως παγίδα και τόνισε ότι οι Κύπριοι δεν θα δέχονταν αποφάσεις ασυμβίβαστες με τις επιδιώξεις τους – ακόμη και αν η Αθήνα συμφωνούσε με αυτές στην Τριμερή. Η έλλειψη ενότητας και συντονισμού θα ταλαιπωρούσε τις σχέσεις Αθήνας – Λευκωσίας και σε άλλες περιπτώσεις στα επόμενα χρόνια.

Στο μεταξύ, η Τουρκία, πιθανώς ενθαρρυμένη από την πρόσκληση για συμμετοχή στη Διάσκεψη, υιοθέτησε μια ρητορική αδιαλλαξίας, ενώ τα δημοσιεύματα του τουρκικού Τύπου συντελούσαν στη δημιουργία κλίματος έντονα ανθελληνικού.

Βαθύ χάσμα μεταξύ των προτάσεων των τριών πλευρών

Οι εργασίες της Τριμερούς Διάσκεψης στο Lancaster House στο Λονδίνο ξεκίνησαν στις 29 Αυγούστου και των τριών αντιπροσωπειών ηγούνταν οι αντίστοιχοι υπουργοί Εξωτερικών (Χάρολντ Μακμίλαν, Στέφανος Στεφανόπουλος, Φατίν Ρουστού Ζορλού). Την εισαγωγική ομιλία έκανε ο Χάρολντ Μακμίλαν, ο οποίος προήδρευε των εργασιών, μια και ο υπουργός Αποικιών απουσίαζε στην Αφρική και δεν έδωσε το «παρών» παρά μόνον στις τελευταίες συνεδρίες· απουσία ενδεικτική του παραγκωνισμού του υπουργείου Αποικιών στον χειρισμό των υποθέσεων που αφορούσαν την Κύπρο.

Ο Βρετανός υπουργός, ανάμεσα σε άλλα, τόνισε στην ομιλία του τη στρατηγική πτυχή του Κυπριακού Ζητήματος: Τα τρία κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ θα έπρεπε να διατηρήσουν την ενότητα και τη συνεργασία τους ώστε να εξασφαλιστεί και η διατήρηση της ισχύος της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας.

Η ελληνική αντιπροσωπεία ζήτησε την εισαγωγή φιλελεύθερου και δημοκρατικού Συντάγματος, όπως επίσης τη βρετανική δέσμευση ότι σε εύλογο χρονικό διάστημα θα εφαρμοζόταν η αρχή της αυτοδιάθεσης. Αναπόφευκτα η Τουρκία αντιτάχθηκε σε τέτοιο ενδεχόμενο. Συγκεκριμένα, ο υπουργός Εξωτερικών Ζορλού, προβάλλοντας μια ιδιαίτερα άκαμπτη γραμμή, αρνήθηκε την εισαγωγή Συντάγματος στο νησί και εξέφρασε τη θέση ότι σε περίπτωση αποχώρησης των Βρετανών από το νησί, αυτό θα έπρεπε να «επιστραφεί» στην Τουρκία. Είπε χαρακτηριστικά ο Ζορλού ότι «όταν σκεφτόμαστε την πληθυσμιακή κατανομή στην Κύπρο, δεν αρκεί να λέμε… ότι εκεί ζουν 100.000 Τούρκοι. Θα έπρεπε να λέμε ότι εκεί ζουν 24.000.000 Τούρκοι», τονίζοντας έτσι την πραγματικότητα της γεωγραφικής εγγύτητας της Κύπρου με την Τουρκία.

Οπως ήταν αναμενόμενο, επομένως, η αντέγκληση απόψεων ήταν τεράστια. Η ανάδειξη αυτού του χάσματος απόψεων αποτέλεσε στόχο των Βρετανών έτσι ώστε να τεκμηριώσουν το ανέφικτο των ελληνικών επιδιώξεων περί αυτοδιάθεσης. Παράλληλα, ο Μακμίλαν επιχείρησε να καλύψει αυτό το χάσμα, παρουσιάζοντας τον εαυτό του στον ρόλο του διαιτητή.

Στις 6 Σεπτεμβρίου, ο Βρετανός υπουργός παρουσίασε τη βρετανική πρόταση η οποία αφορούσε τη διατήρηση της βρετανικής κυριαρχίας και την εισαγωγή Συντάγματος. Σύμφωνα με έγγραφο του βρετανικού Υπουργικού Συμβουλίου (το οποίο δεν ανακοινώθηκε λεπτομερώς στη Διάσκεψη), η πρόταση προνοούσε πλειοψηφία των αιρετών Ελληνοκυπρίων βουλευτών στη Βουλή (σύνολο 13) έναντι πέντε αιρετών Τουρκοκυπρίων, τριών «επισήμων» και τεσσάρων διορισμένων μελών.

Παρ’ όλα αυτά, ο Κυβερνήτης θα διατηρούσε τον έλεγχο στους ζωτικούς τομείς της οικονομίας, της άμυνας, της εσωτερικής ασφάλειας και των εξωτερικών σχέσεων. Παράλληλα, προτεινόταν μια ιδιότυπη συνεργασία Ελλάδας και Τουρκίας στη διοίκηση του νησιού – δημιουργία ενός τριμερούς διευθυντηρίου στην Κύπρο, στο οποίο αναπόφευκτα η Ελλάδα θα βρισκόταν πάντα στην πλευρά της μειοψηφίας. Οπως τονίζει ο Ευάνθης Χατζηβασιλείου, με αυτόν τον τρόπο η πρόβλεψη για πλειοψηφία Ελληνοκυπρίων στη Βουλή επί της ουσίας αναιρείτο.

Η Τουρκία έρχεται ξανά στο προσκήνιο, για πρώτη φορά σε ισότιμο ρόλο

Σε κάθε περίπτωση, παρά τις λιγοστές πιθανότητες επιτυχίας, το γεγονός που επισκίασε τη Διάσκεψη και οδήγησε στην αποτυχία της ήταν τα γεγονότα του σχεδιασμένου πογκρόμ εναντίον των ελληνικών πληθυσμών σε Κωνσταντινούπολη και Σμύρνη που ξέσπασε την ίδια μέρα, 6 Σεπτεμβρίου, με τραγικά αποτελέσματα. Η σοβαρή επιδείνωση των σχέσεων μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας ήταν αναπόφευκτη.

Οι πανομοιότυπες επιστολές του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Τζον Φόστερ Ντάλες προς Αθήνα και Αγκυρα με τις οποίες συνέστηνε αυτοσυγκράτηση εξαγρίωσαν την ελληνική κοινή γνώμη, εφόσον θύμα και θύτης εξισώνονταν. Λίγο αργότερα η ελληνική πλευρά δέχθηκε ακόμη ένα πλήγμα, όταν δεν κατέστη δυνατόν να εγγραφεί το Κυπριακό στην ημερησία διάταξη του ΟΗΕ. Μετά τον θάνατο του Παπάγου, η άνοδος του Κωνσταντίνου Καραμανλή στην εξουσία σηματοδότησε σημαντικές αλλαγές στην πολιτική της Αθήνας ως προς το Κυπριακό.

Παρά την αποτυχία της, η Τριμερής Διάσκεψη θεωρείται κομβικό σημείο στην εξέλιξη του Κυπριακού Ζητήματος. Από τη μία, όπως φαίνεται στην ιστοριογραφία του κυπριακού προβλήματος, η Διάσκεψη απετέλεσε αναγνώριση ότι το Κυπριακό Ζήτημα είχε χαρακτήρα όχι αποικιακό, αλλά διεθνή.

Κυρίως, όμως, η αναγνώριση στην Τουρκία δικαιώματος ισότιμης συμμετοχής στις διαβουλεύσεις σηματοδότησε την επιστροφή της χώρας στο προσκήνιο για το θέμα της Κύπρου για πρώτη φορά από το 1923, όταν παραιτήθηκε επί των δικαιωμάτων της στο νησί, σύμφωνα με τους όρους της Συνθήκης της Λωζάννης.

Στο εξής ο ρόλος της (και των Τουρκοκυπρίων) θα δυσχέραινε ιδιαίτερα τις εξελίξεις του Κυπριακού Ζητήματος. Λίγο αργότερα, νέα δεδομένα, συμπεριλαμβανομένης της περαιτέρω έντασης του αγώνα της ΕΟΚΑ, θα οδηγούσαν τους Βρετανούς να διαπραγματευθούν απευθείας για πρώτη και τελευταία φορά με τον ηγέτη της ελληνοκυπριακής πλειοψηφίας, Αρχιεπίσκοπο Μακάριο.

* Η δρ Αναστασία Γιάγκου είναι ειδική επιστήμων στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου.

Πηγή: Καθημερινή

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO4 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός5 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις5 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO5 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή