Ακολουθήστε μας

Ιστορία - Πολιτισμός

Η Ελλάδα εγκλωβισμένη σε διπλωματικά αδιέξοδα το 1921-1922

Δημοσιεύτηκε στις

Πώς οδηγηθήκαμε στην επίθεση του 1921

Στην αυγή του 1921, η Ελλάδα αντιμετώπιζε το φάσμα της διπλωματικής απομόνωσης. Είχαν περάσει λιγότεροι από έξι μήνες από την υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης των Σεβρών (28 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1920), αλλά ήδη η Γαλλία και η Ιταλία εκδήλωναν ανοιχτά τις τάσεις αποστασιοποίησής τους από τις διατάξεις της. Η αφορμή είχε δοθεί με την επιστροφή του βασιλιά Κωνσταντίνου Α΄ στον ελληνικό θρόνο τον Δεκέμβριο του 1920. Στην πραγματικότητα, όμως, τα αίτια ήταν βαθύτερα. Οι Ιταλοί ποτέ δεν είχαν αντιμετωπίσει θετικά τη Συνθήκη των Σεβρών και ειδικότερα τις προβλέψεις που αφορούσαν την εδαφική διεύρυνση της Ελλάδας και την προοπτική επέκτασης της ελληνικής κυριαρχίας στη Μικρά Ασία: η δημιουργία της «Ελλάδας των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών» ήταν ανέκαθεν απευκταία εξέλιξη για τη Ρώμη. Την ίδια στιγμή, η σταδιακή αναθεώρηση των γαλλικών προτεραιοτήτων στον ευρύτερο χώρο της Εγγύς Ανατολής ωθούσε το Παρίσι στην απόφαση για μερική ή ακόμα και ολική επαναδιαπραγμάτευση των όρων της Συνθήκης των Σεβρών. Η μόνη από τις Μεγάλες Δυνάμεις της Αντάντ που συνέχιζε να παρέχει κάποια υποστήριξη στην Ελλάδα ήταν η Βρετανία.

Το νέο περιβάλλον μέσα στο οποίο έπρεπε να κινηθεί η ελληνική διπλωματία επιβεβαιώθηκε τον Φεβρουάριο του 1921, κατά τη διάρκεια της Συνδιάσκεψης του Λονδίνου που συγκάλεσαν οι Δυνάμεις της Αντάντ. Θεωρητικά, σκοπός της Συνδιάσκεψης ήταν η εξεύρεση λύσης στο μικρασιατικό ζήτημα, η οποία θα βασιζόταν στη Συνθήκη των Σεβρών. Ωστόσο, η ίδια η σύνθεση της Συνδιάσκεψης παρείχε ασφαλείς ενδείξεις ότι το διεθνές σκηνικό γινόταν ολοένα αρνητικότερο για την Αθήνα. Στο Λονδίνο δεν προσκλήθηκε μόνο η επίσημη οθωμανική κυβέρνηση του σουλτάνου, αλλά και η εθνικιστική κυβέρνηση της Αγκυρας. Για πρώτη φορά οι Δυνάμεις της Αντάντ αναγνώριζαν την ύπαρξη ενός δεύτερου τουρκικού κέντρου εξουσίας, χωρίς τη συγκατάθεση του οποίου καμία λύση δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί στη Μικρά Ασία. Η κατάσταση περιπλεκόταν ακόμα περισσότερο από το γεγονός ότι οι κεμαλικοί εμφανίζονταν απρόθυμοι να δεχτούν οτιδήποτε λιγότερο αφενός από την πλήρη εκκένωση των μικρασιατικών εδαφών από τον ελληνικό στρατό, αφετέρου από επιστροφή της Ανατολικής Θράκης στην τουρκική κυριαρχία.

Με αυτά τα δεδομένα, οι Σύμμαχοι πρότειναν τη σύσταση διεθνούς επιτροπής με σκοπό την επιτόπια διερεύνηση της πληθυσμιακής σύνθεσης στην περιοχή της Σμύρνης και στην Ανατολική Θράκη. Η κεμαλική αντιπροσωπεία αποδέχθηκε την έρευνα υπό όρους. Αντίθετα, η ελληνική κυβέρνηση –με την ένθερμη υποστήριξη και της βενιζελικής αντιπολίτευσης– την απέρριψε ασυζητητί, επικαλούμενη το γεγονός ότι αυτού του είδους τα ζητήματα είχαν εξεταστεί αναλυτικά όσο και τελεσίδικα κατά τη διάρκεια της Συνδιάσκεψης Ειρήνης του Παρισιού το 1919-1920. Κάποια άλλη λύση έπρεπε να βρεθεί. Το τελικό –βρετανικής έμπνευσης– συμμαχικό σχέδιο ειρήνευσης προέβλεπε τον περιορισμό των ελληνικών δυνάμεων στη Σμύρνη, την τήρηση της τάξης στο υπόλοιπο σαντζάκι του Αϊδινίου από χωροφυλακή στρατολογημένη κατ’ αναλογία του ντόπιου πληθυσμού και με τη συμμετοχή αξιωματικών από τα συμμαχικά κράτη, καθώς και την ανακήρυξη της αυτονομίας της περιοχής με χριστιανό (όχι απαραίτητα Ελληνα) διοικητή διορισμένο από την Κοινωνία των Εθνών. Σταθμίζοντας με ρεαλισμό τα δεδομένα, η ελληνική πλευρά συγκατένευσε, αντιπροτείνοντας κάποιες επιμέρους τροποποιήσεις. Ηταν, όμως, η σειρά της Αγκυρας να φανεί αδιάλλακτη, οδηγώντας έτσι σε πλήρη αποτυχία τις διαπραγματεύσεις.

Η Συνδιάσκεψη του Λονδίνου είχε ναυαγήσει, αφού όμως προηγουμένως είχε αποκαλύψει ότι οι διατάξεις της Συνθήκης των Σεβρών αναφορικά με το καθεστώς των δυτικών παραλίων της Μικράς Ασίας ήταν σχεδόν βέβαιο ότι –με τον ένα ή τον άλλον τρόπο– θα αναθεωρούνταν. Ακόμα χειρότερα για την Ελλάδα, οι ατελέσφορες συζητήσεις που διεξήχθησαν στο Λονδίνο συνέπιπταν χρονικά με τη διπλωματική ενίσχυση του κεμαλικού κινήματος. Τα πρώτα σημάδια είχαν εμφανιστεί ήδη από το τέλος του 1920, όταν κεμαλικοί και μπολσεβίκοι προχώρησαν στη διάλυση του αρμενικού κράτους και στη διανομή των εδαφών του. Η πρώτη σημαντική ψηφίδα της Συνθήκης των Σεβρών είχε οριστικά αφαιρεθεί, δημιουργώντας ρήγμα στο εύθραυστο συμβατικό οικοδόμημα του παρισινού προαστίου. Τον Μάρτιο του 1921 η υπογραφή τουρκοσοβιετικού Συμφώνου Φιλίας επιβεβαίωσε τη στενή συνεργασία ανάμεσα στην Αγκυρα και στη Μόσχα, η οποία στο αμέσως προσεχές διάστημα έλαβε τη μορφή παροχής σημαντικής υλικής βοήθειας από τους μπολσεβίκους προς τους κεμαλικούς.

Την ίδια περίοδο, η Συνδιάσκεψη του Λονδίνου έδωσε τη δυνατότητα στην κεμαλική αντιπροσωπεία να έχει απευθείας επαφές με τους Γάλλους και τους Ιταλούς, οι οποίες κατέληξαν στην υπογραφή αντίστοιχων συμφωνιών. Σε αντάλλαγμα για την εξασφάλιση προνομιακών όρων οικονομικής συνεργασίας με την Αγκυρα, το Παρίσι και η Ρώμη όχι μόνο δεσμεύονταν να αποσυρθούν από την Κιλικία και την Αττάλεια αντίστοιχα, αλλά επιπλέον υπόσχονταν να προμηθεύσουν με όπλα την κεμαλική κυβέρνηση. Σε συνάρτηση με το τουρκοσοβιετικό σύμφωνο φιλίας, οι Συμφωνίες που συνομολόγησε με τη Γαλλία και την Ιταλία υπογράμμιζαν την ενίσχυση της διεθνούς θέσης της Αγκυρας.

Η απόφαση

Αντίθετα, η ελληνική θέση διαρκώς επιδεινωνόταν. Τον Απρίλιο του 1921 οι Σύμμαχοι της Αντάντ διακήρυξαν την ουδετερότητά τους στον ελληνοτουρκικό πόλεμο. Οι Βρετανοί διέκοψαν την προμήθεια πολεμικού υλικού προς την Ελλάδα. Την ίδια ώρα, οι Γάλλοι και οι Ιταλοί συνέχιζαν να εξοπλίζουν τους κεμαλικούς. Μέσα σε αυτό το δυσμενές διπλωματικό περιβάλλον, η ελληνική πλευρά αποφάσισε την ανάληψη μεγάλης επιθετικής επιχείρησης προς Ανατολάς. Τις παραμονές της εκδήλωσης της ελληνικής επίθεσης, οι τρεις Μεγάλες Δυνάμεις της Αντάντ υπέβαλαν νέο ειρηνευτικό σχέδιο, το οποίο, με κάποιες τροποποιήσεις υπέρ των τουρκικών συμφερόντων, ήταν παραλλαγή των προτάσεων που είχαν συζητηθεί στη Συνδιάσκεψη του Λονδίνου. Υπό το βάρος των περιστάσεων, η ελληνική κυβέρνηση δεν απέρριψε ευθέως τις συμμαχικές προτάσεις και δήλωσε πρόθυμη να προσέλθει σε νέες διαπραγματεύσεις. Πρόσθεσε όμως ότι η επίθεση δεν μπορούσε πλέον να αναβληθεί.

Η αποτυχημένη εκστρατεία προς την Αγκυρα και η οπισθοχώρηση

Η προέλαση σε όλο το μήκος του μετώπου ξεκίνησε στις 27 Ιουνίου/10 Ιουλίου 1921. Οι ελληνικές δυνάμεις κατόρθωσαν να καταλάβουν τους στρατηγικής σημασίας σιδηροδρομικούς κόμβους του Εσκί Σεχίρ, της Κιουτάχειας και του Αφιόν Καραχισάρ. Ομως στην πραγματικότητα ο στόχος είχε μόνο εν μέρει επιτευχθεί. Παρά τις προσδοκίες, ο ελληνικός στρατός δεν μπόρεσε να επιφέρει αποφασιστικό πλήγμα στις κεμαλικές δυνάμεις. Η ελληνική νίκη ήταν σημαντική, αλλά όχι τέτοιας έκτασης ώστε να αναγκάσει τον Κεμάλ να αποδεχθεί έναν διπλωματικό συμβιβασμό, έστω και οριακά βασισμένο στο πλαίσιο που έθετε η Συνθήκη των Σεβρών. Η λύση που προκρίθηκε από ελληνικής πλευράς ήταν η εκστρατεία προς την Αγκυρα με σκοπό την οριστική συντριβή των κεμαλικών. Ομως, η κατάληψη της Αγκυρας αποδείχθηκε αδύνατη. Ενα μήνα μετά την έναρξη επιχείρησης, και αφού προηγουμένως είχαν καταβάλει βαρύτατο φόρο αίματος, οι ελληνικές δυνάμεις αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν συντεταγμένα στη γραμμή Εσκί Σεχίρ-Κιουτάχεια-Αφιόν Καραχισάρ.

Ηταν πλέον σαφές ότι η ελληνική πλευρά αδυνατούσε να επιβάλει τους όρους ειρήνευσης στο πεδίο της μάχης. Αντιλαμβανόμενη το στρατιωτικό αδιέξοδο, η ελληνική κυβέρνηση αναζητούσε πλέον εναγωνίως διπλωματική λύση. Το φθινόπωρο του 1921 ο πρωθυπουργός Δημήτριος Γούναρης και ο υπουργός Εξωτερικών Γεώργιος Μπαλτατζής πραγματοποίησαν μακρά περιοδεία στην Ευρώπη, με στόχους αφενός την εξασφάλιση δανείου, αφετέρου την άμεση σύγκληση νέας διεθνούς Συνδιάσκεψης για την επίτευξη ειρηνευτικού διακανονισμού του μικρασιατικού ζητήματος. Ωστόσο, οι προσπάθειές τους δεν καρποφόρησαν. Χρήματα δεν βρέθηκαν, ενώ η απόφαση για την πολυπόθητη Συνδιάσκεψη, η οποία αυτή τη φορά έμελλε να πραγματοποιηθεί στο Παρίσι, δεν λήφθηκε παρά μόνο μετά την πάροδο πολλών μηνών. Στο μεταξύ, η υπογραφή της γαλλοτουρκικής Συμφωνίας Φρανκλέν-Μπουγιόν στις 7/20 Οκτωβρίου 1921 ενίσχυσε ακόμα περισσότερο τη διπλωματική, αλλά και τη στρατιωτική θέση της Αγκυρας. Η δέσμευση της Γαλλίας να αποσύρει τις δυνάμεις της από την περιοχή της Κιλικίας έδινε στον Μουσταφά Κεμάλ τη δυνατότητα να συγκεντρώσει σχεδόν το σύνολο του στρατού του στο ελληνοτουρκικό μέτωπο.

Ανήμπορη να αντιδράσει στον καταιγισμό των δυσμενών για την ίδια εξελίξεων, η Αθήνα σταδιακά εξοικειωνόταν με την ιδέα της απαγκίστρωσης από τη Μικρά Ασία. Από το φθινόπωρο του 1921, στην πραγματικότητα το ερώτημα δεν ήταν εάν, αλλά πότε και με ποιους όρους η Ελλάδα θα αναγκαζόταν να εγκαταλείψει το μικρασιατικό εγχείρημα. Εκείνο που αναζητούσε πλέον η ελληνική κυβέρνηση ήταν έναν τρόπο να περισώσει ό,τι μπορούσε να περισωθεί: την Ανατολική Θράκη (ή έστω όσο το δυνατόν μεγαλύτερο τμήμα της) και εγγυήσεις για την ασφάλεια των χριστιανών κατοίκων της Ιωνίας μετά την αποχώρηση του ελληνικού στρατού. Ομως, όπως θα αποδεικνυόταν, η διαπίστωση του αδιεξόδου δεν αρκούσε για την υπέρβασή του. Ο χρόνος κυλούσε εις βάρος της Ελλάδας, η οποία βρισκόταν εγκλωβισμένη σε έναν στρατιωτικό και διπλωματικό λαβύρινθο.
 
* Ο κ. Αντώνης Κλάψης είναι επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. Το βιβλίο του με τίτλο «Πολιτική και διπλωματία της ελληνικής εθνικής ολοκλήρωσης, 1821-1923» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πεδίο.

ΠΗΓΗ: Kathimerini.gr

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Παρουσίαση του βιβλίου «Στέλιος Καζαντζίδης: Δεν με σβήνει κανένας» στη Βέροια την Παρασκευή 9 Οκτωβρίου

Η παρουσίαση θα πραγματοποιηθεί στην Αντωνιάδειο Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, στη Σκηνή «Οδυσσέας Γωνιάδης», με ελεύθερη είσοδο για το κοινό.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Το βιβλίο του Κώστα Μπαλαχούτη «Στέλιος Καζαντζίδης: Δεν με σβήνει κανένας» παρουσιάζεται στη Βέροια την Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026, στις 20:00, σε εκδήλωση που διοργανώνουν ο Δήμος Βέροιας και οι Εκδόσεις Ινφογνώμων.

Η παρουσίαση θα πραγματοποιηθεί στην Αντωνιάδειο Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, στη Σκηνή «Οδυσσέας Γωνιάδης», με ελεύθερη είσοδο για το κοινό.

Στο επίκεντρο της βραδιάς βρίσκεται η έκδοση που είναι αφιερωμένη στον Στέλιο Καζαντζίδη, με τον τίτλο «Δεν με σβήνει κανένας» να δίνει το στίγμα της αναφοράς σε μια φωνή που παραμένει ζωντανή στη συλλογική μνήμη.

Για το βιβλίο θα μιλήσουν ο Κωνσταντίνος Καρέλας, επιχειρηματίας και μουσικός, ο Σάββας Καλεντερίδης, συγγραφέας και εκδότης, καθώς και ο ίδιος ο συγγραφέας, Κώστας Μπαλαχούτης. Τον πρόλογο της έκδοσης υπογράφει η Χάρις Αλεξίου, όπως αναγράφεται στο εξώφυλλο του βιβλίου.

Οι διοργανωτές προσκαλούν το κοινό της Βέροιας να παρακολουθήσει την παρουσίαση και να γνωρίσει την έκδοση για τον μεγάλο λαϊκό ερμηνευτή.

Η εκδήλωση με μια ματιά:

  • Ημερομηνία: Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026.
  • Ώρα: 20:00.
  • Χώρος: Αντωνιάδειος Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, Σκηνή «Οδυσσέας Γωνιάδης», Βέροια.
  • Διοργάνωση: Δήμος Βέροιας και Εκδόσεις Ινφογνώμων.
  • Είσοδος: Ελεύθερη.
Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Κειμήλια αντί λειψάνων Σαμουήλ: Τα ερωτήματα για τη συμφωνία με τη Βουλγαρία και τη Συνθήκη του Νεϊγύ

Ο Γιώργος Καρανίκας, με άρθρο του στον «Χρόνο», θέτει ζήτημα αντιμετώπισης των λεηλατημένων ελληνικών θησαυρών ως αντικειμένων ανταλλαγής. Η υποχρέωση επιστροφής, οι εκκρεμείς διεκδικήσεις και οι ενστάσεις των Μητροπόλεων.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Η επιστροφή 48 εκκλησιαστικών κειμηλίων από τη Βουλγαρία επαναφέρει ένα ιστορικό και πολιτικό ερώτημα: γιατί η απόδοση θησαυρών που αφαιρέθηκαν από ελληνικές μονές συνδέεται με την παράδοση ανταλλάγματος, όταν η Συνθήκη του Νεϊγύ προέβλεπε ήδη την επιστροφή τους;

Αυτό είναι το κεντρικό ζήτημα που αναδεικνύει ο δημοσιογράφος Γιώργος Καρανίκας, στο άρθρο του «Διαγράφουμε την συνθήκη του Νεϊγύ;», που δημοσιεύεται στην εφημερίδα «Χρόνος» στις 7 Οκτωβρίου. Η παρέμβασή του στρέφεται κατά της λογικής της ανταλλαγής και της πανηγυρικής παρουσίασης μιας συμφωνίας που αφορά μέρος των θησαυρών που διεκδικεί η ελληνική πλευρά.

Η υποχρέωση που διατυπώθηκε το 1919

Η Συνθήκη του Νεϊγύ υπογράφηκε στις 27 Νοεμβρίου 1919, μετά την ήττα της Βουλγαρίας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πέρα από τις εδαφικές και οικονομικές ρυθμίσεις, περιλάμβανε συγκεκριμένη πρόβλεψη για την επιστροφή πολιτιστικών αγαθών.

Το άρθρο 126 όριζε ότι η Βουλγαρία αναλαμβάνει να αναζητήσει και να επιστρέψει χωρίς καθυστέρηση στην Ελλάδα, τη Ρουμανία και το Σερβοκροατοσλοβενικό Κράτος αρχεία, έγγραφα και αντικείμενα αρχαιολογικού, ιστορικού ή καλλιτεχνικού ενδιαφέροντος που είχαν απομακρυνθεί από τα εδάφη τους κατά τον πόλεμο.

Στη διάταξη αυτή στηρίζεται η κριτική του Καρανίκα: η επιστροφή των λεηλατημένων κειμηλίων αποτελούσε υποχρέωση της βουλγαρικής πλευράς, επομένως η αντιμετώπισή τους ως στοιχείων μιας αμοιβαίας συναλλαγής δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα.

Ο αρθρογράφος υπενθυμίζει και την παράδοση χειρογράφων το 1923. Σύμφωνα με την ιστορική αναδρομή του, η ελληνική αντιπροσωπεία παρέλαβε κιβώτια τα οποία παρουσιάστηκαν ως το σύνολο των αφαιρεθέντων, αλλά περιείχαν μόνο περιορισμένο αριθμό χειρογράφων. Κατά τον ίδιο, η εκκρεμότητα δεν έκλεισε ποτέ, παρά τους μεταγενέστερους βουλγαρικούς ισχυρισμούς.

Τι περιλαμβάνει η πρόσφατη συμφωνία

Στις 3 Οκτωβρίου 2026, στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού της Θεσσαλονίκης, υπογράφηκαν τα πρωτόκολλα παράδοσης και παραλαβής, παρουσία των πρωθυπουργών Ελλάδας και Βουλγαρίας.

Τα 48 κειμήλια προέρχονται από την Ιερά Μονή Παναγίας Εικοσιφοίνισσας, την Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών και την Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης. Η ελληνική πλευρά παραδίδει τα λείψανα που έχουν ταυτοποιηθεί ως ανήκοντα στον τσάρο Σαμουήλ, μαζί με το υπόλοιπο ανθρωπολογικό υλικό από τέσσερις σαρκοφάγους της Βασιλικής του Αγίου Αχιλλείου στις Πρέσπες.

Η επίσημη ανακοίνωση προβλέπει συνέχιση των διαπραγματεύσεων για ιστορικά αντικείμενα που δεν περιλήφθηκαν στην παρούσα συμφωνία. Τα επιστραφέντα κειμήλια θα εκτίθενται στη Θεσσαλονίκη έως τις 5 Νοεμβρίου και κατόπιν θα αποδοθούν στους φορείς προέλευσής τους.

Οι θησαυροί που παραμένουν εκτός

Οι εκκρεμείς διεκδικήσεις δείχνουν ότι η επιστροφή των 48 αντικειμένων δεν ολοκληρώνει τον επαναπατρισμό.

Ο Μητροπολίτης Δράμας Δωρόθεος, σε επιστολή του προς την υπουργό Πολιτισμού, αναφέρει ότι από την Εικοσιφοίνισσα είχαν αφαιρεθεί 800 ιερά κειμήλια και 430 χειρόγραφα. Εκφράζει επίσης την ανησυχία ότι η παράδοση των λειψάνων του Σαμουήλ αποδυναμώνει τη διαπραγματευτική δυνατότητα της Ελλάδας για όσα παραμένουν στη Βουλγαρία.

Η Μητρόπολη Ξάνθης και Περιθεωρίου διεκδικεί ακόμη 50 αντικείμενα από τις Μονές Παναγίας Καλαμούς και Παναγίας Αρχαγγελιώτισσας, ζητώντας την επιστροφή τους έξω από τη λογική ανταλλαγής. Παράλληλα, η Ιερά Σύνοδος χαιρέτισε τον επαναπατρισμό των 48 κειμηλίων, εκφράζοντας την προσδοκία να ακολουθήσουν νέες επιστροφές.

Το ερώτημα περί «διαγραφής» της Συνθήκης του Νεϊγύ αποτελεί την αιχμηρή πολιτική θέση του Καρανίκα· δεν τεκμηριώνει από μόνο του νομική κατάργησή της. Αναδεικνύει, όμως, ένα συγκεκριμένο ζήτημα που απαιτεί απάντηση: πώς διασφαλίζεται η διεκδίκηση του συνόλου των αφαιρεθέντων θησαυρών, μετά την ολοκλήρωση αυτής της ανταλλαγής;

Η επιστροφή των 48 κειμηλίων έχει αξία για τις μονές και την πολιτιστική κληρονομιά της χώρας. Η ιστορική εκκρεμότητα, ωστόσο, παραμένει ανοιχτή όσο χειρόγραφα και εκκλησιαστικοί θησαυροί εξακολουθούν να βρίσκονται μακριά από τους τόπους στους οποίους ανήκουν.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Σμαραγδής: «Στην Ελλάδα είναι επικίνδυνο να είσαι Έλληνας» – Ο Κολοκοτρώνης, η εθνική ταυτότητα και η απάντηση στους επικριτές

Ο σκηνοθέτης μίλησε στην Όλγα Λαθύρη στον Star Κεντρικής Ελλάδας για τη νέα ταινία με επίκεντρο τον Γέρο του Μωριά, την ανάγκη εθνικής ενότητας και τον πολιτισμό ως δύναμη αντίστασης στην ομογενοποίηση.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Με αιχμηρές αναφορές στην παγκοσμιοποίηση, στην υποχώρηση της ελληνικής αυτοπεποίθησης και στις αρνητικές κριτικές που δέχθηκε ο «Καποδίστριας», ο Γιάννης Σμαραγδής παρουσίασε το σκεπτικό της επόμενης κινηματογραφικής του προσπάθειας. Στη συνέντευξή του στην Όλγα Λαθύρη για τον Star Κεντρικής Ελλάδας, αποκάλυψε ότι έχει ολοκληρωθεί η πρώτη μορφή του σεναρίου για τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, τον οποίο αντιμετωπίζει ως φορέα της ελληνικής λαϊκής ψυχής και ως πρότυπο προσφοράς στην πατρίδα.

«Στην ουσία, στην Ελλάδα είναι επικίνδυνο να είσαι Έλληνας», ανέφερε χαρακτηριστικά, διευκρινίζοντας ότι εννοεί την υπεράσπιση μιας «ανώτερης Ελλάδας». Συνέδεσε την τοποθέτησή του με το όραμα του Καποδίστρια και με τις αντιδράσεις απέναντι στην ταινία του, υποστηρίζοντας ότι η ανάδειξη της ελληνικής ιστορίας και ταυτότητας συναντά αντιστάσεις.

Η σύγκρουση με τους κριτικούς και τα ξένα πρότυπα

Ο Σμαραγδής επιτέθηκε σε μεγάλο μέρος της ελληνικής κινηματογραφικής κριτικής, αναγνωρίζοντας πάντως ότι υπάρχουν εξαιρέσεις. Χρησιμοποίησε τον όρο «σύνδρομο της Στοκχόλμης» για να περιγράψει αυτό που ο ίδιος θεωρεί θαυμασμό προς τον «επικυρίαρχο».

Στη δική του ανάγνωση, η παγκοσμιοποίηση επιδιώκει την πολιτισμική ομοιομορφία, με τον αμερικανικό κινηματογράφο να λειτουργεί ως όχημα επιβολής προτύπων. Υποστήριξε ότι η άκριτη υιοθέτησή τους μπορεί να οδηγήσει σε πολιτισμική εξάρτηση, ενώ αντιπαρέβαλε τη δυνατότητα του ελληνικού κινηματογράφου να αναδεικνύει ιστορικές προσωπικότητες και να ενισχύει την αυτογνωσία του κοινού.

«Μας έχουν πείσει ότι είμαστε αδύνατοι να ξαναγίνουμε μεγάλοι», είπε. Κατά τον ίδιο, οι ταινίες του επιχειρούν να αμφισβητήσουν αυτή την εικόνα, υπενθυμίζοντας στους θεατές τις δυνάμεις και τις αξίες που διαθέτουν.

«Ο Κολοκοτρώνης είναι η ελληνική ψυχή»

Για τον Γέρο του Μωριά, ο σκηνοθέτης έδωσε ιδιαίτερο βάρος στον λαϊκό πολιτισμό, στην πίστη, στην παράδοση και στη μετάδοση των αξιών από γενιά σε γενιά.

«Πρώτα απ’ όλα, ο Κολοκοτρώνης είναι η ελληνική ψυχή», υπογράμμισε. Εξήγησε ότι θέλει να φωτίσει, πέρα από τη στρατιωτική του δράση, την εσωτερική διαδρομή ενός ανθρώπου που έφθασε να υπηρετεί κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό του.

Ως κεντρικό νόημα της ταινίας περιέγραψε την υπέρβαση της ατομικής επιδίωξης χάριν μιας ανώτερης αποστολής. Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρθηκε σε περιστατικά συγχώρεσης και αποφυγής της εκδίκησης, όπως ο ίδιος τα έχει εντάξει στην προσέγγισή του για τον ήρωα.

Παρουσίασε, επίσης, τον Κολοκοτρώνη ως το «alter ego» του Καποδίστρια: τον άνθρωπο της στρατιωτικής πράξης δίπλα στον άνθρωπο του πολιτικού οράματος. Η νέα ταινία, όπως εξήγησε, αποτελεί προέκταση της προηγούμενης, με κοινό άξονα την αφύπνιση της ελληνικής αυτοσυνειδησίας.

Εθνική ενότητα απέναντι στον διχασμό

Η αναφορά στους εμφύλιους της Επανάστασης έφερε τη συζήτηση στη σημερινή Ελλάδα. Ο Σμαραγδής χαρακτήρισε τους εμφύλιους «κατάρα των Ελλήνων» και ζήτησε υπέρβαση της εσωτερικής αντιπαλότητας.

«Να ενωθούμε», τόνισε, εκφράζοντας την απογοήτευσή του για τον κατακερματισμό και τις κομματικές συγκρούσεις. Συνέδεσε το μήνυμα της ενότητας με την ανάγκη να αποκτήσουν οι νεότερες γενιές ουσιαστική σχέση με την ιστορία τους.

Ενδεικτική ήταν η αφήγησή του για ένα παιδικό πάρτι στις Λιβανάτες, όπου είδε να χρησιμοποιείται ο Spider-Man ως πρότυπο ψυχαγωγίας. Με αφορμή το περιστατικό, εξήγησε ότι επιθυμεί να αναδείξει τον Καποδίστρια και τον Κολοκοτρώνη ως ελληνικά πρότυπα για τα παιδιά.

Η τοποθέτηση για την Τριπολιτσά

Στο τέλος της συνέντευξης, όταν η Όλγα Λαθύρη έθεσε το ζήτημα των τουρκικών αναφορών στη σφαγή της Τριπολιτσάς, ο Σμαραγδής υποστήριξε ότι ο Κολοκοτρώνης απουσίαζε κατά τη σφαγή, συνδέοντας την απουσία του με τη συμφωνία αποχώρησης των Αλβανών.

Απέδωσε τη βία στη συσσωρευμένη οργή από την οθωμανική κυριαρχία, δηλώνοντας παράλληλα ότι η σφαγή «δεν έπρεπε να γίνει». Στην επιχειρηματολογία του επικαλέστηκε τις διώξεις των Ελλήνων, τις γενοκτονίες και την Κύπρο. Οι συγκεκριμένες ιστορικές αναφορές παρουσιάστηκαν ως δικές του εκτιμήσεις στη συνέντευξη.

Το σενάριο και το ζητούμενο της χρηματοδότησης

Στο πρακτικό σκέλος, ο Σμαραγδής ανέφερε ότι συνεργάζεται με τον Μελέτη Μελετόπουλο και τον ιστορικό Νίκο Γιαννόπουλο για την οργάνωση του ιστορικού υλικού. Δήλωσε ότι στόχος του είναι η δραματουργία να στηριχθεί στα πραγματικά περιστατικά.

Η πρώτη μορφή του σεναρίου έχει ολοκληρωθεί, αλλά προηγείται η εξασφάλιση της χρηματοδότησης. Ο σκηνοθέτης έχει τρεις ηθοποιούς στο μυαλό του για τον πρωταγωνιστικό ρόλο, χωρίς να τους έχει ενημερώσει.

Παράλληλα, ανέφερε ότι τον «Καποδίστρια» έχουν παρακολουθήσει περίπου ένα εκατομμύριο άνθρωποι και μίλησε για δωρεάν προβολές σε σχολεία και για προβολές σε πολιτιστικά κέντρα διεθνώς. Για τον ίδιο, η συνέχεια αυτής της προσπάθειας έχει σαφή προορισμό: να μεταφέρει στις επόμενες γενιές την ιστορική μνήμη και την πίστη ότι η Ελλάδα μπορεί να δημιουργήσει ξανά.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO12 ώρες πριν

Συμπτώματα Παρακμής…

Η Τουρκία διεκδικεί ξανά πρόσβαση στη δυτική αμυντική αγορά, ενώ η Ελλάδα καλείται να μετατρέψει τους εξοπλισμούς και τις συμμαχίες...

Αναλύσεις13 ώρες πριν

Επιπτώσεις συνεχών παρατάσεων επαναφοράς ελέγχου εσωτερικών συνόρων στη λειτουργία του Σένγκεν

Οι διαδοχικές παρατάσεις των γερμανικών συνοριακών ελέγχων δοκιμάζουν στην πράξη την ελεύθερη κυκλοφορία στον χώρο Σένγκεν. Με το Βερολίνο να...

GEOPOLITICO17 ώρες πριν

Παρουσίαση του βιβλίου «Στέλιος Καζαντζίδης: Δεν με σβήνει κανένας» στη Βέροια την Παρασκευή 9 Οκτωβρίου

Η παρουσίαση θα πραγματοποιηθεί στην Αντωνιάδειο Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, στη Σκηνή «Οδυσσέας Γωνιάδης», με ελεύθερη είσοδο για το κοινό.

GEOPOLITICO17 ώρες πριν

Ελληνική NAVTEX για αεροναυτική άσκηση στη θάλασσα του Καστελλόριζου

Αεροναυτική άσκηση χωρίς πυρά, νοτιοανατολικά της Ρόδου και στις θαλάσσιες προσβάσεις του συμπλέγματος του Καστελλόριζου

Πολιτική18 ώρες πριν

Η αναφορά του Γεραπετρίτη στην Κύπρο μπροστά στον Ρούμπιο! “Αναγκαία η λύση επανένωσης”

Ο κ. Γεραπετρίτης υπογράμμισε ιδιαίτερα τη σημασία της Κύπρου για την περιφερειακή ασφάλεια, τονίζοντας την ανάγκη επανένωσης της νήσου με...

Δημοφιλή