Διεθνή
Κύπρος: Η Τουρκία ανατρέπει το ισοζύγιο δυνάμεων
Στο μόνο πράγμα που συμφωνούν όλες οι πλευρές στην Κύπρο είναι πως η Τουρκία αποτελεί σήμερα την νούμερο ένα απειλή για το νησί. Οι στόχοι που από καιρό έχει θέσει ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, δεν έχουν να κάνουν με την Τουρκία και το κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου, αλλά επεκτείνονται σε γεωστρατηγικό επίπεδο. Ωστόσο, μέχρι και σήμερα δεν υπήρξε μια συνεδρία μέσα από την οποία να αναλυθεί η τουρκική πολιτική όπως διαμορφώνεται τη δεδομένη στιγμή.
Την περασμένη Τρίτη η επιτροπή Εξωτερικών της Βουλής έκανε το πρώτο βήμα για να αλλάξει τα δεδομένα και συγκάλεσε ειδική συνεδρία με αντικείμενο την εξωτερική πολιτικής της Τουρκίας, όπως αυτή διαμορφώνεται και με τις εξελίξεις στο Αφγανιστάν. Στη συνεδρία αυτή δεν ήταν μόνο πολιτικά πρόσωπα αλλά προσκλήθηκαν και δύο ακαδημαϊκοί, οι οποίοι για χρόνια τώρα μελετούν την Τουρκία και την εξωτερική πολιτική της σε όλο το φάσμα.
Ο Νίκος Χριστοδουλίδης, όχι μόνο τώρα ως υπουργός Εξωτερικών αλλά και παλαιότερα ήταν εξ εκείνων που παρακολουθούσε την πορεία της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, και διαπιστώνει πως “ένα βασικό χαρακτηριστικό που καταγράφεται τα τελευταία πέντε χρόνια είναι η στρατιωτικοποίηση της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας”.
Το περιβόητο πραξικόπημα που σημειώθηκε στην Τουρκία πριν από πέντε χρόνια (για το οποίο ακόμα και σήμερα εκφράζονται αμφιβολίες) αποτελεί ένα κομβικό σημείο.
Όπως σημείωσε ο καθηγητής Μάνος Καραγιάννης (Reader in International Security, King’s College London & Αναπληρωτής Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων Πανεπιστήμιο Μακεδονίας) “μετά το πραξικόπημα του 2016 το καθεστώς Ερντογάν έχει αρχίσει να υιοθετεί μια ευρωασιατική προσέγγιση (Ulusalcı στα τούρκικα) στην εξωτερική πολιτική”.
Σύμφωνα και με τον καθηγητή Κώστα Κωνσταντίνου, “η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας τη δεύτερη δεκαετία της διακυβέρνησης Ερντογάν, χαρακτηρίζεται από την επιδίωξη “στρατηγικής αυτονομίας”. Διαφέρει από την πρώτη δεκαετία όπου κυριαρχούσε βασικά μια λογική αλληλεξάρτησης και στόχευσης σε “μηδενικά προβλήματα” καθώς και η αποδυνάμωση του εσωτερικού στρατιωτικού κατεστημένου, μέσα από εξωτερικές συμμαχίες με Δυτικούς θεσμούς, όπως η ΕΕ”.
Ο Νίκος Χριστοδουλίδης σημείωσε πως η Τουρκία επιδιώκει να αλλάξει τις ισορροπίες δυνάμεων και να μετατραπεί σε καθοριστική δύναμη στην περιοχή. Ο Κώστας Κωνσταντίνου (καθηγητής διεθνών σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Κύπρου) καταγράφει τρεις λόγους που επηρέασαν την στροφή της Τουρκίας: 1) Η αλλαγή του διεθνούς συστήματος από ένα κατ’ ισχυρισμό μονοπολικό σύστημα (με Αμερικανική Ηγεμονία) σε πολυπολικό ή ετεροπολικό σύστημα.
(2) Η κρίση της φιλελεύθερης διεθνούς τάξης, της πολυμερούς διπλωματίας και μιας γενικότερης τάσης αποπαγκοσμιοποίησης, και
(3) Οι δραματικές αλλαγές μετά την Αραβική Άνοιξη στη Μέση Ανατολή.
Ο Μάνος Καραγιάννης ανέφερε πως “σε κάθε περίπτωση, η παγκοσμιοποίηση προκαλεί αντίρροπες τάσεις και ετερόκλητες συμμαχίες. Η Άγκυρα προσπαθεί να επωφεληθεί από τον αυξανόμενο ανταγωνισμό μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων (π.χ. ΗΠΑ, Ρωσία) για να προωθήσει τα συμφέροντα της στην Ανατολική Μεσόγειο. Βλέπει πλέον τον εαυτό της ως ένα αυτόνομο πόλο που δεσπόζει ανάμεσα στην Ευρώπη, την πρώην ΕΣΣΔ και τη Μέση Ανατολή”.
Οι τουρκικές κινήσεις στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής συνιστούν μια νεο-οθωμανική προσέγγιση. Σ’ αυτό το πλαίσιο εντάσσονται οι συνεχείς προκλήσεις εναντίον της Κύπρου και της Ελλάδας, ανέφερε ο υπουργός Εξωτερικών, επισημαίνοντας και την αναθεωρητική πολιτική που ακολουθείται από τους Τούρκους και στη Συρία, το Ιράκ και Λιβύη. Ενώ, όπως υπογράμμισε και ο ΥΠΕΞ, δεν πρέπει να παραβλέπεται η εμπλοκή με τη χρήση κινημάτων σε πολλές χώρες της Αφρικής και της Ασίας.
“Η Τουρκία φιλοδοξεί, μέσα από την επιδίωξη στρατηγικής αυτονομίας, να καταστεί και μια αναδυόμενη παγκόσμια δύναμη”, υπογράμμισε ο Κώστας Κωνσταντίνου και προσθέτει: “Αυτό τουλάχιστον διαφαίνεται μέσα από δηλώσεις για στήριξη του παγκόσμιου Νότου, και ιδιαίτερα των ομόθρησκων και πολιτισμικά συγγενικών λαών. Αυτή η επιδίωξη είναι σίγουρα λιγότερο ρεαλιστική, κρίνω ότι είναι και πολιτικά υβριστική, αλλά δεν σταματά την τουρκική εξωτερική πολιτική από το να δραστηριοποιείται και σε αυτό το πιο φιλόδοξο επίπεδο”.
Σύμφωνα με τον καθηγητή του Πανεπιστημίου Κύπρου, “χαρακτηριστικά αυτής της προσπάθειας είναι οι στρατιωτικές βάσεις της Τουρκίας, πέρα από το Κατάρ, στη Σομαλία, η πρόταση για έλεγχο του αεροδρομίου της Καμπούλ, η διάνοιξη διώρυγας που παρακάμπτει το Βόσπορο (και ενδεχομένως τη Σύμβαση του Μοντρέ), και ιδιαίτερα η αναπτυξιακή βοήθεια που προσφέρει σε χώρες του Νότου. Σε σχέση με το τελευταίο, συγκριτικά στατιστικά αναφέρονται σε 8,6 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως, που κατατάσσει την Τουρκία 2η παγκοσμίως, μετά το Κατάρ, στη βάση του ακαθάριστου εθνικού εισοδήματος. Αυτή η βοήθεια αλληλεγγύης φυσικά κεφαλαιοποιείται ως “ήπια ισχύς”. Παρόλο, που είναι ξεκάθαρο ότι η γεωπολιτική διείσδυση που επιδιώκει η Τουρκία δεν είναι πάντοτε αποδεκτή, και ενίοτε βρίσκει σθεναρές αντιστάσεις, ιδιαίτερα σε περιοχές που κατείχε η Οθωμανική Αυτοκρατορία”.
Ο καθηγητής Μ. Καραγιάννης ανέφερε πως “θιασώτες του ευρωασιατισμού, όπως ο Erol Manisalı και ο Doğu Perinçek, υποστηρίζουν την αυτονόμηση της Τουρκίας από τη Δύση και την ένταξη της στο αντιδυτικό στρατόπεδο. Η προσέγγιση με τη Ρωσία δεν είναι τόσο εφήμερη όσο θέλουν να ελπίζουν πολλοί δυτικοί αξιωματούχοι. Παρά τις επιμέρους διαφορές τους στη Συρία, οι δύο χώρες μοιράζονται τις ίδιες ανησυχίες για την αμερικανική εξωτερική πολιτική και τους ίδιους πόθους για τη δημιουργία ενός πολυπολικού διεθνούς συστήματος”.
Συνεχίζοντας ο Ελλαδίτης ακαδημαϊκός σημείωσε: “Στο περιφερειακό σύστημα της Ανατολικής Μεσογείου, μια ομάδα Τούρκων αξιωματικών του ναυτικού (π.χ. Τζεμ Γκουρντενίζ, Τζιχάτ Γιαϊτζ) έχουν οικοδομήσει το δόγμα της Γαλάζιας Πατρίδας (Mavi Vatan). Αυτό δεν αφορά απλά τη δυνητική εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων της Ανατολικής Μεσογείου. Στην παρούσα φάση, η ενέργεια έχει μικρή σημασία για το τουρκικό καθεστώς που προετοιμάζεται να περάσει στην πυρηνική εποχή με τη βοήθεια της Ρωσίας. Η Άγκυρα πλέον αντιμετωπίζει την Ανατολική Μεσόγειο ως Lebensraum, δηλαδή δικό της ζωτικό χώρο. Η χρήση του συγκεκριμένου γερμανικού, ιστορικά φορτισμένου, όρου δεν γίνεται τυχαία. Η πρόσφατη καθέλκυση του αμφίβιου επιθετικού πλοίου TCG Anadolu, που έχει τα χαρακτηριστικά ενός ελαφρού αεροπλανοφόρου, εντάσσεται σε μια στρατηγική απόκτησης ναυτικής κυριαρχίας στην Ανατολική Μεσόγειο”.
Και όλη αυτή η επιθετική τακτική που ακολουθεί η Τουρκία αργά ή γρήγορα θα προκαλέσει αντιδράσεις από διάφορες κατευθύνσεις. Σύμφωνα με τον υπουργό Εξωτερικών Νίκο Χριστοδουλίδη, στο εξωτερικό η πολιτική που ακολουθεί η Τουρκία να ενισχύει τη στρατιωτική της παρουσία σε διάφορα σημεία του πλανήτη “φαίνεται να ενεργοποιεί όλο και περισσότερα αρνητικά αντανακλαστικά” ιδιαίτερα από χώρες της περιοχής της Ανατολικής Μεσογείου αλλά και του Κόλπου.
Τον τελευταίο χρόνο η Τουρκία δείχνει παράλληλα, με ορισμένες χώρες της περιοχής, να προσπαθεί μια άλλη προσέγγιση επιδιώκοντας αναθέρμανση σχέσεων, κυρίως με το Ισραήλ και την Αίγυπτο. Αυτό που λένε πολλοί συνομιλητές του Νίκου Χριστοδουλίδη (ο οποίος πρόσφατα είχε βρεθεί και πάλι στην Αίγυπτο) είναι πως “ο χρόνος θα δείξει εάν η ‘επίθεση φιλίας’ είναι μια αλλαγή προσέγγισης ή κινήσεις εντυπωσιασμού”.
Θέσεις αρχών και συμφέροντα
Η άνοδος του Ερντογάν στην Τουρκία, στις αρχές του αιώνα είχαν οδηγήσει πολλούς στο να ανοίξουν διάπλατα τις πύλες της Ευρωπαϊκής Ένωσης πιστεύοντας πως το επόμενο βήμα μετά τον κεμαλισμό θα ήταν να γίνει κομμάτι της Ευρώπης.
Σήμερα όμως, σύμφωνα με τον Μ. Καραγιάννη, η ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση “δεν θεωρείται πλέον εθνικός στόχος”.
Ωστόσο, υπάρχουν οι σχέσεις μεταξύ των δύο πλευρών οι οποίες λίγο ή πολύ καθορίζονται από συγκεκριμένες παραμέτρους, οι οποίες σύμφωνα με τον Ν. Χριστοδουλίδη, είναι:
(α) οι θέσεις αρχών, και
(β) τα συμφέροντα των κρατών μελών.
Ο ίδιος γνωρίζει από πρώτο χέρι αυτή τη διπλή προσέγγιση των εταίρων του στην ΕΕ σε σχέση με την Τουρκία, ιδιαίτερα σε αποφάσεις που έχουν να κάνουν με την Κύπρο. Από τη μια στηρίζεται η Κύπρος ως προς τα κυριαρχικά της δικαιώματα (θέσεις αρχών) και από την άλλη όμως υπάρχει μια απροθυμία στη λήψη μέτρων (συμφέροντα κρατών μελών).
Τα δύο παραδείγματα που επικαλέστηκε ο υπουργός Εξωτερικών κατά την παρέμβασή του στη συνεδρία της κοινοβουλευτικής επιτροπής Εξωτερικών είναι “η εργαλειοποίηση των μεταναστών” και “οι Τούρκοι μετανάστες στη Γερμανία”. Τα γεγονότα με τις μεταναστευτικές ροές είναι πολύ καλά γνωστά και καταγράφηκαν κατά την περσινή χρονιά. Από την άλλη σε σχέση με τους Τούρκους μετανάστες στη Γερμανία, που φτάνουν τα τρία εκατομμύρια έχει λεχθεί πολλές φορές ότι σε κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις (όπως είναι και οι επικείμενες γερμανικές εκλογές) κατευθύνονται από την Άγκυρα. Κι αυτό κάνει πολλούς στη Γερμανία να είναι πολύ προσεκτικοί και επιφυλακτικοί στις αποφάσεις που λαμβάνονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο και επηρεάζουν την Τουρκία.
Κάτι ανάλογο ισχύει και για τις περιπτώσεις της Ιταλίας και της Ισπανίας των οποίων οι τοποθετήσεις επηρεάζονται σε μεγάλο βαθμό από τις οικονομικές σχέσεις τους με την Τουρκία.
Καθεστώς αντάξιο των προσδοκιών
Καταλήγοντας στην τοποθέτησή του ο καθηγητής Μ. Καραγιάννης υπογράμμισε πως “η Τουρκία που ξέραμε δεν υπάρχει πια. Στη θέση της υπάρχει μια περισσότερο ισλαμική, εθνικιστική και συντηρητική χώρα που οραματίζεται έναν νέο γεωπολιτικό ρόλο για τον εαυτό της. Η ερντογανική Τουρκία εξελίσσεται σε μια αναθεωρητική περιφερειακή δύναμη, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ευρωπαϊκή ασφάλεια”.
Ο ίδιος είχε αναφέρει κατά την τοποθέτησή του και τα εξής: “Ο Τούρκος ηγέτης έχει χαράξει μια ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική που προσομοιάζει με εκείνη που παραδοσιακά είχε η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Τα εθνικιστικά και ακροαριστερά κόμματα, για διαφορετικούς λόγους, υποστηρίζουν αυτή την προσπάθεια. Οι πολιτικοκοινωνικές αλλαγές που έχουν συντελεστεί στο εσωτερικό έχουν ωθήσει την Άγκυρα σε ακραίες κινήσεις υψηλού ρίσκου που προμηνύουν τη σταδιακή ρήξη με την Ευρώπη. Την ώρα που η τουρκική κοινωνία ανακαλύπτει το ένδοξο ισλαμικό της παρελθόν, το καθεστώς Ερντογάν πρέπει να φαίνεται αντάξιο των μεγάλων προσδοκιών”.
“Το τουρκικό βαθύ κράτος παραμένει ελεγχόμενο από την ηγεσία του Κόμματος Ανάπτυξης και Δικαιοσύνης και δεν πρόκειται να διαφοροποιηθεί από κεντρικές επιλογές. Εξάλλου, οι εναπομείναντες κεμαλικοί θύλακες μέσα στο στράτευμα και στο διπλωματικό σώμα είναι φορείς μιας κληρονομιάς που αποθεώνει το ιδεολόγημα της τουρκο-ισλαμικής σύνθεσης (Türk-İslâm Sentezi). Η τουρκική ηγεσία ενισχύει, με διάφορους τρόπους, τη μουσουλματική ταυτότητα της χώρας”.
Πηγή: philenews
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
