Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ερντογάν – Τατάρ όπως Ιωαννίδης – Σαμψών

Δημοσιεύτηκε στις

 Η πολιτική, κοινωνική και στρατιωτική κατάσταση της Τουρκίας θυμίζει την περίοδο κατάρρευσης της στρατιωτικής δικτατορίας στην Ελλάδα την δεκαετία του 1970

Τον Νοέμβριο του 1973 ο στρατιωτικός Δημήτρης Ιωαννίδης (επονομαζόμενος «αόρατος δικτάτωρ»), ανέτρεψε με δικό του πραξικόπημα τον «συνάδελφο» δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο ο οποίος υπήρξε ο ιθύνων νους της στρατιωτικής δικτατορίας που επιβλήθηκε στην Ελλάδα την 21η Απριλίου 1967.

Λίγους μήνες αργότερα ο Ιωαννίδης, με την εμπειρία παλαιότερης θητείας του στην μεγαλόνησο, οργάνωσε την ανατροπή του εκλεγμένου Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας Μακαρίου Γ΄ με το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974 και τον «διορισμό» του Νίκου Σαμψών σαν «Προέδρου» της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι αυθαίρετες και μονομερείς αυτές ενέργειες που έγιναν  στην Κύπρο, δεν έθεσαν μόνο σε κίνδυνο τις σχέσεις Ελλάδος – Κύπρου με πολλές χώρες του κόσμου που διαθέτουν ισχυρή επιρροή, αλλά έδωσαν και θαυμάσια ευκαιρία στην Τουρκία να εισβάλει στην Κυπριακή Δημοκρατία  με το πρόσχημα της δήθεν προστασίας Κυπρίων μουσουλμάνων, οι οποίοι αποτελούσαν (μαζί με όλους τους ξένους) το 18% του συνολικού πληθυσμού της Κύπρου.

Ουσιαστικά, η τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974 διευκολύνθηκε, καθοδηγήθηκε και υποστηρίχτηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Μ. Βρετανία και άλλες ισχυρές δυνάμεις, οι οποίες θεώρησαν πως τα τεράστια γεωπολιτικά τους συμφέροντα θα κινδυνεύσουν άμεσα από τον πλήρη έλεγχο της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Ελλάδα. 

Το αβύθιστο αεροπλανοφόρο της Κύπρου και η τεράστια γεωπολιτική αξία του, δεν συνέφερε με κανένα τρόπο να ελέγχεται μόνο από την Ελλάδα. Τι και αν το 82% των κατοίκων του νησιού ήταν Έλληνες; Έπρεπε οπωσδήποτε να εφαρμοστεί ο κλασσικός κανόνας των μεγάλων δυνάμεων του «διαίρει και βασίλευε». Για τους λόγους ακριβώς  αυτούς, 5 μόλις μέρες μετά τον «διορισμό» Σαμψών στην προεδρία της Κυπριακής Δημοκρατίας (20 Ιουλίου 1974), ξεκίνησε η τουρκική εισβολή με την παράλληλη «παγίδευση» κάθε σοβαρής ελληνικής αντίδρασης από τους ίδιους τους συμμάχους μας, οδηγώντας στην άνευ ουσιαστικής αντίστασης, διχοτόμηση της Κύπρου η οποία ήδη διαρκεί πενήντα περίπου χρόνια.

Στις δεκαετίες όμως που πέρασαν από τότε, άλλαξαν πολλά.

Η πολιτική, στρατιωτική και οικονομική αξία της μεγαλονήσου, από την ένταξη της στην Ευρωπαϊκή Ένωση σαν πλήρες κράτος-μέλος (2003) και την ανακάλυψη γιγαντιαίων κοιτασμάτων φυσικού αερίου, αυξήθηκε δραματικά όχι μόνο για τους πολίτες της, αλλά και για κάθε μεγάλη χώρα της περιοχής και του πλανήτη μας.

Δύο περίπου δεκαετίες μετά την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΕΕ, δημιουργείται πλέον η αίσθηση πως στην Κύπρο, η ιστορία επαναλαμβάνεται – αυτή την φορά αντίστροφα.

Στην Τουρκία, ένας εκλεγμένος πολιτικός εξελίχτηκε μετά από δύο περίπου δεκαετίες στην εξουσία, σε ένα αδίστακτο δικτάτορα – όπως ο Αδόλφος Χίτλερ.

Μετέτρεψε την Τουρκία σε ένα κράτος-μαφία με στηρίγματα τους φασίστες των γκρίζων λύκων και τις οργανωμένους συμμορίτες του τουρκικού υπόκοσμου.

Επί πλέον, άρχισε να δημιουργεί και να καλλιεργεί αυταπάτες, σαν να αποτελούν πραγματικότητα. Διακηρύσσει την νεκρανάσταση της (πεθαμένης) οθωμανικής αυτοκρατορίας και φαντάζεται την Τουρκία σαν υπερδύναμη, ικανή να επιβάλλει σε μικρούς και μεγάλους την θέληση της – όσο αυθαίρετη και επικίνδυνη και να είναι για τα συμφέροντα τους ή για την διεθνή έννομη τάξη. Διακηρύσσει διαρκώς επέκταση της Τουρκίας σε βάρος των γειτόνων της -και όχι μόνο, μέσα σε μια προκλητική ρητορική μεγαλομανίας του ιδίου και σύσσωμης της «αυλής» του. 

Φαντάζεται και «διαρρέει» συναντήσεις (όπως με τον Πρόεδρο των ΗΠΑ ή τον Έλληνα πρωθυπουργό) που δεν πραγματοποιούνται ή επισκέψεις (όπως η έκτακτη επίσκεψη στην Λιβύη στις 15 Οκτωβρίου 2021) που δεν γίνονται ή εξαγγέλλει βαρύγδουπες και ομαδικές απελάσεις δυτικών διπλωματών που δεν εφαρμόζονται.

Στην Κύπρο, η Τουρκία εξαγγέλλει το δόγμα των «2 κρατών», σαν ένα πρώτο βήμα για τον πλήρη έλεγχο ολόκληρης της Κύπρου. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με πολλές άλλες αυθαίρετες, ύπουλες και μονομερείς ενέργειες («επέλαση» στα Βαρώσια, εισβολές σε Συρία, επιδρομές σε Ιράκ, στρατιωτικές παρουσίες σε Λιβύη, χώρες Αφρικής, Καύκασο κ.α.π.) σήμαναν  κόκκινο συναγερμό σε όλες τις ισχυρές χώρες του πλανήτη.

Αν γεωπολιτικά συμφέροντα κινδύνευαν θεωρητικά από τον πλήρη έλεγχο της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Ελλάδα το 1974, είναι βέβαιο πως πολλαπλάσια γεωπολιτικά συμφέροντα πολλών ισχυρών χωρών  κινδυνεύουν άμεσα από τις τουρκικές φαντασιώσεις ανασύστασης οθωμανικής αυτοκρατορίας, με αποτέλεσμα την κινητοποίηση τους:

Οι Η.Π.Α επιβάλλουν στην Τουρκία κυρώσεις για τους ρωσικούς πυραύλους S-400, αρνούνται την παράδοση μαχητικών αεροσκαφών πέμπτης γενιάς ή την συντήρηση υφιστάμενων μαχητικών αμερικανικής προέλευσης, αντιτίθενται σε στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον Κούρδων στην Συρία, καλούν την Τουρκία να εγκαταλείψει την Λιβύη, ανανεώνουν και επεκτείνουν την συμφωνία στρατιωτικής συνεργασίας με την Ελλάδα, ασκούν πίεση για την απροκάλυπτη καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Τουρκία, καταδικάζουν απερίφραστα τις τουρκικές αυθαιρεσίες στην Ελληνική και Κυπριακή ΑΟΖ καθώς και στην απροκάλυπτη «εισβολή» στα Βαρώσια και απειλούν έμμεσα με καταστροφή την παραπαίουσα τουρκική οικονομία με την απόρριψη έφεσης της Halkbank (κατηγορείται από τις αμερικανικές αρχές για σκόπιμη παράκαμψη των αμερικανικών κυρώσεων στο Ιράν, για ξέπλυμα μαύρου χρήματος κ.α.π). Ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα του κατώτατου επιπέδου των σχέσεων ΗΠΑ – Τουρκίας αποτελεί η κατ΄ επανάληψη άρνηση του Αμερικανού προέδρου να συναντήσει τον τούρκο πρόεδρο στις ΗΠΑ, σε εύγλωττη αντίθεση της  άμεσης συνάντησης του με την ΑΘΠ, τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο στην Ουάσιγκτον (Οκτώβριος 2021).

Η Γαλλία, περισσότερο από κάθε άλλη χώρα-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Αυστρία, Ολλανδία, Ιταλία κ.α.), αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο για την ειρήνη και την ασφάλεια που εγκυμονεί η μεγαλομανία και οι φαντασιώσεις του Ρ.Τ. Ερντογάν και σπεύδει να εξασφαλίσει ισχυρούς πολιτικούς και στρατιωτικούς δεσμούς με την Ελλάδα, την Κύπρο και άλλες χώρες-στόχους του τουρκικού επεκτατισμού.

Η Αίγυπτος και πολλές ισχυρές Αραβικές χώρες οι οποίες αντιμετωπίζουν τον κατευθυνόμενο από την Τουρκία κίνδυνο των «Αδελφών Μουσουλμάνων» καθώς και τον απροκάλυπτο τουρκικό επεκτατισμό, δημιουργούν ισχυρούς πολιτικούς και στρατιωτικούς δεσμούς με την Ελλάδα, την Κυπριακή Δημοκρατία και το Ισραήλ.

Το Ισραήλ, μετά από μισό και πλέον αιώνα σταθερών και ισχυρών δεσμών με την Τουρκία, άρχισε να δέχεται μια σφοδρή λεκτική επίθεση διαρκείας από τους ισλαμιστές του Ερντογάν και τους φασίστες του Μπαχτσελή, με έντονα στοιχεία λαϊκισμού και μόχλευσης θρησκευτικών αντιθέσεων. Σαν φυσική συνέπεια, το κράτος του Ισραήλ ενίσχυσε εντυπωσιακά τους πολιτικούς, στρατιωτικούς και οικονομικούς δεσμούς του με την Ελλάδα και την Κύπρο, θέτοντας απέναντι ή στο περιθώριο την αγνώμονα Τουρκία.

Η Συρία, το Ιράκ και η Λιβύη καλούν την Τουρκία να φύγει από τα εδάφη τους στα οποία μονομερώς εισέβαλε με διάφορες, ευφάνταστες δικαιολογίες.

Η Ρωσία αξιοποιεί με μαεστρία την μεγαλομανία και τις αυταπάτες της τουρκικής ισλαμοφασιστικής εξουσίας, πουλώντας όπλα και κλονίζοντας την συνοχή του ΝΑΤΟ, αλλά δεν διστάζει να μοιράζει επικίνδυνα τελεσίγραφα όταν ξεπερνιούνται οι κόκκινες γραμμές που η ίδια έχει χαράξει.

Ακόμα και στην Γερμανία, παραδοσιακό πολιτικό φίλο της Άγκυρας, μετά την πολιτική αλλαγή και την συμμετοχή των πράσινων στην Γερμανική κυβέρνηση, η άνεση του Ερντογάν να εξασφαλίζει ότι επιθυμεί, πρέπει να θεωρείται ότι αποτελεί παρελθόν.

Με άλλα λόγια οι ενέργειες και οι πρακτικές της Τουρκίας, ξεσήκωσαν εναντίον της παγκόσμια αντίδραση – όπως περίπου συνέβη και στην περίπτωση Ελλάδος-Κύπρου πριν από πενήντα περίπου χρόνια. Δηλαδή βλέπουμε την ιστορία να επαναλαμβάνεται – αυτή την φορά αντίστροφα αν και οι σημερινές ενέργειες της Τουρκίας γίνονται σε πολύ ευρύτερη κλίμακα και είναι πολλαπλάσια επικίνδυνες για την διεθνή έννομη πράξη.

Σ Υ Μ Π Ε Ρ Α Σ Μ Α Τ Α: Ο τουρκικός επεκτατισμός και η αρπακτική μανία των Τούρκων ισλαμιστών θίγουν τεράστια συμφέροντα, δημιουργώντας ανέλπιστα καλές προϋποθέσεις πλήρους ανατροπής όλων των τουρκικών σχεδιασμών που γίνονται από το 1974 μέχρι σήμερα, απέναντι σε Ελλάδα και Κύπρο.

Η επερχόμενη, πιθανότατα αιματηρή, κατάρρευση του τουρκικού καθεστώτος, αποτελούν μοναδική ευκαιρία για Ελλάδα και Κύπρο.

Την κατάλληλη στιγμή, με την αντίστοιχη ουσιαστική και πρακτική υποστήριξη όλων των συμμάχων τα μεγάλα συμφέροντα των οποίων θίγονται βάναυσα από τις αυθαίρετες και μονομερείς ενέργειες της Τουρκίας,  η Ελλάδα με μια μονομερή διακήρυξη, όπως επιβάλλει το διεθνές δίκαιο, θα πρέπει να επεκτείνει την αιγιαλίτιδα ζώνη της στα 12 ναυτικά μίλια σε ολόκληρο το Αιγαίο και σε ολόκληρη την Κρήτη (από τις αρχές του 2021 τα 12 ναυτικά μίλια ισχύουν στη θαλάσσια περιοχή του Ιονίου Πελάγους και των Ιονίων Νήσων ως το Ακρωτήριο Ταίναρο στην Πελοπόννησο).

Αμέσως μετά Ελλάδα, Κύπρος και Αίγυπτος θα πρέπει να είναι έτοιμες, να οριοθετήσουν την μεταξύ τους ΑΟΖ, βάζοντας οριστικά ταφόπλακα στις νέο-οθωμανικές φαντασιώσεις.

Στην περίπτωση της Κύπρου, η αποχώριση των τουρκικών στρατευμάτων κατοχής, η κατάργηση των παρωχημένων «εγγυήσεων» και η επέκταση του ελέγχου της Κυπριακής Δημοκρατίας σε ολόκληρο το νησί, αποτελούν την αυτονόητη, μοναδική λύση που θα εφαρμοστεί αργά ή γρήγορα. Οι τουρκικές φαντασιώσεις δεν συμφέρουν κανέναν από τις ισχυρές χώρες της περιοχής – και όχι μόνο, και αναπόφευκτα θα αποτύχουν.

Ο σοβαρός κίνδυνος που θα παραμένει είναι η πληθυσμιακή αλλοίωση του νησιού από τις εκατοντάδες χιλιάδες εποίκων που φρόντισε να στείλει η Άγκυρα στην κατεχόμενη Κύπρο καθώς και η «ελαστικότητα» στις τελικές ρυθμίσεις λειτουργίας της ενιαίας Κυπριακής Δημοκρατίας, ώστε να διατηρηθεί έμμεσα το «διαίρει και βασίλευε» που επιδιώκουν οι πολύ ισχυρές χώρες.

Η ευκαιρία που διαγράφεται θα είναι μοναδική, η αξιοποίηση της όμως είναι και στο δικό μας χέρι…

πηγή

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Newsroom10 λεπτά πριν

Project Bromo: Η Ευρώπη επιταχύνει τη δημιουργία διαστημικού γίγαντα απέναντι στη SpaceX

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει να επιταχύνει την αντιμονοπωλιακή αξιολόγηση της συμφωνίας μεταξύ Airbus, Thales και Leonardo. Ο νέος όμιλος, με...

Αναλύσεις19 λεπτά πριν

350 Δισ. Δολάρια στην Αμερική: Η Νότια Κορέα ενεργοποιεί τη μεγαλύτερη στρατηγική επένδυση της συμμαχίας τους

Καθώς στη Σεούλ διατυπώνονται επικρίσεις σχετικά με τους κινδύνους και την εποπτεία των επενδύσεων αυτών, ενώ οι ενδιάμεσες εκλογές στις...

Αναλύσεις50 λεπτά πριν

«Εδώ αρμόδιος είμαι εγώ»: Η τουρκική υστερία για τις NAVTEX και το ευρωπαϊκό πλέγμα προστασίας του GSI

Ως νέα αναμέτρηση για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου παρουσιάζει ο τουρκικός Τύπος την αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας με αφορμή...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Αζερμπαϊτζάν – Τουρκία: Κηρύχθηκε ο πόλεμος για την ισλαμική μαντίλα

Το Αζερμπαϊτζάν, μια χώρα με μουσουλμανικό πληθυσμό σε ποσοστό 98%, μόλις απαγόρευσε τη χρήση της χιτζάμπ στα σχολεία, επικαλούμενο την...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Δημοφιλή