Διεθνή
Πάλι σε αναταραχή τα Δυτικά Βαλκάνια
Οι εντάσεις έχουν αυξηθεί τους τελευταίους μήνες στα Δυτικά Βαλκάνια, και οι επόμενες εβδομάδες θα είναι δύσκολες στην περιοχή
Της Vessela Tcherneva
Στη Βοσνία και Ερζεγοβίνη, ο ηγέτης των Σερβοβόσνιων, Milorad Dodik, απειλεί να οδηγήσει το κόμμα του εκτός των εύθραστα κατασκευασμένων κρατικών θεσμών της χώρας. Στη Βόρεια Μακεδονία, ο πρωθυπουργός Ζόραν Ζάεφ παραιτείται. Στο Μαυροβούνιο, τα μέλη του κυβερνώντος συνασπισμού βρίσκονται “στα μαχαίρια”. Στο Κοσσυφοπέδιο, το σερβικό κόμμα Srpska Lista μιλάει για έξοδο από τους κρατικούς θεσμούς. Και στη Σερβία, αφθονούν όλα τα δεινά, αυτή τη φορά αναφορικά με μια τοιχογραφία του Ράτκο Μλάντιτς στο Βελιγράδι.
Με εξαίρεση την περίπτωση της Βόρειας Μακεδονίας, η κοινή απειλή που διατρέχει όλα αυτά τα ζητήματα, είναι η ανάμειξη της σερβικής κυβέρνησης στις υποθέσεις των γειτόνων της μέσω της πολιτικής εκπροσώπησης των σερβικών μειονοτήτων. Αυτό έχει γίνει πρότυπο συμπεριφοράς από το Βελιγράδι, με αντανάκλαση τη δεκαετία του 1990. “Το καθήκον αυτής της γενιάς πολιτικών είναι να δημιουργήσουν τον σερβικό κόσμο, δηλαδή να ενώσουν τους Σέρβους, όπου και αν κατοικούν”, ανακοίνωσε ο υπουργός Εσωτερικών της Σερβίας Aleksandar Vulin τον Ιούλιο. Το επαναλαμβανόμενο θέμα μεταξύ των Σέρβων πολιτικών σε όλη την περιοχή, είναι η έκκληση για χειραφέτηση από τις διευθετήσεις που έγιναν μετά τους πολέμους της Γιουγκοσλαβίας. Μαζί με την υψηλή στήριξη των πολιτών στην περιοχή για απολυταρχικά καθεστώτα και για τη Ρωσία και την Κίνα, δημιουργείται ένα δηλητηριώδες μείγμα.
Η Σερβία είναι ουσιαστικά ένα αιχμάλωτο κράτος -“η κερδισμένη και κόπο ελευθερία μας από τον Μιλόσεβιτς έχει χαθεί”, μου είπε πρόσφατα ένας ντόπιος παρατηρητής. Έχει μια “αναντικατάστατη κυβέρνηση” παρά τις ελεύθερες (αλλά όχι δίκαιες) εκλογές. Βυθίζεται από βαθιά διαφθορά. Και το περιβάλλον στον χώρο των ΜΜΕ έχει επιδεινωθεί περαιτέρω. Σύμφωνα με αναλυτές των media, στο διάστημα Ιουλίου 2020 και τέλος Ιουνίου 2021, εκπρόσωποι της κυβερνώσα πλειοψηφίας έλαβαν μέχρι και το 93% του τηλεοπτικού χρόνου που αφιερώνεται σε πολιτικούς παράγοντες, ενώ η αντιπολίτευση ήταν παρούσα στο υπόλοιπο 7% του χρόνου. Μόνο τον Σεπτέμβριο, ο πρόεδρος Αλεξάντρ Βούτσιτς εμφανίστηκε -εκτενώς- στην τηλεόραση, όχι λιγότερο από 37 φορές, ενώ κάποιες από τις εμφανίσεις του διήρκησαν 2-3 ώρες. Και αυτό εκτείνεται πέρα από την προφανή σφαίρα της πολιτικής και των σκληρών ειδήσεων: μια πρόσφατη μελέτη ερεύνησε την αγορά από τη Serbian Telecom, των δικαιωμάτων για τη μετάδοση των ποδοσφαιρικών αγώνων της Αγγλικού Πρωταθλήματος σε χώρες ανά την περιοχή -μια κίνηση που έγινε, σύμφωνα με τον συγγραφέα, “για να κλειδώσει τα βαλκανικά ακροατήρια στα κανάλια της με αντί-δυτικές ρητορικές, που αντιστοιχούν στους αυξανόμενους δεσμούς της χώρας με κράτη όπως η Κίνα, η Ρωσία και η Ουγγαρία”.
Η Ρωσία και η Κίνα χρησιμοποιούν τη διαφθορά ως έναν τρόπο που να επηρεάζουν τους κρατικούς θεσμούς στην περιοχή. Όπως έχει δηλώσει επανειλημμένως ο πρόεδρος των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν, τα απολυταρχικά κράτη χρησιμοποιούν τη “στρατηγική διαφθορά” ως μέσο εξαναγκασμού, υπονομεύοντας το κοινωνικό συμβόλαιο και την εμπιστοσύνη του λαού στους θεσμούς -και καθιστώντας την κακή διακυβέρνηση στην περιοχή ακόμη χειρότερη. Για τους απλούς πολίτες των Βαλκανίων, η διαφθορά παραμένει το τρίτο πιο σημαντικό πρόβλημα στη χώρα τους, μετά την ανεργία και την οικονομική κατάσταση. Η αντιμετώπιση της διαφθοράς και του οργανωμένου εγκλήματος έχει γίνει ο λόγος ύπαρξης των κομμάτων της αντιπολίτευσης σε όλη την περιοχή, ανεξαρτήτως της ιδεολογίας τους, καθώς τα κράτη καταπατούν τα ΜΜΕ, τη δικαιοσύνη, την οικονομία και δημόσιες υπηρεσίες όπως την υγειονομική περίθαλψη. Ως αποτέλεσμα, η μετανάστευση από τα Δυτικά Βαλκάνια συνεχίζει να αυξάνεται.
Είναι προφανές ότι η διαδικασία διεύρυνσης της ΕΕ έχει κολλήσει και θα παραμείνει έτσι για κάποιο καιρό. Η ένταξη στην ΕΕ ήταν κάποτε ένας τρόπος να επιλυθούν, μεταξύ άλλων, τα ζητήματα κακής διακυβέρνησης που πλήττουν τα Δυτικά Βαλκάνια, καθώς και για να επιβεβαιώσουν την όχι και τόσο ήρεμη ειρήνη που επιτεύχθηκε πριν από ένα τέταρτο του αιώνα. Αλλά σημαντικός αριθμός των κρατών μελών της ΕΕ είναι τώρα εμφανώς απρόθυμα ακόμη και να κάνει αναφορά σε διεύρυνση, στα επίσημα έγγραφα του Συμβουλίου της ΕΕ. Τα πρόσφατα βέτο των κρατών-μελών για τις συνομιλίες εντάξεις, δείχνουν την απροθυμία και την ανικανότητα της ΕΕ να ενσωματώσει τα Δυτικά Βαλκάνια -και φαίνεται ότι το μήνυμα το πήραν τόσο οι πολιτικοί όσο και οι πολίτες στην περιοχή. Το Βαρόμετρο για τα Βαλκάνια το 2021, έδειξε ότι το ένα τρίτο των Σέρβων, Βόσνιων, και κατοίκων της Βόρειας Μακεδονίας, δεν περιμένουν καν να συμβεί η ένταξη. Σε αυτό το κενό, οι εθνικιστικές ιδέες και άλλες δυνάμεις εισχωρούν εύκολα. Και οι έρευνες που διεξήχθησαν από το ECFR αυτό το καλοκαίρι, επιβεβαιώνουν ότι οι άνθρωποι στη Σερβία έχουν έντονα αρνητική άποψη για την ΕΕ. Βλέπουν σε μεγάλο βαθμό το πολιτικό σύστημα της ΕΕ ως κατεστραμμένο και την απάντηση της στην πανδημία ως ελλιπή. Και έχουν την ηγεσία της δικής τους χώρας σε μεγαλύτερη εκτίμηση, ενώ θεωρούν τη Ρωσία και την Κίνα ως βασικούς συμμάχους, με στήριξη 94% και 91% αντιστοίχως.
Σε αυτό το πλαίσιο, τι μπορεί να κάνει η ΕΕ διαφορετικά; και τι θα πρέπει να προσπαθήσει να πετύχει;
Σε ένα άκρως αμφισβητούμενο γεωπολιτικό περιβάλλον, οι τεχνικές διαδικασίες από μόνες τους δεν θα αρκούν πλέον. Η ΕΕ δεν μπορεί απλώς να ενισχύσει τις διαπραγματεύσεις ένταξης (εκτείνοντας για παράδειγμα, την πρόσβαση στην ενιαία αγορά) και να ελπίζει ότι η δυναμική θα αλλάξει. Θα χρειαστεί να γίνει πιο πολύ πολιτική. Για να τραβήξει την περιοχή πιο σφιχτά σε μια ευρωπαϊκή τροχιά, θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει μια υφιστάμενη μορφή περιφερειακής συνεργασίας, όπως τη Διαδικασία του Βερολίνου. Η πρόσβαση στην ενιαία αγορά θα μπορούσε να είναι μέρος της ατζέντας της. Αλλά το ίδιο θα έπρεπε να είναι και μια πορεία προς τα κράτη των Δυτικών Βαλκανίων που θα συνάψουν τελικά πολιτικές συμφωνίες για την επίλυση μακροχρόνιων σημείων διαμάχης -όπως εκείνα που συνεχίζουν να εμποδίζουν τη σχέση Κοσσυφοπεδίου-Σερβίας ή τις σχέσεις της Βοσνία με τη Σερβία και την Κροατία. Τα κράτη που σημειώνουν τέτοια πρόοδο θα πρέπει να λαμβάνουν πρόσβαση στα ευρωπαϊκά κεφάλαια ως αντάλλαγμα.
Η ΕΕ θα πρέπει να προχωρήσει στην ενσωμάτωση των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων στην Πράσινη Νέα Συμφωνία της, ανοίγοντας ευκαιρίες σε αυτές ώστε να εκσυγχρονίσουν τις υποδομές τους και να σημειώσουν ισχυρότερη πρόοδο στην απαλλαγή των οικονομιών τους από τον άνθρακα. Η διαφοροποίηση των πηγών ενέργειας θα τους βοηθήσει επίσης να γίνουν λιγότερο εξαρτώμενα από τρίτους, όπως τη Ρωσία, για την ενεργειακή του προμήθεια και θα περιορίσει -αν όχι θα εξαλείψει- την διαφθορά από τον ενεργειακό τομέα.
Η απουσία αιχμηρών μέσων για να αντλήσει η ΕΕ από την εργαλειοθήκη της, σημαίνει ότι η Ευρώπη μένει εκτός βασικών στρατηγικών συνομιλιών στα Βαλκάνια. Η ετοιμότητα των ΗΠΑ να αναλάβουν δράση και να επιβάλλουν κυρώσεις αντί να προσφέρουν απλώς ένα καρότο, φαίνεται να καθιστά την αμερικανική στάση πολύ πιο επιτακτική και τη φωνή τους πιο δυναμική. Η ΕΕ έχει ένα ευρύ φάσμα πιθανών εργαλείων που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει και που θα μπορούσε να ενισχύσει με μερικές προσαρμογές. Για παράδειγμα, θα πρέπει να προσθέσει την κλεπτοκρατία στον ευρωπαϊκό νόμοι Magnitsky, και να επεκτείνει τις διατάξεις του νόμου στα Δυτικά Βαλκάνια. Η δυνατότητα επιβολής προσωπικών κυρώσεων διαφθοράς κατά ατόμων, θα αύξανε τη μόχλευση της ΕΕ και θα άλλαζε την αντίληψη της υποκρισίας που υπάρχει, ότι είναι αρκετά χαρούμενη να συνεργάζεται με τους απολυταρχικούς ηγέτες όταν η κατάσταση τη βολεύει. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα μπορούσε να εξασφαλίσει μεγαλύτερο focus στις διασυνοριακές έρευνες που περιλαμβάνουν βαλκανικές αρχές. Μπορεί επίσης να αναπτύξει την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης σε υποθέσεις που σχετίζονται με κονδύλια της ΕΕ, τα οποία αποτελούν σημαντικό μέρος του ΑΕΠ των Δυτικών Βαλκανίων.
Τα σύνορα δεν θα χάσουν σύντομα το νόημα τους στα Βαλκάνια. Επομένως, η ΕΕ πρέπει να δώσει μεγαλύτερη προσοχή στην ασφάλεια της περιοχής και στην αμυντική αρχιτεκτονική, η οποία παραμελείται για την ώρα. Μια πιο αληθινή γεωπολιτική απάντηση από την ΕΕ θα απαιτήσει την επέκταση της Ευρωπαϊκής Αμυντικής Ένωσης. Εάν τα κράτη των Δυτικών Βαλκανίων ενταχθούν στην Αμυντική Ένωση, θα είναι σε θέση να συμμετέχουν σε projects της PESCO, και η συμμετοχή στην Αμυντική Ένωση θα πρέπει να εστιάζει στην αυξημένη συμμόρφωση με την Ενιαία Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας. Η Σερβία για παράδειγμα, θέλει να εκσυγχρονίσει τις ικανότητες παραγωγής για όλες τις μεγάλες κρατικές εταιρίες κατασκευής όπλων. Αντί να την αναγκάσει ουσιαστικά να συνεργαστεί με χώρες όπως η Λευκορωσία, η Ρωσία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η ΕΕ θα πρέπει να προσκαλέσει τη Σερβία να συμμετέχει στα δικά της projects. Οι ομάδες μάχης της ΕΕ θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνει τη συμμετοχή των Δυτικών Βαλκανίων σε τακτική βάση, αλλά επίσης θα πρέπει να τίθενται σε επιχειρησιακή υπηρεσία στην περιοχή εάν η κατάσταση επιδεινώνεται.
Εάν μπορεί να βγει κάτι θετικό από τις τρέχουσες αλληλένδετες κρίσεις των δυτικών Βαλκανίων, είναι η νέα προσοχή που δίνουν στην περιοχή Ευρωπαίοι και Αμερικανοί υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής. Αλλά η ΕΕ πρέπει επειγόντως να αλλάξει την προσέγγιση της -η επιλογή της “εποικοδομητικής ασάφειας” δεν λειτουργεί πλέον κι προκαλεί μόνο εκνευρισμό σε όλη την περιοχή. Το να βοηθήσει τους πολίτες να χαλαρώσει την επιρροή των διεφθαρμένων ελίτ και να επανακαθιερώσει την καλή διακυβέρνηση των θεσμών, θα συμβάλει καθοριστικά σε μια πιο πλήρη υποστήριξη των μεταρρυθμίσεων και στην ενίσχυση της μόχλευσης της ΕΕ σε μια περιοχή-κλειδί για την τόνωση της διεθνούς της αξιοπιστίας και διασφάλισης της σταθερότητας στη γειτονιά της.
Μπορείτε να δείτε το κείμενο εδώ: ecfr.eu
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

