Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η Τουρκία βρίσκεται υπό επίθεση…

Δημοσιεύτηκε στις

Οι επόμενοι μήνες και ειδικότερα ο Χειμώνας που έρχεται αναμένεται να είναι δύσκολοι για τις περισσότερες οικονομίες και  χώρες λόγω της αύξησης των τιμών των καυσίμων και άλλων βασικών ειδών.

Η τουρκική οικονομία μετά το 2018  έχει εισέλθει σε μια παρατεταμένη περίοδο οικονομικής κρίσης η οποία ενδέχεται να έχει χειρότερη εξέλιξη και από την ελληνική χρεοκοπία του 2010.

Τούτο γιατί η ελληνική οικονομία βρήκε γρήγορα μια θέση στην “εντατική” της Ευρωζώνης με του θεσμούς και την ΕΚΤ να αναλαμβάνουν το χρέος με όρους αλληλεγγύης και τα ΕΣΠΑ να αιμοδοτούν την οικονομία και την κοινωνία.  

Μπορεί το ονομαστικό ΑΕΠ σε τουρκικές λίρες να συνεχίζει να αυξάνεται τα τελευταία χρόνια, σε δολάρια όμως μεταξύ 2013 και 2020 έχει πέσει από τα 957 στα 720 δισ. δολάρια.

Η τουρκική οικονομία όμως βρέθηκε στο χείλος μιας  χρεοκοπίας το 2019 μετά την ανατίμηση του δολαρίου. 

Το ίδιο σκηνικό φαίνεται και δρομολογείται και τώρα…

Το δολάριο από την αρχή του 2021 παρουσιάζει σοβαρή ενίσχυση της αξίας του. Έναντι του ευρώ, π.χ. η ισοτιμία από 1,19 δολ. ανά ευρώ, έχει διαμορφωθεί στα 1,13.

Η τουρκική λίρα από την ισοτιμία των 7,69 λιρών ανά δολάριο πριν ένα χρόνο τις τελευταίες μέρες έχει φτάσει στις 10,27 λίρες ανά δολάριο. Πριν 5 χρόνια η ισοτιμία ήταν στις 3,65 λίρες ανά δολάριο.

Η μείωση της αγοραστικής δύναμης που υπέστησαν τα ελληνικά νοικοκυριά την περίοδο της κρίσης αποτελεί κλάσμα της καταστροφής που έχουν υποστεί στην Τουρκία.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα της Τουρκίας όμως είναι το γεγονός πως το χρέος των μεγάλων τουρκικών επιχειρήσεων είναι σε δολάρια. Τούτο σημαίνει πως η ανατίμηση του δολαρίου καθιστά ακριβότερη και άρα δυσκολότερη την αποπληρωμή βραχυπρόθεσμου χρέους που υπολογίζεται περί τα 130 δισ. δολάρια.

Το πρόβλημα που δημιουργεί η ανατίμηση του δολαρίου καθίσταται ακόμη πιο περίπλοκο αν λάβουμε υπόψη πως η Τουρκία είναι μια βιομηχανική χώρα χωρίς πρώτες ύλες που εισάγει πληρώνοντας τιμές σε δολάρια και εξάγει κυρίως, λόγω γεωγραφική θέσης, σε ευρωπαϊκές αγορές που πληρώνουν σε ευρώ.

Ο συνδυασμός της ανόδου της ισοτιμίας του δολαρίου ταυτόχρονα με τις τιμές όλων των πρώτων υλών που αποτιμώνται σε δολάρια δημιουργεί ένα θανατηφόρο μείγμα για οικονομίες με αδύναμα νομίσματα και χρέος σε “σκληρό” συνάλλαγμα.

για τη συνέχεια Capital

Σχόλιο του αναγνώστη Stirlitz

 

Η εικόνα που δίνουν τα ελληνικά ΜΜΕ για την Τουρκία ότι δήθεν παραπαίει οικονομικά και βρίσκεται στα πρόθυρα της χρεοκοπίας είναι αβάσιμη και παραπλανητική. Στην πραγματικότητα η Τουρκία είναι μία αναδυόμενη περιφερειακή οικονομική Δύναμη με παγκόσμιες φιλοδοξίες, και αν δείχνει να αντιμετωπίζει κάποια προβλήματα αυτά οφείλονται αποκλειστικά στο γεγονός ότι τα έβαλε με το Ισραήλ τη λάθος στιγμή και πληρώνει τώρα το αντίτιμο. Η Τουρκία δεν είναι χώρα υποθηκευμένη, όπως η σημερινή Ελλάδα. Έχει πενταπλάσιο ΑΕΠ από το ελληνικό, και το εξωτερικό της χρέος είναι ελάχιστα μεγαλύτερο από το δικό μας, πληροί δηλαδή με άνεση τα αυστηρά κριτήρια του Μάαστριχτ τη στιγμή που εμείς κοντεύουμε να πάρουμε τα παγκόσμια πρωτεία στο ποσοστό χρέους ως προς το ΑΕΠ. Βεβαίως η τουρκική λίρα υποχωρεί λόγω της συντονισμένης επίθεσης που δέχεται από τις αγορές, αλλά η Τουρκία έχει το δικό της εθνικό νόμισμα και έχει την ευχέρεια να ελίσσεται με πολλούς τρόπους, πράγμα που δεν έχουμε εμείς αφού βρισκόμαστε στην Ευρωζώνη. Η πτώση της λίρας άλλωστε ευνοεί και τις τουρκικές εξαγωγές, και η γειτονική μας χώρα έχει μεγάλη και βαριά βιομηχανία και αγροτική οικονομία, δεν είναι σαν κι εμάς που το 72% της οικονομίας μας περιστρέφεται γύρω από τις υπηρεσίες και τον τουρισμό.  

Η Τουρκία εξάγει προϊόντα υψηλής τεχνολογίας και έχει ακμάζουσα εγχώρια πολεμική βιομηχανία η οποία της αποφέρει 2 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως από τις εξαγωγές στρατιωτικού υλικού. Αλλά και η πρωτογενής παραγωγή της είναι σε εξαιρετικά επίπεδα. Οι Τούρκοι πολιτικοί, σε αντίθεση με τους δικούς μας υπαλλήλους ξένων συμφερόντων, δεν προέτρεψαν τους Τούρκους αγρότες να πουλήσουν στους Γερμανούς τα χωράφια τους και να εγκαταστήσουν σ’ αυτά φωτοβολταϊκά πάνελ αντί να τα καλλιεργήσουν με βαμβάκι, καπνό και δέντρα. Τα τελευταία 16 χρόνια, ενώ παράλληλα γινόταν μία ραγδαία εκβιομηχάνιση, τα έσοδα της Τουρκίας από τις εξαγωγές αγροτικών προϊόντων έχουν εξαπλασιαστεί. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Τουρκία κατέχει το μεγαλύτερο μερίδιο παγκοσμίως στις εξαγωγές προϊόντων όπως φουντούκια (67% της παγκόσμιας παραγωγής), σύκα (27%), κεράσια (26%) και βερίκοκα (23%). Επίσης, την ίδια ώρα που οι δικές μας κατασκευαστικές εταιρείες αγοράζονται από Ολλανδούς, 40 τουρκικές εταιρείες φιγουράρουν ανάμεσα στις 250 μεγαλύτερες του κόσμου, και πέντε από αυτές βρίσκονται στην πρώτη δεκάδα, καθιστώντας την Τουρκία την τρίτη ισχυρότερη χώρα στον κατασκευαστικό τομέα παγκοσμίως μετά την Κίνα και τις ΗΠΑ – κάτι που της επιτρέπει να αναλαμβάνει μεγάλα κατασκευαστικά έργα στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική και να πετυχαίνει οικονομική και στρατηγική διείσδυση στις περιοχές αυτές. 

Όλα αυτά σημαίνουν ότι η τουρκική οικονομία είναι εξωστρεφής και δυναμική και έχει την ικανότητα να δημιουργεί εισροή κεφαλαίων, ενώ η Ελλάδα εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από τα έσοδα του τουρισμού (ένας τομέας που αποδείχθηκε τρομερά ευάλωτος στις παγκόσμιες αναταράξεις) και η βιομηχανία της βρίσκεται σε μόνιμο μαρασμό. Επομένως ματαιοπονούν όσοι νομίζουν ότι η Τουρκία σύντομα θα χρεοκοπήσει ή θα αναγκαστεί να συμμαζευτεί και να περιορίσει τις γεωπολιτικές φιλοδοξίες της. Αυτή τη στιγμή η λυσσαλέα οικονομική επίθεση που δέχεται από το Ισραήλ μέσω των λεγόμενων αγορών την κρατά ως έναν βαθμό υπό έλεγχο, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι έχουμε ξεμπερδέψει μαζί της. 

Ωστόσο ο σημερινός πρωθυπουργός της Ελλάδας δεν συμμερίζεται καθόλου την άποψη ότι η Τουρκία συνιστά απειλή για τη χώρα μας, παρά την ολοφάνερη επεκτατικότητά της και τον σαφή αναθεωρητισμό που εκπέμπει με κάθε ενέργειά της. Σε συνέντευξη που έδωσε πρόσφατα στο Ριάντ στον δημοσιογράφο Τζον Ντεφτέριος στο πλαίσιο του Future Investment Initiative, ο Μητσοτάκης δήλωσε σε σχέση με τις απειλές της Τουρκίας σε βάρος της Ελλάδας: «Είμαστε ασφαλείς. Δεν νομίζω ότι υπάρχει γεωπολιτική απειλή». Συμπλήρωσε επίσης πως «ελπίζω ότι κάποια στιγμή, η Τουρκία θα συνεργαστεί εποικοδομητικά μαζί μας για να επιλύσουμε το ένα βασικό ζήτημα που εκκρεμεί, που είναι η οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών». 

Διαβάζοντας κανείς πίσω απ’ αυτές τις γραμμές αντιλαμβάνεται ότι η Ελλάδα δεν αισθάνεται να απειλείται από την Τουρκία διότι πολύ απλά δεν ενδιαφέρεται να υπερασπιστεί τα κυριαρχικά της δικαιώματα τα οποία σφετερίζεται ο ανατολικός γείτονάς της. Εφόσον οι κυβερνώντες μας δηλώνουν ευθαρσώς και δημοσίως ότι δεν ενδιαφέρονται για την εξόρυξη υδρογονανθράκων διότι είναι ειλημμένη απόφασή τους να στρέψουν τη χώρα αποκλειστικά προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, δεν υπάρχει και κανένας λόγος να αρπαχτούμε με τους Τούρκους. Αυτοί θα κάνουν τις έρευνες και τις γεωτρήσεις τους στην ελληνική υφαλοκρηπίδα και στην κυπριακή ΑΟΖ που θεωρούν δικές τους με βάση το δόγμα της «γαλάζιας πατρίδας», και εμείς θα τους καλούμε στο τραπέζι του διαλόγου για να καθορίσουμε τις θαλάσσιες ζώνες μας (δηλαδή ΚΑΙ το εύρος των χωρικών μας υδάτων). Ουσιαστικά, για τον Μητσοτάκη δεν υπάρχει απολύτως κανένα πρόβλημα με την Τουρκία αφού δεν έχουμε να χωρίσουμε τίποτα. Ποτέ άλλοτε στα ελληνικά πολιτικά χρονικά η εθνική μειοδοσία δεν ενδύθηκε με περισσότερο ωμό κυνισμό, και ποτέ άλλοτε η γεωπολιτική ασχετοσύνη δεν υπήρξε περισσότερο επικίνδυνη για τα εθνικά μας συμφέροντα.

 

Stirlitz

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις46 λεπτά πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις1 ώρα πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα2 ώρες πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Δημοφιλή