Διεθνή
«Καίει» νοικοκυριά και… Ερντογάν η κατάρρευση της τουρκικής λίρας
Η κατάρρευση της τουρκικής λίρας δημιουργεί μια εκρηκτική κατάσταση- οικονομικά και πολιτικά- στη γειτονική Τουρκία και απειλεί την πολιτική επβίωση του Ερντογάν
Η κατάρρευση της λίρας απειλεί να διαβρώσει την εξουσία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, αφού εκτινάσσει στα ύψη το κόστος της ζωής για τους πολίτες και πολλαπλασιάζει τα βάρη για τις επιχειρήσεις που δανείζονται σε δολάριο. Ο αυτοποκαλόυμενος «εχθρός των επιτοκίων» Τούρκος πρόεδρος επιμένει στα Erdoganomics, γεγονός που προκαλεί όχι μόνο ανησυχία σε ειδκούς και αγορές, αλλά και ολοένα και μεγαλύτερη δυσφορία της κοινής γνώμης.
«Η τελευταία αναταραχή θα ωθήσει τους αναποφάσιστους ψηφοφόρους που είναι αναστατωμένοι από τις οικονομικές προοπτικές στις τάξεις της αντιπολίτευσης», δήλωσε στο Bloomberg ο Can Selcuki της Turkiye Raporu. «Οι πιθανότητες το κυβερνών κόμμα να υπολείπεται του ποσοστού υποστήριξης 30% έχουν αυξηθεί», πρόσθεσε.
Η επιμονή στην πιστωτική ανάπτυξη πριν από τις εκλογές λειτούργησε για τον Ερντογάν στο παρελθόν. Αλλά ο συσσωρευμένος αντίκτυπος αυτής της πολιτικής, οι αυξανόμενες εισοδηματικές ανισότητες και η ζημιά που προκάλεσε ο Covid, σημαίνει ότι το πιθανό κοινωνικό κόστος είναι πολύ μεγαλύτερο αυτή τη φορά.
Ο πρόεδρος της Τουρκίας υπερασπίστηκε εκ νέου χθες τα χαμηλά επιτόκια, κηρύσσοντας παράλληλα ένα «οικονομικό πόλεμο ανεξαρτησίας», γεγονός που οδήγησε τη λίρα σε ιλιγγιώδη πτώση, με την ισοτιμία κοντά στις 13,45 λίρες έναντι του δολαρίου. Σήμερα οι απώλειες «μαζεύουν» ελαφρώς με την ισοτιμία στο 12,6224. Οι αναλυτές περιμένουν πλέον να δουν πόσο ακόμη είναι διατεθειμένος ο Ερντογάν να επιτρέψει στο νόμισμα να πέσει.
Ο Ερντογάν, πιστός στην ανορθόδοξη πολιτική του, επέμεινε ότι θα συνεχίσει στον δρόμο των χαμηλών επιτοκίων σε μια προσπάθεια τόνωσης της ανάπτυξης και των επενδύσεων.
Στο μεταξύ, οι προβλέψεις για την τουρκική οικονομία «βλέπουν» αύξηση του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος κατά 9% φέτος. Πρόκειται για έναν από τους ταχύτερους ρυθμούς ανάπτυξης στον κόσμο. Όμως η αστάθεια της λίρας, η οποία χθες υποχώρησε κατά περίπου 15%, θα μπορούσε να περιορίσει σοβαρά τη μελλοντική ανάπτυξη της οικονομίας, όπως προειδοποιούν οι αναλυτές.Η προσέγγιση του Ερντογάν, υποστηρίζουν, εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για την υγεία του χρηματοπιστωτικού συστήματος της χώρας και την ευρύτερη οικονομία, πέρα από τη γενική δυσαρέσκεια που ήδη βλέπουμε να εκδηλώνεται.
Έτσι οι αναλυτές των Financial Times εντοπίζουν τέσσερα βασικά σημεία πίεσης:
Θα στραφούν περισσότεροι Τούρκοι στις αποταμιεύσεις σε δολάρια;
Οι τουρκικές τράπεζες επιτρέπουν στους πελάτες τους να διατηρούν καταθέσεις σε ξένα νομίσματα καθώς και σε λίρες. Τα τελευταία χρόνια, οι Τούρκοι επιλέγουν όλο και περισσότερο να διατηρούν τα χρήματά τους σε δολάρια και ευρώ, καθώς ο υψηλός πληθωρισμός και τα χαμηλά επιτόκια έχουν μειώσει τις αποδόσεις των αποταμιεύσεων σε λίρες.
Έτσι, οι καταθέσεις σε ξένο νόμισμα αποτελούν πλέον το 55% του συνόλου των καταθέσεων στον τραπεζικό τομέα της χώρας (πρόκειται για περίπου 260 δισ. δολάρια) συγκριτικά με το 49% που ήταν το 2018.
Οι αναλυτές ανησυχούν ότι οι αποταμιεύσεις σε δολάρια θα μπορούσαν να αυξηθούν περαιτέρω, ασκώντας μεγαλύτερη πίεση στη λίρα και δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο.
Ο απόλυτος φόβος τους είναι ότι οι Τούρκοι θα χάσουν την εμπιστοσύνη τους στο σύστημα και θα επιδιώξουν να βγάλουν τα μετρητά από τους τραπεζικούς λογαριασμούς. Δεν είναι αβάσιμη η ανησυχία, καθώς κάτι ανάλογο συνέβη σε μικρή κλίμακα κατά τη διάρκεια της τελευταίας νομισματικής κρίσης το καλοκαίρι του 2018 και σε πλήρη κλίμακα το 2001.
Αν συμβεί κάτι τέτοιο, η κυβέρνηση θα μπορούσε να επιβάλει capital controls, αν και στο παρελθόν έχει επιμείνει ότι δεν θα το έκανε.
Πόσο θα ανέβουν οι τιμές;
Το ζήτημα της αύξησης των τιμών βρίσκεται ήδη στην κορυφή της πολιτικής ατζέντας στην Τουρκία. Ο ετήσιος πληθωρισμός διαμορφώθηκε σχεδόν στο 20% τον Οκτώβριο, ενώ οι πληθωριστικές πιέσεις στις τιμές των τροφίμων, που ήταν πάνω από 27% ετησίως τον ίδιο μήνα, έχει πλήξει ιδιαίτερα τα νοικοκυριά με χαμηλό εισόδημα.
Η εξάρτηση της Τουρκίας από εισαγόμενα αγαθά (κυρίως ενέργεια και πρώτες ύλες), σημαίνει ότι η κατάρρευση του νομίσματος μεταφράζεται γρήγορα σε υψηλότερες τιμές. Ο Jason Tuvey της Capital Economics, προβλέπει ότι ο πληθωρισμός «είναι πλέον πιθανό να αυξηθεί στο 25 με 30% τους επόμενους ή δύο μήνες».
Με τον υψηλό πληθωρισμό και το πλήγμα στην εμπιστοσύνη των καταναλωτών, υπάρχει ο κίνδυνος να αποδυναμωθεί περαιτέρω η λίρα και να ανακοπεί η ανάπτυξη της οικονομίας. Θα μπορούσε επίσης να υπονομευθεί περαιτέρω η δημόσια υποστήριξη προς τον Ερντογάν. Η αντιπολίτευση, η οποία κέρδισε τον έλεγχο των δύο μεγαλύτερων πόλεων της χώρας στις δημοτικές εκλογές μετά την κρίση του 2018, θέλει πρόωρες εκλογές για να μπορέσει να αξιοποιήσει την αυξανόμενη ανησυχία για την οικονομία.
Τα αποθέματα σε καθαρό συνάλλαγμα της κεντρικής τράπεζας εξαντλούνται, πράγμα που σημαίνει ότι είναι περιορισμένη η ικανότητά της να παρέμβει για την υπεράσπιση του νομίσματος.
Σε αντίστοιχες περιστάσεις στο παρελθόν, η Τουρκία ανακοίνωσε τελικά έκτακτες αυξήσεις των επιτοκίων που σταμάτησαν την «αιμοραγία» της λίρας, φράζοντας παράλληλα την ανοδική τάση του πληθωρισμού. Όμως, δεδομένου του δάκτυλου του Ερντογάν στην κεντρική τράπεζα και της επιμονής του για περισσότερες μειώσεις επιτοκίων, ορισμένοι αναλυτές διερωτώνται αν αυτή τη φορά είναι διαφορετική.
Οι τράπεζες θα αναζητήσουν πρόσβαση σε ξένη χρηματοδότηση;
Οι τράπεζες στην Τουρκία εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τον εξωτερικό δανεισμό για να χρηματοδοτήσουν τα δάνειά τους στο εσωτερικό.
Παρόλο που η ξένη χρηματοδότηση παρέμεινε ανθεκτική ακόμα και σε προηγούμενα επεισόδια ακραίου συναλλαγματικού στρες, όπως το 2018, μια ξαφνική αλλαγή στο κλίμα μεταξύ των ξένων δανειστών θα μπορούσε να θέσει υπό πίεση το χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Οι τράπεζες «έχουν σημαντικά αποθέματα ρευστότητας σε ξένο συνάλλαγμα για να καλύψουν ένα σύντομο κλείσιμο της αγοράς περίπου ενός έτους», είπε ο Huseyin Sevinc του οίκου αξιολόγησης Fitch. Προειδοποίησε όμως ότι «ένα παρατεταμένο κλείσιμο της αγοράς θα μπορούσε να εγκυμονεί σημαντικούς κινδύνους».
Μπορεί η Άγκυρα να πληρώσει τα χρέη της;
Κατά τη διάρκεια της νομισματικής κρίσης του 2018, όταν η λίρα έπεσε έως και 18,5% μέσα σε μια μέρα μετά από μια διαμάχη με τις ΗΠΑ που πυροδότησε ευρύτερες ανησυχίες των επενδυτών για την οικονομία, μία από τις μεγαλύτερες ανησυχίες ήταν η ικανότητα του υπερχρεωμένου εταιρικού τομέα της χώρας να αποπληρώσει δάνεια σε δολάρια και ευρώ.
Τρία χρόνια μετά, οι εταιρείες βρίσκονται σε καλύτερη κατάσταση, έχοντας μειώσει τη συνολική χρηματοοικονομική μόχλευση του εξωτερικού χρέους τους κατά 74 δισ. δολάρια, σύμφωνα με την Barclays.
Αντίθετα, μέρος αυτού του εξωτερικού χρέους έχει μεταφερθεί στον δημόσιο τομέα αφού το υπουργείο Οικονομικών άρχισε να εκδίδει χρεόγραφα σε ξένο νόμισμα υπό την εποπτεία του πρώην υπουργού Οικονομικών Μπεράτ Αλμπαϊράκ.
Παράλληλα, καθώς το νόμισμα διολισθαίνει, γίνεται πιο ακριβό για το υπουργείο Οικονομικών να εξυπηρετήσει το χρέος του.
Η συνολική αναλογία χρέους προς ΑΕΠ εξακολουθεί να είναι χαμηλή σε σύγκριση με άλλες αναδυόμενες αγορές, περίπου στο 40% του ΑΕΠ. Ωστόσο, οι αναλυτές λένε ότι το αυξανόμενο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους θα μπορούσε να περιορίσει τον δημοσιονομικό χώρο της κυβέρνησης σε μια περίοδο που σχεδιάζει να αυξήσει τις παροχές καθώς πλησιάζουν οι εκλογές.
Επιμέλεια: Βαρδαλαχάκη Ιωάννα
Ναυτεμπορική
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

