Διεθνή
Αναζωπύρωση του εθνικισμού στα Βαλκάνια με… χορηγό την Τουρκία
Δεν είναι καθόλου τυχαίο το ότι τα Βαλκάνια έχουν χαρακτηριστεί ως η πυριτιδαποθήκη της Ευρώπης
Γράφει η Κρινιώ Καλογερίδου
Το ότι η Βαλκανική (η γειτονιά των μικρών και αδύναμων χωρών της, συγκεκριμένα) ”μυρίζει μπαρούτι” διαχρονικά είναι μια παλιά ιστορία που σέρνει πίσω της δύο Βαλκανικούς και έναν Παγκόσμιο Πόλεμο.
Στην νεότερη όμως εκδοχή της άρχισε να μας προϊδεάζει για την επανάληψη της ιστορίας στην Χερσόνησο του Αίμου από την Άνοιξη του ’18, όταν βρίσκονταν σε εξέλιξη διάφορα γεγονότα τα οποία είχαν αναγκάσει τις ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ και την ΕΕ να ενισχύσουν την επεμβατική παρουσία τους εκεί έναντι της Ρωσίας και της Κίνας.
Τα γεγονότα τα πυροδότησαν οι εκρηκτικές καταστάσεις που πήγαζαν από εθνοτικές διαφορές, όπως η προετοιμασία επίθεσης των Κοσοβάρων κατά των Σέρβων, τα νήματα της οποίας κινούσαν οι αλβανικές αρχές στην Πρίστινα με τη συνέργεια συμμάχων τους οι οποίοι στήριζαν τις μεγαλοϊδεατικές βλέψεις τους στο ΝΑΤΟ.
Τα νήματα αποσταθεροποίησης όμως στα μικρά κράτη της Βαλκανικής τα κινούσε και η Τουρκία η οποία, με το πρόσχημα οικονομικού προστατευτισμού, άρχισε να εκδηλώνει την ίδια περίοδο τους αναθεωρητικούς σχεδιασμούς της.
Βαθιά, διαρκής, μεθοδευμένη και μεθοδική ήταν η διείσδυσή της στις αδύναμες χώρες, στα όρια μιας ισχύος που είχε χαρακτηριστεί ”ήπια” περιφερειακή και είχε σκοπό τη διεύρυνση της επιρροής της στα Βαλκάνια (με πρόσχημα την πολιτική, οικονομική και στρατιωτική συνεργασία) και την αύξηση των συμμάχων και φίλων της στο πλαίσιο του σχηματισμού μουσουλμανικού τόξου.
Ενός τόξου που σχεδιάστηκε για να αποτελεί εφαλτήριο προς πολλαπλασιασμό των τζαμιών και των σχολείων, απ’ όπου οι απόφοιτοι μουσουλμάνοι μειονοτικοί θα προωθούνται για σπουδές στα τουρκικά πανεπιστήμια προς δόξα της ηγέτιδας δύναμης του μουσουλμανικού κόσμου Τουρκίας.
Το κακό για μας στην Ελλάδα (πέρα απ’ την τουρκική στρατηγική εργαλειοποίησης των τουρκόφρονων εθνικιστών της Θράκης από τους προπαγανδιστές επιρροής του Τουρκικού Προξενείου Κομοτηνής) , είναι ότι το μουσουλμανικό τόξο στα Βαλκάνια κινείται συνεργατικά με το ”Μακεδονικό”, ο σκοπός του οποίου είναι αλυτρωτικός.
Όπερ σημαίνει ότι τροχοδρομεί στις ράγες… απελευθέρωσης των ”σκλαβωμένων αδελφών” στην Ελλάδα, στη θεωρία δηλαδή του μακεδονισμού που πατάει στη λογική του Στάλιν και του Τίτο και ανοίγει διάδρομο (μετά την είσοδο των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ και προσεχώς στην ΕΕ ως ”Βόρεια Μακεδονία”) για έξοδο στο Αιγαίο, κάτι εξόχως διευκολυντικό για τον τουρκικό επεκτατισμό…
Με την προοπτική αυτού του τελευταίου, άλλωστε, η Άγκυρα έκλεισε πριν από λίγους μήνες πενταετή στρατιωτική συμφωνία με τα Σκόπια. Συμφωνία που προβλέπει ότι η Τουρκία θα δίνει κάθε χρόνο κονδύλια για τον εκσυγχρονισμό των Ενόπλων Δυνάμεων των Σκοπίων.
Αν τώρα στα παραπάνω δυσοίωνα για τη χώρα μας προσθέσουμε το θέμα των κλιμακούμενων μεταναστευτικών/προσφυγικών ροών σε Αιγαίο και Θράκη και τον βραχνά διεκδίκησης απ’ τους τουρκόφρονες μουσουλμάνους μειονοτικούς της τελευταίας την αναγνώριση ”τουρκικής” μειονότητας στην Ελλάδα (με παρότρυνση και υποδαύλιση της Άγκυρας), τότε θα αντιληφθούμε τη σημασία των κινήσεων της Τουρκίας στα Βαλκάνια επί ηγεσίας κυρίως του Ταγίπ Ερντογάν.
Θα αντιληφθούμε γιατί (στην αρχή του τρέχοντος χρόνου) έφτασε αυτή να ενισχύει οικονομικά (από κοινού με το Κατάρ) βαλκανικές χώρες με σκοπό τη διείσδυση του πολιτικού Ισλάμ, τη διείσδυση των Αδελφών Μουσουλμάνων στην αποκοιμισμένη (λόγω γραφειοκρατίας;) ΕΕ και να προωθεί την τουρκική διπλωματία σε ρόλο εκπροσώπου των μουσουλμάνων των Βαλκανίων.
Θα καταλάβουμε γιατί η ”μακρά χειρ” της Άγκυρας στα Βαλκάνια (που ανοίγει διάδρομο για τα τουρκικά προϊόντα στην Ευρώπη) άρχισε ήδη να κάνει το θαύμα της στέλνοντας τα χαμπέρια της στην Αλβανία, το Κόσοβο, τη Βόρεια Μακεδονία και, πολύ πιθανόν, τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, όπου οι μουσουλμάνοι κάτοικοί τους ζητούν την προστασία της.
Κι αυτή η ”ψήφος εμπιστοσύνης” στον εκπρόσωπο της Τουρκίας Ταγίπ Ερντογάν είναι βούτυρο στο ψωμί του, αφού ανταποκρίνεται στην επιθυμία του να παρουσιάζεται στο εκλογικό του ακροατήριο (ενόψει των εκλογών του ’23) ως προστάτης των απανταχού μουσουλμάνων.
Με άλλα λόγια όλοι χορεύουν στον ρυθμό της Τουρκίας. Και, δυστυχώς, αυτοί που χορεύουν δεν είναι μόνο οι μουσουλμάνοι των Βαλκανίων, αλλά και οι Ευρωπαίοι (λόγω μεταναστευτικού και ιδιοτελών συμφερόντων) και το ΝΑΤΟ του Γενς Στόλτεμπεργκ, ο οποίος δεν χάνει ευκαιρία να πλέξει το εγκώμιο της Τουρκίας και να προσαρμόσει τον βηματισμό του Διεθνούς Οργανισμού στον δικό της.
Τον Ταγίπ Ερντογάν τον φοβούνται πλέον πολλοί, αλλά τον χειροκροτούν λίγοι. Τον χειροκροτούν εκείνοι που ψάχνουν αφορμές για αποσταθεροποίηση της Βαλκανικής, με σκοπό να πετύχουν την αναθεώρηση των συνόρων κάποιων χωρών της επωφελούμενοι των εθνοτικών διαφορών οι οποίες προκάλεσαν τον διαμελισμό της Γιουγκοσλαβίας.
Τον χειροκροτούν όσοι εκτρέφουν τον ακραίο ισλαμισμό στις χώρες τους, αλλά και οι εθνικιστές Αλβανοί που ονειρεύονται τον σχηματισμό της Μεγάλης Αλβανίας (κατάργηση των συνόρων τους με το Κόσοβο, ενσωμάτωση – δια της ομοσπονδοποίησης – των Σκοπίων και ικανοποίηση των αιτημάτων των Τσάμηδων οι οποίοι διεκδικούν εδαφικές και υλικές αποζημιώσεις από την Ελλάδα).
Τον χειροκροτούν, έστω επιτηδευμένα, οι προστατευόμενοι της Ρωσίας Ορθόδοξοι Σέρβοι (που αναβάθμισαν τη σχέση τους με την Τουρκία) και οι Σερβοβόσνιοι του Μίλοραντ Ντόνικ ο οποίος, επισκεπτόμενος την Τουρκία, απέσπασε υποσχέσεις για στρατιωτική βοήθεια απ’ τον Τούρκο Πρόεδρο για να αντιμετωπίσει τους Βόσνιους μουσουλμάνους του Μπακίρ Ιζετμπέκοβιτς, που ζήτησε και εκείνος με τη σειρά του τουρκική βοήθεια για να αντιμετωπίσει τους Σερβοβόσνιους…
Φευ!.. Την ώρα που στην Ελλάδα αφήνουμε αναξιοποίητη την ΕΑΒ, αφού την εγκαταλείψαμε προηγουμένως για χρόνια στα χέρια τυχοδιωκτών πλαστογράφων (βλ. ανακάλυψη από Σώμα Ελεγκτών το ’13 για μεγαλοστέλεχός της το οποίο είχε καταθέσει πλαστούς τίτλους σπουδών απ’ το Πανεπιστήμιο Κολούμπια με κόστος για το κράτος 466.752,44 ευρώ την περίοδο 2004-’13), ο Ταγίπ Ερντογάν πουλάει όπλα και μοιράζει υποσχέσεις βοήθειας σαν ηγέτης υπερδύναμης παλιάς κοπής.
Διεισδύει με σχέδιο και στρατηγική βάθους μέσω Ισλάμ στα Βαλκάνια αυτοπαρουσιαζόμενος ως προστάτης των μουσουλμάνων (συμπεριλαμβανομένων εκείνων της Θράκης που τους αποκαλεί ”Τούρκους”), ενώ έκλεισε προ μηνών πενταετή συμφωνία με τα Σκόπια, έγινε εταίρος της Σερβίας, έχει ναυτική βάση στην Αλβανία και βάση εκτόξευσης τουρκικής προπαγάνδας στην Θράκη.
Στην ελληνική Θράκη όπου όλοι δουλεύουν για την τουρκοποίησή της. Από τους ”Γκρίζους Λύκους” της μουσουλμανικής μειονότητας ως το ”τουρκικό” (κατά δήλωσή του) κόμμα DEB (ΚΙΕΦ ελληνιστί, Κόμμα Ισότητας, Ειρήνης και Φιλίας, υποψήφιο στις προσεχείς εκλογές).
Κι απ’ το υπονομευτικό για τα εθνικά μας συμφέροντα Τουρκικό Προξενείο Κομοτηνής έως τον Έλληνα εκλεκτό της ”κυβέρνησης των αρίστων” Ιωάννη Κτιστάκη (εκπρόσωπο της χώρας μας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Στρασβούργου).
Αναφέρομαι στον ”πεφωτισμένο” καθηγητή Νομικής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης όχι τυχαία, γιατί ο ίδιος – ξεχνώντας ότι η αριστεία του έχει νόημα όταν εξυπηρετεί τα συμφέροντα της πατρίδας – στράφηκε κατά της τελεσίδικης απόφασης του Αρείου Πάγου (ο οποίος δεν έκανε δεκτό το αίτημα μειονοτικών συλλόγων για χρήση του όρου ”τουρκικός/ή” αντί ”μουσουλμανικός”) υποστηρίζοντας σε διαδικτυακό πάνελ τη θέση των τουρκόφρονων Ξάνθης, κάτι που ισοδυναμεί με έμμεση αναγνώριση ”τουρκικής” μειονότητας στην Ελλάδα.
Για να επανέλθω όμως στο θέμα των κεντροδυτικών Βαλκανίων με αφορμή την αναζωπύρωση των αλυτρωτικών οραμάτων εθνικιστών στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, το Κόσοβο, τη Σερβία και την Βόρεια Μακεδονία, όπως διαφαίνεται στον ορίζοντα θα γίνει πραγματικότητα το όνειρο του Τούρκου Προέδρου για δημιουργία ισλαμικού τόξου που θα απλώνει τα δίχτυα του από την Αλβανία μέχρι την Βορειοανατολική ακριτική Περιφέρεια της χώρας μας.
Θα γίνει πραγματικότητα το τόξο των ”μουσουλμάνων αδελφών της Βαλκανικής” (εισοδισμός [παρείσφρηση] των σουνιτών Αδελφών Μουσουλμάνων σ’ αυτήν), οι οποίοι – με βάση τα γεωπολιτικά σχέδια του Ερντογάν – είχαν επιστρατευτεί απ’ το ’19 για την εκπαίδευση των Ενόπλων Δυνάμεων της Αλβανίας και των Σκοπίων…
Και επειδή η τακτική του Ταγίπ ”μια στο καρφί και μια στο πέταλο” έχει αποδειχθεί αλάνθαστη στο πρόσφατο παρελθόν (από την μια συνομιλητής με την Ελλάδα στους κύκλους των ΜΟΕ και τους γύρους των διερευνητικών κι από την άλλη ”γκριζάρισμα” των νησιών της και navtex ή anti-navtex διεκδίκησης των κεκτημένων της στο Αιγαίο), ο Τούρκος ”σουλτάνος” δηλώνει φιλειρηνιστής και… Ευρωπαϊστής την ίδια στιγμή που επιχειρεί παραβίαση των συνόρων μας με τον μεταναστευτικό του στρατό και στηρίζει τον αλυτρωτισμό των Τσάμηδων για ”κατοχή Αλβανικών εδαφών από την… ”γενοκτόνο” Ελλάδα”…
Τα δεδομένα αυτά σκιαγραφούν ανεπιφύλακτα την αναζωπύρωση του εθνικισμού στα Βαλκάνια με… χορηγό την Τουρκία. Έτσι διαμορφώνεται μια κατάσταση εκρηκτική (που θα επιβαρυνθεί περαιτέρω με την αναμενόμενη επικράτηση του εθνικιστικού VMRO, όπου όλοι είναι εναντίον όλων.
Στην Μιτρόβιτσα (την αυτόνομη βόρεια επαρχία του Κοσσυφοπεδίου) οι συγκρούσεις των Σέρβων με την αστυνομία είναι καθημερινές. Στη γειτονιά τους ο Ράμα ονειρεύεται την Μεγάλη Αλβανία με ενσωμάτωση του Κοσσυφοπεδίου και των περιοχών της Βαλκανικής όπου κατοικούν αλβανόφωνοι (Μαυροβούνιο, Νότια Σερβία, Βόρεια Μακεδονία).
Οι Σέρβοι της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, πάλι, ζητούν την προσάρτησή τους με τη Σερβία. Το ίδιο επιθυμούν και οι Σέρβοι της Κράινα στην Κροατία, ενώ οι Βούλγαροι – ανατολικά – αρνούνται πεισματικά να αναγνωρίσουν τα Σκόπια ως ”Βόρεια Μακεδονία” ελπίζοντας στην αποσταθεροποίησή τους.
Συνελόντι ειπείν, όλα δείχνουν ότι η πυριτιδαποθήκη της Ευρώπης είναι έτοιμη να εκραγεί με αίτημα την αποκατάσταση αδικιών σε βάρος των μειονοτικών πληθυσμών οι οποίοι προέκυψαν απ’ τον διαμελισμό της Γιουγκοσλαβίας στις αρχές της δεκαετίας του ’90.
Κι αυτό πρέπει να σημάνει συναγερμό στα υπουργεία Εξωτερικών και Άμυνας, γιατί προοιωνίζεται καταστάσεις αλλαγής συνόρων δια της αναθεώρησης Συνθηκών. Το πάντρεμα του Εθνικισμού με τον μεγαλοϊδεατισμό είναι επικίνδυνος συνδυασμός ο οποίος πρέπει να αποδοκιμαστεί με υπεύθυνες κυβερνητικές παρεμβάσεις.
Η Ελλάδα ως σταθεροποιητική δύναμη των Βαλκανίων, όπως επαίρεται ο Νίκος Δένδιας, επωμίζεται μεγάλη ευθύνη και ίσως κληθεί να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά στα σύνορά της την τελευταία στιγμή, χωρίς τη στήριξη της Ευρώπης που είναι απούσα και πάλι.
Απούσα εν μέσω θυελλωδών ανέμων στα Βαλκάνια και με την Τουρκία να καιροφυλακτεί προκειμένου να προωθήσει τα σχέδιά της για ”συνεκμετάλλευση” του Αιγαίου και αναγνώριση ”τουρκικής” μειονότητας στη Θράκη, ώστε να ανοίξει ο δρόμος αργότερα για την αυτονομία και ανεξαρτησία της…
Κρινιώ Καλογερίδου
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

