Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Τουρκία: O εμφύλιος επιχειρηματιών και το δίλημμα αντιπολίτευσης

Δημοσιεύτηκε στις

Ο Ερντογάν στηρίζεται στο Κοράνι για να σταθροποιήσει τη λίρα και την οικονομία – Προβλήματα στους επιχειρηματίες υποστηρικτές του

Του Δρα Νίκου Μούδουρου   

«Όσο βρίσκομαι σε αυτό το αξίωμα, θα συνεχίσω μέχρι τέλους τον αγώνα μου ενάντια στα επιτόκια και τον πληθωρισμό. Σε αυτό το θέμα ο λόγος του Θεού είναι ξεκάθαρος. Εφόσον είναι ξεκάθαρος τότε τι συμβαίνει με όλους αυτούς που υποστηρίζουν ψηλά επιτόκια;». Αυτά, μεταξύ πολλών άλλων σημαντικών, ανέφερε ο Ερντογάν στην κοινοβουλευτική ομάδα του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) στις 17 Νοεμβρίου 2021. Την επόμενη μέρα, η Κεντρική Τράπεζα της Τουρκίας αποφάσισε να συνεχίσει τη μείωση των επιτοκίων από το 16% στο 15%, ενώ η αξία της τουρκικής λίρας έναντι του δολαρίου και του ευρώ βρέθηκε σε νέο αρνητικό ρεκόρ εικοσαετίας.   

Η πιο πάνω προαναφερθείσα εξέλιξη φυσικά δεν αποτελεί πρωτοτυπία στα δεδομένα των εξελίξεων στη χώρα. Τα τελευταία χρόνια εκείνο που συζητείται ίσως περισσότερο σε σχέση με την οικονομία στην Τουρκία είναι η επιμονή του Προέδρου στην πολιτική χαμηλών επιτοκίων. Ο ίδιος και η ηγεσία του κυβερνώντος κόμματος επαναλαμβάνουν με έμφαση ότι τα προβλήματα της οικονομίας θα επιλυθούν εφόσον προηγουμένως γίνει αντιληπτό ότι «τα επιτόκια είναι η αιτία και ο πληθωρισμός το αποτέλεσμα». Οι άμεσες επιπτώσεις από τη βούληση για διατήρηση χαμηλών επιτοκίων εκφράζεται στη δραματική υποτίμηση της αξίας της τουρκικής λίρας έναντι ξένων νομισμάτων, ενώ συνοδεύεται από αύξηση του πληθωρισμού. Ένας συνδυασμός που συνθλίβει τα εισοδήματα και την αγοραστική δύναμη των μισθωτών εργαζομένων. 

Αυτή η πολιτική θεωρείται από πολλούς ως το αποτέλεσμα ανορθολογισμού του Ερντογάν. Σύμφωνα με αυτή την ερμηνεία, η συνεχής εργαλειοποίηση της ισλαμικής αντίθεσης προς τον τόκο και την τοκογλυφία, είναι έκφραση της ιδεολογικής αγκύλωσης του Προέδρου της χώρας. Από άλλους κύκλους στην Τουρκία, η επιμονή σε χαμηλά επιτόκια εξηγείται ως ανικανότητα του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης και η λύση του προβλήματος εντοπίζεται στην κυβερνητική αλλαγή. Μια τρίτη προσέγγιση εξηγεί τη γενικότερη οικονομική αποσταθεροποίηση που προκαλεί η συναλλαγματική κρίση ως συνέπεια του προεδρικού συστήματος, της υπερσυγκέντρωσης των εκτελεστικών εξουσιών στον Πρόεδρο και την έλλειψη μηχανισμών ελέγχου και ισορροπιών στο πολιτικό σύστημα. Οι συγκεκριμένες ερμηνείες φυσικά δεν μπορούν να αποκλειστούν εντελώς από την εξήγηση της αποσταθεροποίησης της οικονομίας, μιας αποσταθεροποίησης που στο μεταξύ προκαλεί τη φθορά της κυβέρνησης. Ωστόσο από μόνη της ούτε η ιδεολογία του Ερντογάν, ούτε η ανικανότητα κρατικών αξιωματούχων, ούτε και η υπερσυγκέντρωση των εξουσιών μπορούν να οδηγήσουν στη σφαιρική κατανόηση της σημερινής διάταξης κοινωνικών δυνάμεων στο τουρκικό πολιτικό σύστημα. Με λίγα λόγια, ο λεγόμενος ανορθολογισμός του Ερντογάν (αν υπάρχει) δεν μπορεί να εξηγήσει την πολιτική δέσμευση σε χαμηλά επιτόκια, η οποία ούτως ή άλλως εντείνεται ήδη από το 2013.

Αντίθετα, οι κοινωνικές ισορροπίες και αντιπαραθέσεις δείχνουν ότι οι πολιτικές που επιδιώκει να εφαρμόσει ο Ερντογάν, έστω και αν οδηγούν σε νέα αδιέξοδα, διαθέτουν ένα μεγάλο βαθμό ορθολογισμού. Ένας ορθολογισμός που απορρέει κυρίως από τα κοινωνικά συμφέροντα που θέλει να εξυπηρετήσει ο ίδιος και το μπλοκ εξουσίας που εκπροσωπεί. Ένας ορθολογισμός που προκύπτει και περιορίζεται στην ανάγκη επιβίωσης της εξουσίας. Όπως και σε άλλες χώρες, έτσι και στην Τουρκία το ζήτημα της σχέσης των επιτοκίων και του νομίσματος αποτελεί ζήτημα αντιφάσεων και αντιπαραθέσεων γιατί διαφορετικές κοινωνικές τάξεις έχουν διαφορετικές επιπτώσεις, κέρδη και ζημιές, από τις αποφάσεις σε αυτό το επίπεδο. Το ίδιο συμβαίνει και με μια σειρά από άλλα θέματα όπως ο βαθμός ανεξαρτησίας της Κεντρικής Τράπεζας και άλλων ρυθμιστικών αρχών. Η υποτίμηση του τοπικού νομίσματος ή αντίθετα η προσπάθεια να κρατηθεί ψηλά η αξία του, είναι ανάμεσα στα βασικά στοιχεία της πολιτικής βιομηχανικής ανάπτυξης που επιδιώκει να ακολουθήσει ένα κράτος. Εντός αυτού του πλαισίου λοιπόν και λαμβάνοντας υπόψη τα κεντρικά χαρακτηριστικά των οικονομικών προσανατολισμών της μακροχρόνιας διακυβέρνησης ΑΚΡ μπορούμε πιο εύκολα να διακρίνουμε τις αλλαγές, αλλά και μερικούς από τους σημερινούς στόχους της πολιτικής Ερντογάν.

>>Το παρελθόν και το παρόν της δομικής κρίσης στην Τουρκία

Ιδιαίτερα την περίοδο μετά το 2013, η Τουρκία αντιμετωπίζει τα συμπτώματα μιας παρατεταμένης συγκυρίας δομικής κρίσης. Δηλαδή μιας συγκυρίας που εμφανίζεται στον συνδυασμό της κρίσης του μοντέλου μεγέθυνσης της οικονομίας με την κρίση στο κράτος. Σε οικονομικό επίπεδο, η περίοδος μετά το 2013 χαρακτηρίζεται από τη σταθερή μείωση της εισροής ξένου κεφαλαίου, από την ένταση του φαινομένου φυγής ξένων επενδύσεων, αλλά και από τις πιέσεις κάποιων επιχειρηματικών κύκλων για αύξηση των επιτοκίων. Δηλαδή αυτή η περίοδος συμπεριλαμβάνει την αμφισβήτηση σχεδόν όλων εκείνων των οικονομικών πλεονεκτημάτων που είχε στη διάθεσή της η κυβέρνηση της Τουρκίας για να ενοποιήσει, έστω προσωρινά, όλα τα διαφορετικά συμφέροντα των επιχειρηματικών κύκλων της χώρας.  

Σχεδόν σε ολόκληρη την περίοδο από το 2002 μέχρι και το 2013, το ΑΚΡ ακολουθούσε πολιτικές που ταυτίζονταν πλήρως με τη διεύρυνση της παγκόσμιας ρευστότητας και την επικράτηση σχετικά χαμηλών επιτοκίων. Η Τουρκία, όπως και άλλες αναπτυσσόμενες χώρες, υιοθέτησαν το συγκεκριμένο μοντέλο συσσώρευσης, ως αποτέλεσμα των υψηλών επιπέδων δολαριοποίησης, των μεγάλων ελλειμμάτων τρεχουσών συναλλαγών, της εξάρτησης της εγχώριας παραγωγής από εισαγωγές πρώτων υλών (και άλλων προϊόντων), αλλά και της εξάρτησης της οικονομικής μεγέθυνσης από τη ροή ξένων κεφαλαίων. Με αυτά τα δεδομένα, το ΑΚΡ αρχικά εφάρμοσε πιστά το πρόγραμμα του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας. Προχώρησε σε σοβαρές μεταρρυθμίσεις στον δημόσιο τομέα, ενίσχυσε τις ευέλικτες μορφές εργασίας και πέτυχε να αποδιοργανώσει σε μεγάλο βαθμό τα οργανωμένα τμήματα των μισθωτών εργαζομένων. 

Στη βάση των αριθμών είναι ξεκάθαρο ότι το ΑΚΡ κατάφερε να υλοποιήσει το πρόγραμμα των δομικών αλλαγών της πρώτης περιόδου της διακυβέρνησής του. Η Τουρκία βελτίωσε τις σχέσεις της με τις ΗΠΑ και την ΕΕ, ενώ το σημαντικότερο ήταν ότι εκμεταλλεύθηκε στο έπακρο την επικρατούσα παγκόσμια ρευστότητα και τις φθηνές πιστώσεις. Η κυβέρνηση του ΑΚΡ ξεκαθάρισε από την αρχή ότι ήθελε να ενισχύσει τη θέση της Τουρκίας ως μιας από τις κυριότερες επενδυτικές χώρες για το ξένο κεφάλαιο. Τουλάχιστον μέχρι και το 2017, η χώρα εισέπραξε 193 δισ. δολάρια μέσω ξένων επενδύσεων, κυρίως στον χρηματοπιστωτικό τομέα, στην ενέργεια και σε κάποιες βιομηχανίες. Μεταξύ των ετών 2004 και 2013 η κυβέρνηση ΑΚΡ προχώρησε σε ιδιωτικοποιήσεις αξίας πάνω από 35 δισ. δολάρια και η Τουρκία μπήκε στη λίστα των «κορυφαίων 10 στις ιδιωτικοποιήσεις» του ΟΑΣΕ. Μέχρι και το 2017, ο αριθμός των εταιρειών που λειτουργούν με ξένο κεφάλαιο στην Τουρκία ήταν 58.400, ένας αριθμός που καταγράφει αύξηση 942% σε σύγκριση με το 2002. 

Ωστόσο, το συγκεκριμένο μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης άρχισε να αντιμετωπίζει αδιέξοδα από το 2013 και μετά εξαιτίας της μείωσης της ρευστότητας από τη Δύση και της πολιτικής αύξησης των επιτοκίων. Αυτές οι αλλαγές που υποστηρίχτηκαν άμεσα από την Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ, συνέβαλαν στην εμβάθυνση των αντιφάσεων εντός Τουρκίας. Σε πολιτικό επίπεδο η κρίση εκφράστηκε με τη σταδιακή μείωση της επιρροής της εξουσίας Ερντογάν και τη φθορά της κοινωνικής της στήριξης. Εξαιτίας αυτών των δυναμικών από τότε μέχρι σήμερα, η κυβέρνηση αντιμετωπίζει ισχυρές δυσκολίες στην εξισορρόπηση των διαφορετικών συμφερόντων μερών του επιχειρηματικού κόσμου. Γίνεται περισσότερο ευαίσθητη στις διεκδικήσεις συγκεκριμένων επιχειρηματικών κύκλων και ιδιαίτερα απορριπτική ενάντια στις διεκδικήσεις άλλων επιχειρηματικών κύκλων. Με λίγα λόγια, από ένα σημείο και μετά η κυβέρνηση αδυνατεί να ενοποιήσει τα συμφέροντα ολόκληρης της επιχειρηματικής τάξης της χώρας. Αδυνατεί να εμφανιστεί ως ηγεμονική δύναμη και να αναπαράξει το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνικής στήριξης που είχε στο πρόσφατο παρελθόν.

>>Υποστηριχτές και αντίπαλοι στην αρένα των επιτοκίων

Η επιμονή του Ερντογάν σε χαμηλά επιτόκια, μπορεί να κατανοηθεί και ως μια βάση του «εμφύλιου πολέμου» που διεξάγεται μεταξύ των διαφορετικών μερίδων του επιχειρηματικού κόσμου στην Τουρκία. Στο σημερινό στάδιο η γενική στρατηγική της κυβέρνησης βασίζεται στην εξής υπόθεση: σταθεροποίηση της αξίας της τουρκικής λίρας σε ανεκτά χαμηλά επίπεδα, αύξηση των εξαγωγών και βελτίωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών με τη μείωση του ελλείμματος. Υπολογίζεται ότι με αυτό τον τρόπο σταδιακά θα μειωθεί και ο πληθωρισμός, ενώ την ίδια στιγμή οι μισθοί των εργαζομένων θα σταθεροποιηθούν σε «ανεχτά» χαμηλά επίπεδα. 

Η προαναφερθείσα εκτίμηση αποτελεί και την ξεκάθαρη πλέον επιλογή του Ερντογάν να στηρίξει συγκεκριμένους επιχειρηματικούς κύκλους. Τμήματα της επιχειρηματικής ελίτ όπως εξαγωγείς, επιχειρηματίες του τουρισμού, επιχειρηματίες κατασκευαστικού τομέα, μικρομεσαίες επιχειρήσεις με παραγωγή προς την εσωτερική αγορά οι οποίες και δανείζονται περισσότερο σε τουρκική λίρα, το λεγόμενο ισλαμικό κεφάλαιο, καθώς και κάποια τμήματα των μικροκαταστηματαρχών, στηρίζουν την πολιτική της κυβέρνησης. Προτιμούν τη σταθεροποίηση της υποτίμησης του νομίσματος σε συνδυασμό με χαμηλά επιτόκια. Υπολογίζουν ότι με αυτό τον τρόπο θα ευνοηθούν από την επιλεκτική παραχώρηση δανείων. Παράλληλα, αυτοί είναι και μερικοί από τους επιχειρηματικούς κύκλους που στηρίζουν μια ιδιότυπη πολιτική υποκατάστασης εισαγωγών, η οποία όμως δεν εμπνέεται από την παλαιότερη σχεδιασμένη βιομηχανική ανάπτυξη του καπιταλισμού στην Τουρκία. Βασίζεται περισσότερο στο λεγόμενο «ανταγωνιστικό νόμισμα», το οποίο υποτίθεται ότι ευνοεί τις εξαγωγές και μειώνει τις εισαγωγές. Πρόκειται συνεπώς για ένα ανομοιογενές επιχειρηματικό σύνολο μέσα στο οποίο υπάρχει κεφάλαιο μεγάλης κλίμακας, αλλά και μικρομεσαίο. Όμως, αυτό το σύνολο διαφοροποιείται στο παρόν στάδιο από τον ισχυρότερο επιχειρηματικό σύνδεσμο της χώρας, τον TÜSİAD.

Ο TÜSİAD αντίθετα εκπροσωπεί εκείνους του ομίλους επιχειρήσεων που έχουν ευκολότερη πρόσβαση σε δανειοδότηση από το εξωτερικό και σε ξένο νόμισμα. Οι μεγάλες επιχειρήσεις σε περιόδους υψηλών επιτοκίων στην Τουρκία έχουν την ικανότητα και την πρόσβαση σε δάνεια από τις διεθνείς αγορές σε δολάριο. Για παράδειγμα, όταν το 2018 τα επιτόκια στην Τουρκία έφτασαν το 20-25%, αυτό το τμήμα του κεφαλαίου μπορούσε να δανείζεται από το εξωτερικό με επιτόκια 5-10% σε δολάρια. Το συγκεκριμένο τμήμα του επιχειρηματικού κόσμου συνεχίζει να υποστηρίζει την αναγκαιότητα επιστροφής στην πολιτική που επικρατούσε την περίοδο 2001-2013. Βασίζεται στην αντίληψη για συγκράτηση και μείωση του πληθωρισμού μέσα από την αύξηση των επιτοκίων, η οποία με τη σειρά της θα προκαλέσει την αύξηση του ξένου κεφαλαίου και συνεπώς την άνοδο της αξίας της τουρκικής λίρας. Με αυτό τον τρόπο υπολογίζεται επίσης ότι οι εισαγωγές θα είναι φθηνότερες και θα ενισχυθεί η εσωτερική κατανάλωση. Το αποτέλεσμα όμως αυτής της πολιτικής μέχρι και το 2013, ήταν η δραματική επιδείνωση του εμπορικού ισοζυγίου, η εξάρτηση από τις εισαγωγές, η σταθεροποίηση της ανεργίας σε πολύ ψηλά ποσοστά και η περαιτέρω οπισθοχώρηση της βιομηχανίας. 

Είναι γεγονός ότι από την περίοδο έναρξης της πανδημίας και μετά, η Κυβέρνηση αδυνατεί να εφαρμόσει την πολιτική της σχεδόν σε όλα τα καίρια ζητήματα της οικονομίας. Χαρακτηρίζεται περισσότερο από σπασμωδικές κινήσεις αναστολής μιας γενικευμένης κρίσης παρά σε πολιτικές ξεπεράσματός της. Ενώπιον αυτού του δεδομένου ο σχεδιασμός του μπλοκ της αντιπολίτευσης αποκτά μεγαλύτερη σημασία. Το Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα και το Καλό Κόμμα φαίνεται να επιλέγουν ως μια πρώτη κοινή πλατφόρμα τις βασικές διεκδικήσεις του TÜSİAD. Πιθανή επισημοποίηση αυτής της επιλογής θα ξεκαθαρίσει ταυτόχρονα ότι το δίλημμα της κοινωνίας θα περιοριστεί ανάμεσα σε ένα πρόγραμμα αυστηρής λιτότητας που εφαρμόστηκε ήδη στις αρχές του 21ου αιώνα και σε ένα αναποτελεσματικό πρόγραμμα κρισιακών αδιεξόδων όπως αυτό που επικρατεί στη σημερινή συγκυρία. Σε μια τέτοια περίπτωση αναπαράγεται και η λεπτή ισορροπία των εκλογικών ποσοστών που καταγράφουν οι δημοσκοπήσεις, το κύριο χαρακτηριστικό των οποίων είναι η διεύρυνση των αναποφάσιστων. Επομένως, εκείνο που αναμένεται να εντατικοποιήσει τη δυναμική αλλαγής της κυβέρνησης στις επόμενες εκλογές, όποτε και αν αυτές γίνουν, θα είναι η ικανότητα ή όχι της αντιπολίτευσης να επεξεργαστεί ένα εντελώς διαφορετικό πρόγραμμα οικονομικής ανάπτυξης που να μην εγκλωβίζεται στα κυρίαρχα παραδείγματα της τελευταίας εικοσαετίας. Η απάντηση σε αυτό το δίλημμα δεν μπορεί παρά να δοθεί από τα κόμματα της αντιπολίτευσης, ακριβώς γιατί ίσως το πιο ξεκάθαρο δεδομένο της σημερινής κατάστασης στην Τουρκία είναι η πρωτόγνωρη αδυναμία του Ερντογάν να παράξει πολιτικές.  

*Λέκτορας, Τμήμα Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών Πανεπιστήμιο Κύπρου 

Φιλελεύθερος

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις47 λεπτά πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις1 ώρα πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα2 ώρες πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Δημοφιλή