Διεθνή
ΥΦΥΠΕΞ Ρωσίας Γκρουσκό: «Η συνεργασία Ελλάδας – Ρωσίας είναι παντός καιρού»
Ο υφυπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας μιλάει αποκλειστικά στο «Βήμα» λίγο πριν από τη συνάντηση Μητσοτάκη – Πούτιν στο Σότσι
Σημειώνει ότι «η Τουρκία δεν είναι εύκολος συνομιλητής», ενώ τονίζει ότι εν απουσία συμφωνιών θαλάσσιας οριοθέτησης, η λύση στην Ανατολική Μεσόγειο πρέπει να αναζητείται με ειρηνικά μέσα και βάσει του Διεθνούς Δικαίου
Αθανασόπουλος Άγγελος Αλ.
Η Ελλάδα είναι ένας από τους σημαντικούς εταίρους της Ρωσίας στην Ευρώπη» και η συνεργασία τους «δεν εξαρτάται από τις συγκυριακές διακυμάνσεις, είναι «παντός καιρού»» ξεκαθαρίζει στην αποκλειστική συνέντευξη που παραχώρησε στο «Βήμα» λίγες ημέρες πριν από τη συνάντηση του έλληνα πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν στις 8 Δεκεμβρίου στο Σότσι ο Αλεξάντρ Γκρουσκό.
Ο υφυπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας, στέλεχος με τεράστια εμπειρία και ανήκων στην αφρόκρεμα της ρωσικής διπλωματίας, τονίζει επίσης ότι οι σχέσεις της Μόσχας με την Αγκυρα βασίζονται «στον πραγματισμό και στην κατανόηση». Αναγνωρίζει όμως ότι «η Τουρκία δεν είναι εύκολος συνομιλητής». Σχετικά με τις ελληνοτουρκικές διαφορές, ο ρώσος υφυπουργός τονίζει ότι «εν απουσία συμφωνιών περί οριοθέτησης των θαλάσσιων χώρων, η αναζήτηση της λύσης πρέπει να γίνεται με ειρηνικά μέσα» και οι επιλογές είναι γνωστές: «Από διαπραγματεύσεις έως αμοιβαίως σύμφωνη προσφυγή στα διεθνή δικαστήρια». Τέλος, ο κ. Γκρουσκό ομιλεί για εκφυλισμό των σχέσεων ΕΕ – Ρωσίας, αλλά και για επιδείνωση των σχέσεων Μόσχας – ΝΑΤΟ με «αποκλειστική ευθύνη» της Συμμαχίας, ενώ για το ενδεχόμενο συνεννόησης των δύο πλευρών λέει χαρακτηριστικά: «Οταν ωριμάσει επιτέλους, ξέρει πού θα μας βρει».
Οι ελληνορωσικές σχέσεις πέρασαν αρκετά σκαμπανεβάσματα τα τελευταία τρία χρόνια, μετά και την απέλαση των ρώσων διπλωματών το 2018. Πώς βλέπετε σήμερα το επίπεδό τους; Υπάρχει βελτίωση και σε ποιους τομείς εν όψει της επίσκεψης του έλληνα πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη;
«Η Ελλάδα είναι ένας από τους σημαντικούς εταίρους της Ρωσίας στην Ευρώπη. Οι σχέσεις μας αναπτύσσονται ανοδικά, ακόμα και σε συνθήκες πανδημίας. Εντατικό χαρακτήρα έχει ο πολιτικός διάλογος. Τον περασμένο Μάρτιο, ο πρωθυπουργός της Ρωσικής Ομοσπονδίας Μιχαήλ Μισούστιν παραβρέθηκε στην Αθήνα στους εορτασμούς της 200ής επετείου της έναρξης της Ελληνικής Επανάστασης και είχε συνομιλίες με τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη. Τον περασμένο Οκτώβριο, πραγματοποίησε επίσκεψη εργασίας στην ελληνική πρωτεύουσα η πρόεδρος της Γερουσίας Βαλεντίνα Ματβιένκο, η οποία συμμετείχε στην Ευρωπαϊκή Διάσκεψη των Προέδρων των Κοινοβουλίων υπό την αιγίδα της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης. Τον περασμένο Μάιο στο Σότσι πραγματοποιήθηκε η τέταρτη μέσα σε δύο χρόνια συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ και Νίκου Δένδια. Τώρα, περιμένουμε στη Ρωσία για διεξοδικές συνομιλίες με τη ρωσική ηγεσία τον πρωθυπουργό Μητσοτάκη. Μετά την πτώση λόγω διασποράς της COVID-19, παρατηρείται η ανάκαμψη του διμερούς εμπορίου, των τουριστικών ροών και της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Η Ρωσία είναι αξιόπιστος προμηθευτής των ενεργειακών πόρων, πρωτίστως φυσικού αερίου, για τους έλληνες καταναλωτές. Δεδομένης της διόλου εύκολης κατάστασης στην αγορά το 2021, οι εξαγωγές φυσικού αερίου της Ρωσίας στην Ελλάδα αυξήθηκαν κατά 16%. Εφέτος εορτάζονται τα 200 χρόνια από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης. Η χώρα μας συνέβαλε καθοριστικά στην επιτυχία της. Η σημασία αυτής της κοινής εορτής τονίζεται από τη διεξαγωγή του διμερούς Ετους Ιστορίας υπό την αιγίδα του προέδρου της Ρωσικής Ομοσπονδίας και του έλληνα πρωθυπουργού. Οι ρωσοελληνικές σχέσεις έχουν σταθερή μακραίωνη παράδοση, βασισμένη στην ιστορική μνήμη, στην πνευματική εγγύτητα και στην αμοιβαία συμπάθεια των λαών μας. Η διακρατική συνεργασία δεν εξαρτάται από τις συγκυριακές διακυμάνσεις, είναι «παντός καιρού», δεδομένου ότι υπάρχει αμοιβαίο ενδιαφέρον για την ανάπτυξη της πολύπλευρης εποικοδομητικής εταιρικής σχέσης».
Από το 2016 και μετά έχετε αναπτύξει μια, αν όχι στρατηγική, τουλάχιστον λειτουργική σχέση με την Τουρκία σε πολλά μέτωπα. Παράλληλα, η Τουρκία χαρακτηρίζεται από πολλούς εταίρους της απρόβλεπτος και επιθετικός εταίρος. Απειλεί επίσης σχεδόν καθημερινά την Ελλάδα και την Κύπρο. Ποιο είναι τελικά το όφελος της Μόσχας από τη συνεργασία της με την Αγκυρα;
«Οι σχέσεις με την Τουρκία, παλαιό εταίρο της Ρωσίας, είναι παραδοσιακές, σημαντικές και περιεκτικές. Η δυναμική του ρωσοτουρκικού διαλόγου καθιστά δυνατή την επίτευξη ορισμένων αποτελεσμάτων στη λύση παγκόσμιων και περιφερειακών ζητημάτων. Με την Αγκυρα μας συνδέουν μεγάλα κοινά έργα στον οικονομικό τομέα και στην ενέργεια, συνεργασίες στον στρατιωτικό-τεχνικό τομέα. Οι σχέσεις μας εξαρχής βασίζονταν στον πραγματισμό και στην κατανόηση πως η συνεργασία ανάμεσα στις δύο χώρες πρέπει να επιφέρει αμοιβαίο όφελος. Είμαστε πεπεισμένοι ότι μια τέτοια εταιρική σχέση δεν συμβάλλει μόνο στην καλή γειτονία της Ρωσίας και της Τουρκίας, αλλά και στην ενίσχυση της ασφάλειας και της σταθερότητας στην περιοχή. Την ίδια στιγμή, η Τουρκία δεν είναι εύκολος συνομιλητής. Σε μια σειρά ζητημάτων οι θέσεις μας διαφέρουν ριζικά, κάτι που δεν μας εμποδίζει όμως να αναζητούμε πιθανά σημεία επαφής και αμοιβαία αποδεκτές λύσεις, χρησιμοποιώντας τους δοκιμασμένους διαπραγματευτικούς μηχανισμούς. Λαμβάνοντας υπόψη αυτό, σκοπεύουμε να συνεχίσουμε τις προσπάθειες με στόχο την εμβάθυνση αλληλοκατανόησης με τους τούρκους συναδέλφους, συμπεριλαμβανομένων των ζητημάτων της περιφερειακής και της διεθνούς ατζέντας».
Γνωρίζετε την πολύχρονη ελληνοτουρκική αντιπαράθεση στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Ρωσία ομιλεί περί της ανάγκης σεβασμού των προβλέψεων του Δικαίου της Θάλασσας, αλλά σε σχέση με Ελλάδα και Κύπρο η Τουρκία επιδιώκει να επιβάλει το δίκαιο του ισχυρού. Αναγνωρίζει η Μόσχα το δικαίωμα της Ελλάδας να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα χωρίς casus belli; Στο δε Κυπριακό, όπου η Τουρκία επιδιώκει την αλλαγή των παραμέτρων του ΟΗΕ, ποια είναι η θέση της Μόσχας;
«Η Ρωσία έχει εκφράσει επανειλημμένα τις θέσεις της σχετικά με την κατάσταση στην Ανατολική Μεσόγειο. Σχετικές δηλώσεις, λ.χ., έγιναν στη συνέντευξη Τύπου μετά τις συνομιλίες των υπουργών Εξωτερικών Ρωσίας και Ελλάδας στις 26 Οκτωβρίου 2020. Σε όλα τα δυνητικά αμφιλεγόμενα ζητήματα στις διεθνείς σχέσεις, η χώρα μας πάντα καλεί σε καθοδήγηση από τους εφαρμοστέους κανόνες Διεθνούς Δικαίου. Εν τω μεταξύ, εν απουσία συμφωνιών περί οριοθέτησης των θαλάσσιων χώρων, η αναζήτηση της λύσης πρέπει να γίνεται με ειρηνικά μέσα, το φάσμα των οποίων είναι αρκετά ευρύ και αγκαλιάζει μια σειρά γνωστών επιλογών – από διαπραγματεύσεις έως αμοιβαίως σύμφωνη προσφυγή στα διεθνή δικαστήρια. Ενίοτε, η εξεύρεση μιας συμβιβαστικής λύσης γι’ αυτά τα θέματα είναι δύσκολη και μακρόχρονη διαδικασία. Αλλος τρόπος όμως δεν υπάρχει – ούτε στη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982 ούτε στο εθιμικό Διεθνές Δίκαιο. Στην τήρηση του Διεθνούς Δικαίου βασίζεται η θέση μας υπέρ της καθολικής, βιώσιμης και δίκαιης λύσης στο Κυπριακό. Στηρίζουμε τις προσπάθειες του ΓΓ του ΟΗΕ στο πλαίσιο της αποστολής «καλών υπηρεσιών» για την επανεκκίνηση του διακοινοτικού διαλόγου με στόχο την επανένωση της νήσου. Η διευθέτηση πρέπει να ανταποκρίνεται στις καταχωρισμένες στα Ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ παραμέτρους, που προβλέπουν τη δημιουργία στην Κύπρο μιας Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας με ενιαία διεθνή νομική προσωπικότητα, ενιαία κυριαρχία και ενιαία ιθαγένεια. Απαιτείται δε η συμμετοχή των πέντε μονίμων μελών του ΣΑ του ΟΗΕ στη συζήτηση επί των εξωτερικών πτυχών του Κυπριακού και η αντικατάσταση του ισχύοντος συστήματος εγγυήσεων ασφάλειας με εγγυήσεις του ΟΗΕ».
«Η Ευρωπαϊκή Ενωση πρέπει να πάψει να επεμβαίνει στις εσωτερικές υποθέσεις μας»
Διατελέσατε επί πολλά χρόνια μόνιμος αντιπρόσωπος της Ρωσίας στο ΝΑΤΟ. Πρόσφατα οκτώ ρώσοι διπλωμάτες απελάθηκαν από την έδρα της Συμμαχίας και ακολούθως η κυβέρνησή σας έκλεισε το γραφείο του ΝΑΤΟ στη Μόσχα. Επίσης, οι ευρωρωσικές σχέσεις διάγουν πολύ κακή περίοδο. Πόσο άσχημη είναι η κατάσταση στις ρωσονατοϊκές και ευρωρωσικές σχέσεις;
«Ο εκφυλισμός των σχέσεων Ρωσίας – ΕΕ έχει γίνει χρόνιος. Με τις προσπάθειες της ΕΕ και κάποιων μη φιλικών προς εμάς χωρών-μελών, οι σχέσεις με τη Ρωσία βρέθηκαν στο “Τρίγωνο των Βερμούδων”, στο νέο “ψυχροπολεμικό τρίπτυχο” push back – constrain – engage. Τον Ιούνιο του 2021 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο κατόπιν “στρατηγικής συζήτησης” με θέμα τη Ρωσία επιβεβαίωσε τις αντιπαραθετικές θέσεις που πήρε η ΕΕ πέντε χρόνια πριν, που συνδέουν τη βελτίωση των σχέσεων με τη διευθέτηση της ενδοουκρανικής σύγκρουσης. Αυτή η κοντόφθαλμη σύνδεση παροτρύνει το Κίεβο σε άμεσο σαμποτάζ των Συμφωνιών του Μινσκ. Το Κίεβο δεν κρύβει ότι τις χρειάζεται μόνο και μόνο για να διατηρούνται οι κυρώσεις της ΕΕ εναντίον της Ρωσίας. Ταυτόχρονα δεν υπάρχει σαφής απάντηση στην ερώτηση τι ακριβώς πρέπει να κάνει η Ρωσία βάσει αυτών των Συμφωνιών. Λίγοι έχουν διαβάσει αυτά τα έγγραφα. Υπάρχουν αρκετές αιτίες για αυτή τη θλιβερή κατάσταση. Είναι επίσης η ανετοιμότητα της ΕΕ και κάποιων μη φιλικών προς εμάς χωρών για μια ισότιμη, με αμοιβαίο σεβασμό, συνεργασία. Για συντονισμό, όχι επιβολή των συμφερόντων τους. Είναι η αγνόηση των θεμελιωδών αρχών του Διεθνούς Δικαίου, που υποκαθίστανται από “παγκόσμια τάξη, βασισμένη στους δικούς τους κανόνες” εις βάρος του Χάρτη του ΟΗΕ και του Δεκαλόγου του ΟΑΣΕ, της αρχής του αδιαιρέτου της ασφάλειας (να μην ενισχύεται η ασφάλεια ενός εις βάρος της ασφάλειας άλλων). Ιδεολογικός δογματισμός και ελλιπής γνώση της ρωσικής πραγματικότητας και των διαδικασιών στον μετασοβιετικό χώρο. Η περιφρόνηση εκ μέρους της ΕΕ των νόμιμων δικαιωμάτων και συμφερόντων των ρώσων και ρωσόφωνων κατοίκων στις χώρες της ΕΕ (πρωτίστως στη Λετονία και στην Εσθονία, όπου υφίστανται διακρίσεις ως “μη πολίτες”). Και στη γειτονική Ουκρανία, όπου η πολιτική διαχωρισμού και μαχητικού εθνικισμού δεν βοηθάει στην υπερνίκηση του εσωτερικού εμφύλιου διχασμού, εμποδίζει την κοινωνία να ζει αρμονικά και ειρηνικά. Αυτή η κατάσταση δεν συμβάλλει στην ασφάλεια και στην άνοδο της ευημερίας της ευρωπαϊκής ηπείρου, στην ενδυνάμωση του ρόλου της στην παγκόσμια σκηνή. Για να βελτιωθεί η κατάσταση, πρέπει να προωθούμε από κοινού την ενωτική ατζέντα. Είναι η Ρωσία και η ΕΕ που έχουν την ευθύνη για τη σταθερότητα στην Ευρώπη. Από το 2014 η Ρωσία προώθησε περίπου 30 πρωτοβουλίες για συνεργασία με την ΕΕ, όμως οι περισσότερες από αυτές δεν είχαν την πρέπουσα εξέλιξη. Ακόμα και η “επιλεκτική συνεργασία”, που κηρύχθηκε από την ΕΕ ως μια από τις βασικές αρχές σε σχέση με τη Ρωσία, δεν έχει ουσιαστικό πρακτικό περιεχόμενο. Είναι σημαντικό να επιδείξει η ΕΕ συνέπεια στην τήρηση των κοινώς αποδεκτών αρχών Διεθνούς Δικαίου. Να αναγνωρίσει όχι στα λόγια αλλά στην πράξη την ποικιλομορφία του κόσμου μας, να αποφεύγει δύο μέτρα και δύο σταθμά στην εκτίμηση των πανομοιότυπων γεγονότων σε διαφορετικές χώρες. Να πάψει να επεμβαίνει στις εσωτερικές υποθέσεις της Ρωσίας και άλλων κυρίαρχων κρατών».
Τι πρέπει να γίνει για να βελτιωθεί η κατάσταση; Από πού θα μπορούσε να ξεκινήσει μια τέτοια διαδικασία; Είναι ο τρέχων διάλογος ΗΠΑ – Ρωσίας μια καλή αρχή;
«Κάνετε σωστούς παραλληλισμούς με τη συνάντηση κορυφής Ρωσίας – ΗΠΑ στη Γενεύη στις 16 Ιουνίου 2021. Στηρίζουμε την προσέγγιση της Γερμανίας και της Γαλλίας, οι οποίες την παραμονή της Συνόδου Κορυφής της ΕΕ τον Ιούνιο πρότειναν να γίνει μια ανάλογη σύνοδος κορυφής Ρωσίας – ΕΕ. Περίεργο, κάποιες χώρες της ΕΕ τάχθηκαν κατά αυτής της πρωτοβουλίας, μην τυχόν και φανεί ως υποχώρηση μπροστά στη Μόσχα. Το θέμα βέβαια δεν είναι μια Σύνοδος Κορυφής ως αυτοσκοπός. Αλλά από μόνη της η προσέγγιση αυτών των χωρών δεν είναι προνοητική. Μόνο με διάλογο μπορούν να ξεπεραστούν οι διαφωνίες. Είναι μονόδρομος, η γεωγραφία δεν αλλάζει. Η Ρωσία και οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες παραμένουν γείτονες, οι οποίες αντικειμενικά πρέπει να βρουν κοινή γλώσσα. Είμαστε ανοιχτοί σε αυτό. Οσον αφορά τις σχέσεις με το ΝΑΤΟ, σήμερα με αποκλειστική ευθύνη της Συμμαχίας βρίσκονται στο ναδίρ της δεκαετίας. Η Ρωσία δεν το επιδίωκε ποτέ. Η Ουάσιγκτον και οι σύμμαχοί της ακολουθούν μια συγκρουσιακή αντιρωσική πορεία, ενισχύοντας τη στρατιωτική τους παρουσία κοντά στα σύνορά μας. Τα πλοία των χωρών του ΝΑΤΟ διεξάγουν τακτικά ασκήσεις στα ύδατα της Βαλτικής και της Μαύρης Θάλασσας. Κάθε βδομάδα καταγράφουμε πάνω από 50 αναγνωριστικά και μη επανδρωμένα αεροσκάφη που πετούν κατά μήκος των ρωσικών συνόρων. Η κατάσταση δεν επιδεινώθηκε χθες. Η Ρωσία και το ΝΑΤΟ είχαν πολλές ευκαιρίες να φτιάξουν από κοινού μια σταθερή αρχιτεκτονική ασφάλειας στην Ευρώπη. Αλλά η Συμμαχία έχασε αυτές τις ευκαιρίες. Οι δυτικές χώρες αρνήθηκαν να επικυρώσουν τη Συμφωνία για την Προσαρμογή της Συνθήκης CFE, που προέβλεπε την εξισορροπημένη κατανομή των δυνάμεων στην ήπειρο, αγνόησαν το Προσχέδιο της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ασφάλεια και άλλες ρωσικές ειρηνικές πρωτοβουλίες. Αντί αυτού, το ΝΑΤΟ συνέχισε να σύρει στην τροχιά του όλο και περισσότερες χώρες, χωρίς να υπολογίζει τα νόμιμα συμφέροντά μας, να αναπτύσσει στο έδαφός τους πολεμική υποδομή, να διεξάγει μεγάλης κλίμακας ασκήσεις. Οι διαφωνίες μεταξύ μας υπήρχαν πάντα, αλλά, τουλάχιστον, πριν μπορούσαμε και τις συζητούσαμε. Υστερα όμως από τη μονομερή απόφαση του ΝΑΤΟ το 2014 να σταματήσει όλες τις επαφές μαζί μας στο πολιτικό ή στρατιωτικό επίπεδο, η Συμμαχία συνέχισε μεθοδικά να κόβει τους εναπομείναντες διαύλους επικοινωνίας. Στην ουσία “έθαψε” το Συμβούλιο Ρωσίας – ΝΑΤΟ. Εβαζε εμπόδια στην ομαλή δουλειά των διπλωματών μας. Τρεις φορές έχει μειώσει τον αριθμό της διπλωματικής αποστολής μας στις Βρυξέλλες: το 2015, το 2018 και τον Οκτώβριο του 2021. Αβάσιμα και αναπόδεικτα κατηγόρησε τους υπαλλήλους της ρωσικής αποστολής στο ΝΑΤΟ για “κατασκοπεία”. Ολα τα παραπάνω δείχνουν ξεκάθαρα ότι η Συμμαχία δεν ενδιαφέρεται για εποικοδομητική συζήτηση για τα ζωτικά θέματα ασφάλειας στην Ευρώπη και τις προτάσεις μας σχετικά με τη μείωση της στρατιωτικοπολιτικής έντασης. Στόχος της είναι να συγκρατεί τη Ρωσία σε όλες τις κατευθύνσεις. Τι πρέπει να κάνουμε για να διορθώσουμε την κατάσταση; Πρώτον, η Συμμαχία πρέπει να εγκαταλείψει τη συγκρουσιακή πορεία στις σχέσεις με τη Ρωσία υπέρ της αποκατάστασης του εμπιστευτικού διαλόγου μεταξύ μας. Μόνο μετά από αυτό θα μπορέσουμε να λύνουμε τα προβλήματα και να απαντάμε αποτελεσματικά στις προκλήσεις και στις απειλές κατά της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας ασφάλειας. Ελπίζω ότι η διαδικασία επανεξέτασης των θέσεων σχετικά με τη Ρωσία από την πλευρά του ΝΑΤΟ θα ξεκινήσει. Οταν ωριμάσει επιτέλους, ξέρει πού θα μας βρει».
ΤΟ ΒΗΜΑ
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

