Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ο Ελληνισμός της Β. Ηπείρου κατά τη διάρκεια του κομμουνιστικού καθεστώτος

Δημοσιεύτηκε στις

Η πολιτική της κομμουνιστικής Αλβανίας στόχευε στον απόλυτο έλεγχο των ελληνόφωνων περιοχών της Β. Ηπείρου

Του Σταύρου Ντάγιου, δρ. Ιστορίας ΑΠΘ [Άρδην τ. 114]

Η ελληνική εθνική μειονότητα, όπως εξακολουθεί να αναγνωρίζεται από το επίσημο αλβανικό κράτος σήμερα, είναι η μεγαλύτερη πληθυσμιακά και γεωγραφικά και η πιο αναπτυγμένη εθνική μειοψηφία στην Αλβανία, η οποία αποτελεί το 1,1%-4,9% του συνόλου του αλβανικού πληθυσμού.

Ο ελληνικός πληθυσμός ζει στις νότιες περιοχές της Αλβανίας, στις περιφέρειες Αργυρόκαστρου, Αγίων Σαράντα, Δέλβινου και Πρεμετής, οι οποίες ανήκαν γεωγραφικά και ιστορικά στη βόρεια περιοχή της Ηπείρου, δηλαδή στη Βόρειο Ήπειρο. Οι περιοχές αυτές συγκροτούν την αποκαλούμενη «μειονοτική ζώνη», η οποία ορίστηκε αυθαίρετα τον Νοέμβριο του 1921 διά της αποφάσεως της Πρεσβευτικής Συνδιάσκεψης των Παρισίων, σύμφωνα με την οποία η ελληνόφωνη περιοχή της Βορείου Ηπείρου κατακυρωνόταν οριστικά στην Αλβανία. Από τις εδαφικές αξιώσεις της Ελλάδας εκείνη την εποχή, εξαιρέθηκαν οι περιοχές της Κορυτσάς, της Κολόνιε και του Λεσκοβικίου, όπου παραδοσιακά υπήρξε συμπαγές ελληνόφωνο στοιχείο και όλος ο βλαχόφωνος ελληνισμός της Αλβανίας, που διαβιούσε εγκατεσπαρμένος σε όλη τη νότια ενδοχώρα. Λίγες μέρες νωρίτερα, στις 2 Οκτωβρίου 1921, η Κοινωνία των Εθνών (ΚτΕ) ενέκρινε αλβανική δήλωση περί μειονοτήτων, η οποία αντικατέστησε τις διατάξεις του Πρωτοκόλλου της Κέρκυρας (1913). Το αλβανικό κράτος, σύμφωνα με τη δήλωση του Αλβανού αντιπροσώπου από τη Δυτική Θράκη, Φαν Νόλη, στην ΚτΕ, αναγνώριζε και επίσημα τους βορειοηπειρωτικούς πληθυσμούς ως γλωσσική μειονότητα και τους εξασφάλιζε την παιδεία στην εθνική τους γλώσσα. Στις αρχές Φεβρουαρίου του 1922, το αλβανικό κοινοβούλιο επικύρωσε τη δεσμευτική δήλωση του Φαν Νόλη, η οποία συνοψιζόταν ως εξής: Πλήρης ισότητα στα πολιτικά, αστικά και κοινωνικά δικαιώματα, χωρίς φυλετικές και γλωσσικές διακρίσεις, παροχή εκπαιδευτικών δικαιωμάτων, θρησκευτική ελευθερία, περιλαμβανομένων και των ελευθεριών αλλαξοπιστίας. Η πολιτική αυτή του αλβανικού κράτους απέναντι στην ελληνική μειονότητα δεν έχει μεταβληθεί μέχρι σήμερα, μετά από περίπου έναν αιώνα: αναγνωρίζεται στην πράξη μόνον ως γλωσσική μειοψηφία.

Αμέσως μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι εθνικές μειονότητες αποτέλεσαν παντού πολιτικούς στόχους των κεντρικών εξουσιών. Αυτό οδηγούσε σε θηριωδίες εξίσου ειδεχθείς με εκείνες που είχαν διαπραχθεί από τους ναζί κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Η επιβολή της έννομης τάξης σε όλες τις ανατολικές χώρες επιτελέστηκε με τρόπο εγκληματικό και αντιδημοκρατικό. Οι συνθήκες ειρήνης μεταξύ των ηττημένων και των Ηνωμένων Εθνών σχεδόν αγνόησαν τα εθνικά δικαιώματα των μειονοτήτων, ενώ ο Χάρτης του Ατλαντικού του ΟΗΕ αποτελούσε εμφανή ύφεση σε σχέση με την ΚτΕ. Οι αναδυόμενες κομμουνιστικές χώρες, παρότι πρέσβευαν το δόγμα του προλεταριακού διεθνισμού, το πνεύμα της αυτοδιάθεσης-αδελφοποίησης των λαών και τον σεβασμό της εθνικής ταυτότητας, στην πραγματικότητα εφάρμοσαν πολιτικές αποεθνικοποίησης, ως και εξόντωσης, των εθνικών μειονοτήτων, κατά το σταλινικό πρότυπο.

Παρότι δεν το δήλωναν δημοσίως, η πολιτική τους υπέκρυπτε την παραπλανητική βεβαιότητα ότι η παρουσία άλλων εθνοτικών ομάδων, οι οποίες πίστευαν στην αρχή της αυτοδιάθεσης, συντελούσε στην υπονόμευση της εθνικής κυριαρχίας και δημιουργούσε κεντρόφυγες τάσεις, επιβουλή, απειλή και αμφισβήτηση. Για τον λόγο αυτό, οι μειονότητες δεν ήταν καθόλου αρεστές. Το ίδιο ίσχυε και για την Αλβανία.

Ο κοινός αγώνας του βορειοηπειρωτικού πληθυσμού με τον αλβανικό λαό στο πλευρό των συμμάχων, σε αντίθεση με τους μουσουλμάνους Τσάμηδες της Θεσπρωτίας, που είχαν προάγει ως εθνικό τους συμφέρον την επιλογή του δωσιλογισμού, του παρείχε το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης, το οποίο είχε κατακλύσει όλη την Ευρώπη. Την άνοιξη του 1945, οι αλβανικές αρχές επισήμαναν ότι, σε ενδεχόμενο δημοψήφισμα στις ελληνόφωνες περιοχές, σε αντιδιαστολή με τα συμφέροντά τους, οι Έλληνες μειονοτικοί θα τάσσονταν υπέρ της ένωσης με την Ελλάδα. Ακόμα, το 1947, όταν στην ελληνόφωνη περιοχή μετέβη η διερευνητική επιτροπή για την εξονύχιση των μεθοριακών προκλήσεων, αναβίωσε η ελπίδα για μια νέα προσέγγιση και επίλυση του Βορειοηπειρωτικού, στο πλαίσιο της αυτοδιάθεσης διά της διενέργειας δημοψηφίσματος. Στη Δρόπολη, στα Ριζά και στο Λιμπόχοβο παρατηρήθηκαν αποσχιστικές κινήσεις, ενώ στην Κορυτσά και στο Λεσκοβίκι ο γυναικείος πληθυσμός προτίθετο να παραταχθεί ενώπιον της επιτροπής για να διαδηλώσει την αγανάκτησή του κατά του κομμουνιστικού καθεστώτος. Στην Κορυτσά, κάποιοι επιχειρηματίες θα ζητούσαν την αναγνώριση του καθεστώτος της ελληνικότητας της περιοχής. 

Παρότι το αλβανικό ΕΑΜ είχε υποσχεθεί στους ελληνόφωνους πληθυσμούς, καθ’ όλη τη διάρκεια της εθνικής αντίστασης, το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού και της αυτοδιάθεσης ως αντίδωρο για τη συνδρομή τους στον κοινό αγώνα, το αλβανικό κομμουνιστικό κράτος το αρνήθηκε άμεσα και απρόκλητα (Μάιος 1944), συνηγορούμενο και από την προστάτιδά του, τη Γιουγκοσλαβία, καθώς αποτελούσε νομικό προηγούμενο για το αλβανόφωνο Κόσοβο, που είχε προσαρτηθεί στη Σερβία το 1913. Συνεπώς, τα δημοκρατικά ιδεώδη και η επίπλαστη διεθνιστική ρητορική του κομμουνιστικού καθεστώτος, που συγκάλυπτε ιδεολογικές και πολιτικές συνέχειες του παρελθόντος, κατέπεσαν, ενώ η δημαγωγική έκφανση του προλεταριακού διεθνισμού ήταν προφανής.

Η παραπλανητική διεθνιστική ρητορική, ωστόσο, ώθησε μεγάλο μέρος των Βορειοηπειρωτών να συνταχθούν με τον ιδεολογικό προσανατολισμό – πιστεύοντας ή εξαναγκαζόμενοι – και να συνδέσουν τις τύχες τους με το αλβανικό κατεστημένο, καθώς διείδαν στο αναδυόμενο κομμουνιστικό καθεστώς έναν αποσυμπιεστή για το συσσωρευμένο εθνικό μίσος των παρελθοντικών εθνικών αδικημάτων. Στον ιδεολογικό και πολιτικό προσηλυτισμό του βορειοηπειρωτικού ελληνικού στοιχείου συνέδραμε και η πολιτική του ΚΚΕ, ιδίως στην πρώτη φάση, έως το 1956.

Η εθνική πολιτική της Αλβανίας απέναντι στη μειονότητα στόχευε στον απόλυτο έλεγχο των ελληνόφωνων περιοχών διά της επιβολής σκληρών μέτρων καταστολής, διώξεων και εξόντωσης των κυριότερων πρωταγωνιστών, που είχαν διακριθεί για τα εθνικά τους φρονήματα στο παρελθόν (εκπαιδευτικός αγώνας 1934-1935), στην αποτροπή της ελληνικής επιρροής μέσω της απόλυτης απομόνωσης από την Ελλάδα, στη διασφάλιση της πολιτικής υποστήριξης του ελληνικού στοιχείου μέσω πλειοδοτικών υποσχέσεων και διάβρωσης της κοινωνικής και εθνικής του συνοχής. Η πρώτη φάση (1945-1947) χαρακτηρίστηκε από τις μαζικές διώξεις ελληνοδιδασκάλων, τις αθρόες δίκες εις βάρος τους και την αναγκαστική φυγή χιλιάδων Βορειοηπειρωτών προς την Ελλάδα· η δεύτερη (1950-1967) χαρακτηρίζεται από τις διώξεις του ελληνορθόδοξου κλήρου και της χριστιανικής πίστης και η τρίτη (1967-1990) από την εφαρμογή μιας ευρύτερης πολιτικής ύπουλου αφελληνισμού, που οδηγούσε τη μειονότητα σε διαρκή μαρασμό και αργό θάνατο.

Συγκεκριμένα, από το 1945, η εθνική πολιτική του κομμουνιστικού καθεστώτος υιοθέτησε μια συστηματική, μεθοδική και με συνεχή ορμή πολιτική για τη φθορά του ελληνικού στοιχείου με διάφορα μέτρα, όπως η διασπορά σε άλλες περιοχές και ειδικότερα σε βόρειες, οι τοποθετήσεις κομματικών και κρατικών υπαλλήλων ελληνικής καταγωγής σε θέσεις εκτός βορειοηπειρωτικού χώρου, πράγμα που συνέβαλε στη συγχώνευση στο αλβανικό περιβάλλον, η αναγκαστική μετακίνηση Βορειοηπειρωτών που χαρακτηρίζονταν ως αντιφρονούντες, η εμφύτευση αλβανικών χωριών εμβολίμως σε αμιγώς βορειοηπειρωτικές περιοχές, η καταναγκαστική αλλαγή ελληνικών ονομάτων και τοπωνυμιών, η αναγκαστική μετακίνηση Βορειοηπειρωτών χάριν εξευρέσεως εργασίας και, παράλληλα, η μετακίνηση Αλβανών σε αμιγώς ελληνόφωνες περιοχές με επαγγελματικές προφάσεις. Η διδασκαλία, εκμάθηση και διάδοση της ελληνικής γλώσσας παρεμποδίστηκε και περιορίστηκε άμεσα και έμμεσα. Οι περιουσίες των Βορειοηπειρωτών κατασχέθηκαν, οι εκκλησιαστικές δημεύτηκαν, οι ιερείς αποσχηματίσθηκαν και διώχθηκαν, τα θρησκευτικά ιδρύματα μετατράπηκαν σε αποθηκευτικούς χώρους και μόνον μερικές εκκλησίες παρέμειναν, ως διατηρητέα μνημεία. Το ελληνικό στοιχείο διώχθηκε για τα εθνικά και πολιτικά του φρονήματα. Η εθνική πολιτική του αλβανικού κράτους δεν απέβλεπε στην ολοσχερή εξάλειψη του ελληνικού στοιχείου, αλλά στη διατήρηση ενός περιορισμένου αριθμού Βορειοηπειρωτών. Η προσπάθεια αυτή αποσκοπούσε στην αλλοτρίωση της εθνικής συνείδησης των Ελλήνων, οι οποίοι, εν όψει της αδήριτης ανάγκης επιβίωσης και για λόγους κοινωνικής εξέλιξης, έπρεπε να ορθοφρονήσουν και να ασπαστούν την  επιτασσόμενη από το καθεστώς ιδεολογική και πολιτική ορθοδοξία. Η ελληνική μειονότητα δεν διέθετε ούτε τα μέσα ούτε την οργάνωση για μια συνολική αντίδραση κατά της αφομοιωτικής πολιτικής του αλβανικού κράτους, ενώ η Ελλάδα δεν μπορούσε να προσφέρει καμιά βοήθεια. Συνεπώς, μεταξύ των Ελλήνων Βορειοηπειρωτών και του καθεστώτος υπήρχε μια συνωμοτική και υπονομευτική συνύπαρξη, καλυπτόμενη από την ψευδή ρητορική της προλεταριακής αδελφοποίησης-συνένωσης από τη μία και της καταναγκαστικής υποταγής, την οποία υπέμενε με εγκαρτέρηση το ελληνόφωνο στοιχείο, από την άλλη. Αυτή η συνωμοτική συμβίωση εκπορευόταν από την υπόγεια ψύχωση που εκαλλιεργείτο σε μερικούς Αλβανούς διανοούμενους και πολιτικούς, οι οποίοι θεωρούσαν την πληθυσμιακή υπεροχή των Ελλήνων στις περιοχές της Χιμάρας, των Αγίων Σαράντα, του Δέλβινου και του Αργυρόκαστρου, δημογραφικά ενοχλητική και ιστορικά προκλητική, αφού δεν μπορούσαν να βρουν άλλοθι για μια γενική μετακίνηση του πληθυσμού, που θα τους καθιστούσε μέτοικους, δηλαδή μη αυτόχθονες. Αυτό πυροδοτούσε υπολανθάνον μίσος και εθνικιστικούς φόβους.

Πρώτη φάση

Το καλοκαίρι του 1945, τα σύνορα αποκλείστηκαν και η ελληνόφωνη βορειοηπειρωτική περιοχή απομονώθηκε, η επικοινωνία των Βορειοηπειρωτών με τον εθνικό κορμό απετράπη, με αποτέλεσμα η ελληνική μειονότητα να αρχίσει να μεταλλάσσεται σταδιακά σε κομμουνιστικό αυθύπαρκτο και αυτοφυές υβρίδιο, χωρίς παρελθοντικές ρίζες και χωρίς εθνικό μέλλον. Τότε, ένοπλες περιπολίες Αλβανών ανταρτών εφόρμησαν σε ελληνόφωνες περιοχές και συνέλαβαν απρόσκοπτα επιφανείς Βορειοηπειρώτες, οι οποίοι εκτοπίστηκαν σε δυσπρόσιτες περιοχές σκληρής εξορίας της ενδοχώρας ή οδηγήθηκαν στις φυλακές και σε στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Από τον Γενάρη του 1946 και την ανακήρυξη της Αλβανίας σε Λαϊκή Δημοκρατία, άρχισε εκτεταμένη εκστρατεία συλλήψεων και απαγγελία βαριών κατηγοριών με βασικό στόχο την εξόντωση των ελληνοδιδάσκαλων που είχαν αποφοιτήσει στο παρελθόν από ελληνικά εκπαιδευτικά ιδρύματα και εθεωρούντο φύτρα της εθνικής ιδέας. Τα πρώτα χρόνια εκτελέστηκαν με δικαστική απόφαση ή φονεύθηκαν χωρίς δίκες οι ελληνοδιδάσκαλοι: Ανδρέας Ανδρεάδης, Ευθύμιος Γκίκας, Παναγιώτης Ζέρβας, Θεοδόσης Λαζάκης, Ευθύμιος Τάταρης, Γιώργος Λίτσας, Αριστοτέλης Χαρμπάτσης, Χρήστος Γκίνης, Σωτήρης Σκεύης, Νίκος Λέζος, Νάσος Πάντος, Βαγγέλης Σταμούλης, Γιώργος Βαλκώνης, Δημήτρης Βαλκώνης, Κώστας Λίτος, ενώ εκατοντάδες φυλακίστηκαν.

Τον Ιούλιο του 1946, άρχισε στο στρατοδικείο της Περιφέρειας Αργυρόκαστρου η θυελλώδης δίκη των 19 Ελλήνων Βορειοηπειρωτών, οι οποίοι εκατηγορούντο για «κατασκοπία εις βάρος της Αλβανίας και εσχάτη προδοσία, για εχθρικές ενέργειες κατά της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας και της λαϊκής εξουσίας». Στο κατηγορητήριο αναφέρονταν και 86 άλλοι εμπλεκόμενοι, οι οποίοι είχαν αναπτύξει εχθρική δραστηριότητα. Τρία άτομα καταδικάστηκαν σε θάνατο διά τυφεκισμού: ο Αριστοτέλης (Τέλης) Χαρμπάτσης από τη Δίβρη, ο Σωτήρης Σκεύης από τα Καλύβια του Πασά και ο Νάσος Πάντος από το Σωπίκι, οι οποίοι εκτελέστηκαν πάραυτα. Οι υπόλοιποι καταδικάστηκαν σε ισόβια ή σε βαριές ποινές κάθειρξης, οι οποίες για κάποιους ανέρχονταν συνολικά σε 134 έτη φυλάκισης.

Τον Σεπτέμβριο του 1960, συνελήφθη ο ελληνοδιδάσκαλος και επιθεωρητής παιδείας Αργυρόκαστρου Ανδρέας Ανδρεάδης, ο οποίος ανακρίθηκε, την άνοιξη του 1961, υπό καθεστώς βασανιστηρίων, μαζί με τον Ανδρέα Βαλερά και τον Δημήτρη Μέτσα. Οι συλληφθέντες κατηγορήθηκαν για σύσταση εχθρικής ομάδας και συνεργασία με τους βορειοηπειρωτικούς συλλόγους, δηλαδή για πολιτικά εγκλήματα κατά της πατρίδας. Με την απόφαση του στρατοδικείου, ο Ανδρεάδης καταδικάστηκε σε θάνατο διά τυφεκισμού, ενώ οι υπόλοιποι σε 25 χρόνια φυλάκισης.

Λίγα χρόνια αργότερα, οι αλβανικές διωκτικές αρχές επινόησαν την υπόθεση της «Μονής της Πέπελης» και, τον Ιούνιο του 1963, συνελήφθη στο Βουλιαράτι ο ελληνοδιδάσκαλος από τη Δρόβιανη, Ευθύμιος Τάταρης (και άλλοι τρεις συγκατηγορούμενοι), ο οποίος είχε αρνηθεί στο παρελθόν να στρατολογηθεί ως πληροφοριοδότης και να συνεργαστεί με τις αλβανικές μυστικές υπηρεσίες. Κατηγορήθηκε ως συνεργάτης του Τέλη Χαρμπάτση, του Γιώργου Ζώτου, του Λευτέρη Γκουβέλη και άλλων ακραιφνών εθνικοφρόνων. Δύο από τους κατηγορούμενους, οι Τάταρης και Μπόσδος, εκτελέστηκαν, ενώ στους δύο άλλους απαγγέλθηκαν βαριές ποινές πολυετούς φυλάκισης.

Με τη δίκη του Ευθύμιου Τάταρη, το 1964, έκλεισε ο κύκλος των διώξεων κατά των ελληνοδιδασκάλων που είχαν αποφοιτήσει από ελληνικά σχολαρχεία. Σαράντα από αυτούς είχαν δραπετεύσει στην Ελλάδα, οι άλλοι είχαν εκτελεστεί, εξαφανιστεί ή φυλακιστεί από το καθεστώς, ενώ ελάχιστοι, οι πιο έμπιστοι, υπηρετούσαν στα ελληνόφωνα σχολεία. Τη δεκαετία του 1950, οι συλλήψεις αφορούσαν αντιδράσεις, λόγω της σκληρής οικονομικής πολιτικής που εφαρμόστηκε στη μειονότητα.

Δεύτερη φάση

Από το 1949, άρχισε, με εντεινόμενη βιασύνη και επιθετικότητα, η λήψη πρόσθετων κατασταλτικών μέτρων. Οι καταδιωκτικές αρχές επιδόθηκαν σε αγώνα εναντίον των ιερέων και των κουλάκων (γαιοκτημόνων), επιβλήθηκαν πρόσθετα μέτρα εξοντωτικής φορολογίας, η οποία υπερέβαινε το ίδιο το εισόδημα, και διαφοροποιημένες τιμές, που ευνοούσαν τα νεοσυσταθέντα αγροτικά συγκροτήματα, ανάκληση των δελτίων τροφίμων για τους κουλάκους και διακρίσεις εις βάρος των παιδιών τους, τα οποία δεν γίνονταν δεκτά ούτε καν στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Από τις αρχές του 1950, δεκάδες εκατοντάδες αγροτών υποχρεώθηκαν να ενταχθούν στους γεωργικούς συνεταιρισμούς «οικεία βουλήσει», καθώς το καθεστώς κατέφευγε στον εξαναγκασμό και τη βία. Η βία δεν θεωρείτο ηθική παρεκτροπή, αλλά τρόπος άσκησης της εξουσίας για να επιτελέσει την επιμορφωτική της αποστολή.

Τρίτη φάση

Τον Απρίλιο του 1969, προτάθηκε η επιβολή σκληρότερης αφομοιωτικής πολιτικής εις βάρος της ελληνικής μειονότητας, η υποβάθμιση αρχικά και, στη συνέχεια, η σταδιακή κατάργηση της ελληνόφωνης εφημερίδας Λαϊκό Βήμα, η προοδευτική κατάργηση των σχολείων όπου διδασκόταν η ελληνική γλώσσα, αφού διαπιστωνόταν ότι το γλωσσικό ιδίωμα των Βορειοηπειρωτών είχε καταστεί «μπασταρδεμένο», η αλλοίωση της πληθυσμιακής σύστασης της βορειοηπειρωτικής περιοχής μέσω συγχώνευσης των γεωργικών συνεταιρισμών της με γεωργικούς συνεταιρισμούς αλβανόφωνων περιοχών, οι οποίοι θα διοικούνταν από Αλβανούς προέδρους, η ενθάρρυνση μεικτών γάμων, η μετακόμιση Ελλήνων επαγγελματιών, μαζί με τις οικογένειές τους, στην αλβανική ενδοχώρα, η μετάκληση όλων των ελληνόφωνων Βορειοηπειρωτών εκπαιδευτικών σε αλβανικά σχολεία της Αλβανίας και η αντικατάστασή τους με αλβανικό εκπαιδευτικό προσωπικό, η έμμεση κατάργηση του ελληνόγλωσσου παιδαγωγικού λυκείου Αργυρόκαστρου ή ο μετασχηματισμός του σε άλλη ειδικότητα, αλλά πάντως όχι στην ελληνική γλώσσα, και, τέλος, η σκληρή ιδεολογική, ταξική και πολιτική κατήχηση των Ελλήνων Βορειοηπειρωτών αποκλειστικά στην αλβανική γλώσσα. Οι προτάσεις αυτές, ωστόσο, θεωρήθηκαν προκλητικές και, για τον λόγο αυτό, η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΕΑ (Κόμμα Εργασίας Αλβανίας μετονομασία του Κομμουνιστικού Κόμματος Αλβανίας) του Μαΐου του 1969 τις απέρριψε, εν όψει των πρωτοβουλιών για διπλωματική ανασύνδεση των δύο χωρών, η οποία επιτεύχθηκε το Μάιο του 1971.

Είχε προηγηθεί η κατάργηση των θρησκευτικών δικαιωμάτων (1967), ενώ το 1975 επιβλήθηκε, με σκληρό τρόπο, η εισαγωγή του επαίσχυντου διατάγματος 5339/1975 για την απαγόρευση της χρήσης χριστιανικών ελληνικών ονομάτων. Η πρακτική των μετονομασιών, της αλλαγής των τοπωνυμίων και της απαγόρευσης της χρήσης των εθνικών ονομάτων δεν πρέπει να θεωρηθεί προνόμιο της Αλβανίας. Στη Βουλγαρία, για παράδειγμα, οι δεκαετίες εθνικιστικής και αφομοιωτικής πολιτικής εις βάρος της τουρκικής μειονότητας κορυφώθηκαν με την εκστρατεία του 1984-1985 και τη μετονομασία του τουρκικού πληθυσμού, μία αιφνιδιαστική κινητοποίηση που χαρακτηρίστηκε ως «αποκατάσταση» των αρχικών βουλγαρικών ονομάτων, για την οποία υπήρξε και καταδίκη της βουλγαρικής κυβέρνησης από διεθνείς οργανισμούς. Ομοίως και στη Ρουμανία, εξελίχθηκε άγρια πολιτική διώξεων και εξόντωσης της ουγγρικής μειονότητας, με αποτέλεσμα οι δύο χώρες να έρθουν σε οξεία αντιπαράθεση και να παραμένουν σε κατάσταση συνεχούς ετοιμότητας και διαρκούς συναγερμού.

Ένα χρόνο μετά, το 1976, η τοπική εφημερίδα Fitorja των Αγίων Σαράντα ανέφερε ότι τα χριστιανικά ονόματα και οι ελληνικές τοπωνυμίες προσέδιδαν ταξικό και θρησκευτικό περιεχόμενο κι έπρεπε να αλλαχτούν, παρακινούσε τους νέους Έλληνες να αλλάξουν τα («κακόφωνα») ονοματεπώνυμα και τις («κακόφωνες») τοπωνυμίες τους. Η πρωτοβουλία αυτή, όμως, παρεμποδίστηκε τελικά, τον Μάρτιο του 1976, όταν η ύψιστη κομματική ηγεσία της χώρας, επικαλούμενη την αντίδραση και της Αθήνας, διέταξε τον μετριασμό τέτοιων ενεργειών, θεωρώντας το επίμαχο δημοσίευμα σοβαρό πολιτικό ατόπημα.

Ελληνόγλωσση παιδεία

Το σχολικό έτος 1944-45, είχαν εγγραφεί σε 79 πρωτοβάθμια σχολεία της ελληνικής μειονότητας 5.171 μαθητές (εκ των οποίων παρακολουθούσαν τακτικά τα μαθήματα οι 4.670) και δίδασκαν 101 δάσκαλοι. Στις ελληνόφωνες περιοχές, αντιστοιχούσε ένα σχολείο προς 443 κατοίκους, ενώ, στην Αλβανία, ένα σχολείο προς 1.077 κατοίκους. Σε σχέση με το Κουρβελέσι, στην ελληνική μειονότητα λειτουργούσαν διπλάσια σχολικά ιδρύματα, τα οποία υπήρχαν από το παρελθόν και, στην πλειοψηφία τους, ήταν δωρεές Βορειοηπειρωτών μεταναστών. Το σχολικό έτος 1947-1948, από όλη τη μειονότητα, είχε εγγραφεί το 95% των ελληνοπαίδων, ενώ, στην Αλβανία, ο αναλφαβητισμός άγγιζε το 90%. Το 1961-1962, στην Άνω Δρόπολη ήταν εγγεγραμμένοι 685 μαθητές στο δημοτικό, εκ των οποίων 166 πρωτοετείς και 296 στο επτατάξιο· συνολικά, φοιτούσαν 981 μαθητές. Στην Κάτω Δρόπολη, δίδασκαν ελληνικά 37 δάσκαλοι και φοιτούσαν 1.223 μαθητές (106 πρωτοετείς), ενώ, αντίστοιχα, το 1939, δίδασκαν 21 δάσκαλοι και φοιτούσαν 736 μαθητές. Η αύξηση του μαθητικού πληθυσμού οφείλεται στον αποκλεισμό των συνόρων και τη διακοπή της μεταναστευτικής ροής.

Για τις εκπαιδευτικές ανάγκες και την κατάρτιση του διδασκαλικού προσωπικού, λειτουργούσε περιστασιακά το ελληνόγλωσσο παιδαγωγικό λύκειο στο Αργυρόκαστρο, από το 1945, αποστειρωμένο, όμως, από κάθε επικοινωνία με τον ελληνόγλωσσο πολιτισμό.

Η διδασκαλία και η εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας περιορίστηκε μόνον στις αναγνωρισμένες ως μειονοτικές περιοχές, ήτοι σε Αργυρόκαστρο και Αγίους Σαράντα, ενώ απαγορεύτηκε στη Χιμάρα, στα σχολεία της οποίας, από το 1946, καταργήθηκε η ελληνική γλώσσα και οι ελληνοδιδάσκαλοι αντικαταστάθηκαν από Αλβανούς. Από το 1952, η ελληνική περιορίστηκε μόνον στη διδασκαλία ως ξένης γλώσσας. Η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας απαγορεύθηκε, επίσης, και σε δύο ακραιφνώς ελληνικά σχολεία της Δρόπολης, τη Λούγκαρη και τη Φράστανη, παρ’ όλη τη σφοδρή αντίδραση των Ελλήνων κατοίκων.

Λαϊκό Βήμα

Για τη μεταλαμπάδευση της κομμουνιστικής ιδεολογίας και τον πολιτικό προσηλυτισμό του ελληνικού στοιχείου, λειτούργησε η ελληνόφωνη εφημερίδα Λαϊκό Βήμα, από την 25η Μαΐου 1945. Όπως όλος ο αλβανικός Τύπος, η εφημερίδα παρέμεινε, απ’ αρχής μέχρι τέλους, πλήρως ελεγχόμενη από τον πολιτικό και ιδεολογικό κώδικα υποταγής στη βούληση της κομματικής εξουσίας, την οποία υπηρέτησε ως αντίλαλος των αλβανικών πολιτικών και ιδεολογικών συμφερόντων. Αλλά αλλιώς δεν μπορούσε να υπάρξει.

Η εφημερίδα υπήρξε φορέας της κομμουνιστικής ιδεολογίας και της κυβερνητικής πολιτικής για την ελληνική μειονότητα, ενώ λειτούργησε ως μέσο παραπληροφόρησης εις βάρος της Ελλάδας. Ως θετικό στοιχείο, της πιστώνεται το γεγονός ότι επιβεβαίωνε, έστω κι έτσι, την ύπαρξη ελληνικών πληθυσμών στην Αλβανία και, αντικειμενικά, βοήθησε στη διατήρηση της ελληνικής γλώσσας, παρ’ όλη την περιορισμένη επιρροή της στο αναγνωστικό κοινό.

Τον Οκτώβριο του 1945, στο Αργυρόκαστρο λειτούργησε και ραδιοφωνικός σταθμός που εξέπεμπε πρόγραμμα πεντέμισι ωρών, εκ των οποίων και μία ημίωρη εκπομπή στην ελληνική γλώσσα.  Τον Μάιο του 1945, λειτούργησε στο Αργυρόκαστρο και τυπογραφείο, το οποίο παρέμεινε ως το 1979, με υποτυπώδη τεχνικό εξοπλισμό, στο οποίο εκτύπωναν τα λογοτεχνικά τους βιβλία οι Βορειοηπειρώτες συγγραφείς, εκτυπώνονταν οι πολιτικές εκδόσεις (κυρίως άπαντα του Εμβέρ Χότζα) και τα σχολικά εγχειρίδια για τους ελληνόφωνους μαθητές. Το πρώτο λογοτεχνικό βιβλίο Βορειοηπειρώτη λογοτέχνη ήταν μια ποιητική συλλογή του Πάνου Τσούκα. Εξέχουσα θέση και στα λογοτεχνήματα κατείχε η συναδέλφωση Ελλήνων μειονοτικών και αλβανικού λαού, η ωραιοποιημένη σοσιαλιστική πραγματικότητα, το αντιθρησκευτικό πνεύμα και η αφοσίωση στο Κόμμα. Η λατρεία του Εμβέρ Χότζα παρέμενε ο θεματικός άξονας όλης της κομμουνιστικής λογοτεχνίας και για τους Βορειοηπειρώτες λόγιους της εποχής.

Η γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε στην εφημερίδα και γενικότερα στις εκδόσεις της μειονότητας ήταν η απλοϊκή δημοτική, που θύμιζε το γλωσσικό αισθητήριο του Ριζοσπάστη. Το ζήτημα της γλώσσας, τόσο στον Τύπο, όσο και στα σχολικά εγχειρίδια, εντασσόταν στο ευρύτερο πολιτιστικό και ορολογικό πλαίσιο, το οποίο πρόδιδε ταξικό χαρακτήρα· η χρήση αρχαΐζουσας γλώσσας και καθαρεύουσας παρέπεμπε σε πολιτική διολίσθηση.

Τον Μάρτιο του 1978, ο Εμβέρ Χότζα επισκέφθηκε το ελληνόφωνο χωριό Γράψη, σε μια προσπάθεια προσέγγισης του δυτικού κόσμου, υποσχόμενος νέες εθνικές διευκολύνσεις προς τη μειονότητα, κυρίως γλωσσικές. Οι Βορειοηπειρώτες διανοούμενοι επωφελήθηκαν από τις εξελίξεις και ανασυντάχθηκαν. Και τότε, απεδείχθη ότι το εθνικό φρόνημα είχε παραμείνει ζωντανό, έστω και κάτω από την παθητική υποταγή της δικτατορίας, γεγονός που εκφράστηκε στην έντονη κινητικότητα για τη γλώσσα και τη λαϊκή λογοτεχνία, η οποία ήταν υπνωτισμένη, αλλά όχι νεκρή. Με τις κινητοποιήσεις αυτές, οι Έλληνες Βορειοηπειρώτες απέδειξαν ότι το έθνος μπορούσε να αλλάξει απότομα συμπεριφορά, αρκούσε να ανάψει μια μικρή λυχνία. Αυτό απεδείχθη πειστικά το 1990, όταν το κομμουνιστικό καθεστώς στην Αλβανία κατέρρευσε οριστικά.

Πηγή: Άρδην

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO8 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός8 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις9 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO9 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO9 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή