Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Το «ψυχροπολεμικό παζάρι» για την τύχη της Ουκρανίας και ο ρόλος της Τουρκίας

Δημοσιεύτηκε στις

Ακόμα και αν τα ρωσικά στρατεύματα δεν εισβάλουν στην Ουκρανία, ο Πούτιν καταφέρνει έστω να διαπραγματευτεί την παρουσία των Δυτικών δυνάμεων στη χώρα

Γιάννης Γιωργαλλής

Σε μια τηλεδιάσκεψη με «ψυχροπολεμικό» αέρα ο Πρόεδρος της Ρωσίας, Βλαντιμίρ Πούτιν, και ο Αμερικανός ομόλογός του, Τζο Μπάιντεν, στάθηκαν απέναντι «ίσος προς ίσον» για να αποφασίσουν για το μέλλον της Ουκρανίας. Η ρωσική πλευρά δεν έκρυψε ότι «κόκκινη γραμμή» αποτελεί η ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ και τυχόν παραβίασή της θα είναι η εισβολή στη χώρα.

Έτσι προκύπτει το ερώτημα πόσο ρεαλιστική είναι μια εισβολή των ρωσικών στρατευμάτων στο ουκρανικό έδαφος. Τι θα κερδίσει ο Πούτιν και πόσο πιο κερδισμένος θα είναι εάν κραδαίνει μόνο την απειλή μιας εισβολής; Από την άλλη, οι ΗΠΑ σε σχέση με το 2014 εμφανίζονται όχι πιο ετοιμοπόλεμες αλλά πιο αποφασισμένες να απαντήσουν με… κυρώσεις. Το ζητούμενο είναι εάν οι υποσχέσεις για οικονομικές κυρώσεις γέρνουν αρκετά τη ρωσική ζυγαριά, ώστε να αποτρέψουν την πολεμική σύγκρουση στην ανατολική Ουκρανία. Τέλος, εξετάζεται ο ρόλος της Τουρκίας, η οποία εμφανίζεται ως διαμεσολαβητής, «παραβλέποντας» ότι είναι μέρος της σύγκρουσης.

Η στρατηγική του Πούτιν

Πούτιν και Μπάιντεν κατά τη διάρκεια της δίωρης τηλεδιάσκεψής τους «κονταροχτυπήθηκαν» σχεδόν αποκλειστικά για το θέμα της Ουκρανίας, στον απόηχο των «ψιθύρων» για μετακινήσεις στρατιωτών στα σύνορα και των σχεδιασμών για ρωσική εισβολή στη χώρα.

Η δυτική ανάλυση σε σχέση με τις κινήσεις στα ρωσο-ουκρανικά σύνορα θέλει τον Πούτιν να είναι θορυβημένος με τη μετατροπή της Ουκρανίας σε ένα de facto «στρατιωτικό φυλάκιο» των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ. Έτσι η συγκέντρωση των ρωσικών στρατιωτικών δυνάμεων είναι ο τρόπος που δείχνει το Κρεμλίνο τις «κόκκινες γραμμές» του, σε μια προσπάθεια να ναρκοθετήσει τον εναγκαλισμό του Κιέβου προς τη Δύση.

Η ύπαρξη εξωτερικών εχθρών ανέκαθεν έδινε «εθνικιστικές» ανάσες στους ηγέτες και αύξαναν σημαντικά το πολιτικό τους κεφάλαιο. Στην περίπτωση του Πούτιν υπάρχει το επιχείρημα ότι έχει πληθώρα προβλημάτων στο εσωτερικό, όπως η πανδημία, οι χαμηλοί μισθοί και οι αυξήσεις των τιμών στα αγαθά.

Από την άλλη, υπάρχει πιο σοβαρό επιχείρημα για να «δικαιολογήσει» τις ενέργειες του Πούτιν. Σύμφωνα με αναλυτές, ο Ρώσος Πρόεδρος φοβάται τη σταδιακή απώλεια της επιρροής του στην Ουκρανία αλλά και την απομάκρυνση του ενδιαφέροντος των Ρώσων πολιτικών, κυρίως της νεότερης γενιάς, για τη γειτονική χώρα. Έτσι ανέλαβε δράση, ώστε να υπενθυμίσει τόσο το εκτόπισμά του στην ανατολική Ουκρανία όσο και την ύπαρξη εθνικών λόγων για την παρουσία της Ρωσίας εκεί.

Σε κάθε περίπτωση, η στρατηγική του ποτέ δεν περιοριζόταν στη βία των όπλων. Αντίθετα, διεξήγαγε μια εκστρατεία για να δικαιώσει την προσάρτηση της Κριμαίας, εξαπολύοντας παράλληλα κυβερνοεπιθέσεις εναντίον της ουκρανικής κυβέρνησης και του στρατού. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται η υποτιθέμενη ρωσική ανάμειξη στις αμερικανικές εκλογές υπέρ του Τραμπ και τα fake news για να δικαιολογήσει τη στήριξή του στον Λευκορώσο Πρόεδρο, Αλεξάντερ Λουκασένκο.

Την ίδια ώρα ο Πούτιν απορρίπτει την ιδέα μιας πολυμερούς συνόδου για την Ουκρανία και εμμένει στις συζητήσεις υψηλού επιπέδου με τον Λευκό Οίκο. Με αυτήν την τακτική καταφέρνει να κερδίζει πόντους και να στέκεται στο ίδιος ύψος με τους Αμερικανούς, ενώ παράλληλα διαμορφώνει μια συνθήκη «Ψυχρού Πολέμου», στην οποία οι μεγάλες δυνάμεις αποφασίζουν την τύχη των κρατών και τις σφαίρες επιρροής. Έτσι, ακόμα και εάν τα ρωσικά στρατεύματα δεν εισβάλουν στην Ουκρανία, ο Πούτιν καταφέρνει έστω να διαπραγματευτεί την παρουσία των Δυτικών δυνάμεων στη χώρα.

Πόσο πιθανή είναι μια εισβολή;

Πάντως ο Ρώσος Πρόεδρος φροντίζει να κρατάει ανοιχτό το «παράθυρο» της στρατιωτικής δράσης εναντίον της Ουκρανίας, αφού την επόμενη κιόλας ημέρα από την τηλεδιάσκεψη με τον Αμερικανό ομόλογό του δήλωσε ότι η προοπτική προσχώρησής της στις ΝΑΤΟϊκές δομές αποτελεί απαράβατη «κόκκινη γραμμή» για τη Ρωσία.

Βασικό ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσον είναι ρεαλιστικό η Ρωσία να εισβάλει στην Ουκρανία. Σύμφωνα με τον αναπληρωτή αρχηγό του επιτελείου της Ουκρανίας, Ihor Romanenko, ο οποίος μίλησε στο Al Jazeera, σε μια πιθανή επέμβαση το Κρεμλίνο θα επιχειρήσει να μετακινήσει τα στρατεύματα προς τον ποταμό Δνείπερο, που διασχίζει την Ουκρανία, ώστε να θέσει υπό τον έλεγχό του τον χερσαίο διάδρομο προς την προσαρτημένη Κριμαία και να διασφαλίσει την επανέναρξη της παροχής νερού στη χερσόνησο που διακόπηκε το 2014, προκαλώντας σοβαρές ελλείψεις νερού.

Συμπλήρωσε ότι σε αυτήν την περίπτωση τους στρατιώτες της Ρωσίας θα ενισχύσουν δυνάμεις από τη Λευκορωσία και την αποσχισθείσα από τη Μολδαβία, Υπερδνειστερία. Με αυτόν τον τρόπο η επίθεση θα είναι αποτελεσματική γιατί θα εξαπολυθεί συντονισμένα απ’ όλες τις πλευρές.

Σύμφωνα με το Bloomberg, στα τέλη Νοεμβρίου, οι υπηρεσίες πληροφοριών των ΗΠΑ προειδοποίησαν για την πιθανότητα μιας στρατιωτικής εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία. Από την πλευρά της η Μόσχα διέψευσε αυτές τις αναφορές, κάνοντας λόγο για μια τεχνητή «υστερία» που στερείται λογικής.

Όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω, η ύπαρξη εξωτερικών κινδύνων ευνοεί τους ηγέτες, με φιλορώσους να εκτιμούν ότι αυτή η τεχνητή «υστερία» δημιουργείται από τον Πρόεδρο της Ουκρανίας, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, ο οποίος έχει να αντιμετωπίσει τα κατακρημνισμένα ποσοστά αποδοχής και την έντονη κριτική που δέχεται.

Πάντως, οι πιο ψύχραιμοι αναλυτές δεν ενστερνίζονται τα σενάρια εισβολής της Ρωσίας, θεωρώντας ότι πρόκειται για μπλοφάρισμα του Πούτιν για να ασκήσει πίεση στους Δυτικούς και να έχει το πάνω χέρι στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Δεν πρόκειται για εισβολή αλλά για την απειλή μιας εισβολής, που γεννάει με τη σειρά της αβεβαιότητα και αναγκάζει τους Αμερικανούς να μπουν σε ένα «παζάρι» με τους Ρώσους.

Η απειλή των κυρώσεων

Αμερικανικά ΜΜΕ αναφέρουν ότι ο Μπάιντεν δεν δέχθηκε τον εκβιασμό του Πούτιν να αρνηθεί την ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ με αντάλλαγμα να μην πραγματοποιήσει την εισβολή.

Θεωρείται ότι οι ΗΠΑ κράτησαν αυτήν τη στάση για να ξεκαθαρίσουν στη Ρωσία αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο ότι, σε σχέση με το 2014, αυτήν τη φορά θα είναι πιο σκληρές και θα δώσουν ανάλογη απάντηση.

Σύμφωνα δε με τον σύμβουλο Εθνικής Ασφάλειας του Λευκού Οίκου, Τζέικ Σάλιβαν, ο Μπάιντεν δεν έδωσε «υποσχέσεις», ούτε έκανε «παραχωρήσεις» απέναντι στα αιτήματα του Ρώσου ομολόγου του, ενώ εξέφρασε την εκτίμηση ότι κάθε χώρα θα πρέπει να μπορεί «να επιλέξει ελεύθερα» με ποιον θα συνεργαστεί.

Σε κάθε περίπτωση, ίσως το πιο ξεκάθαρο μήνυμα της τηλεδιάσκεψης ήταν η ετοιμότητα των ΗΠΑ να παράσχουν από τη μια αμυντική βοήθεια στο Κίεβο και από την άλλη να απαντήσουν στη Ρωσία με «ισχυρές οικονομικές κυρώσεις».

Ειδικοί θεωρούν ότι η εισβολή θα ήταν πράξη «αυτοκτονίας» από πλευράς Μόσχας, αφού ΗΠΑ και ΕΕ θα απαντήσουν με μπλοκάρισμα της αγοράς φυσικού αερίου και άλλων προϊόντων, ενώ θα τεθεί υπό σοβαρή αμφισβήτηση το μέλλον του ήδη καταπονημένου Nord Stream 2. Η ανάλυση αυτή δεν απαντάει εάν οι Ευρωπαίοι μπορούν πρακτικά να αποκόψουν τη ροή του ρωσικού φυσικού αερίου σε μια εποχή ενεργειακής κρίσης. Από την άλλη, ενεργειακή «ανάσα» στην Ευρώπη θα μπορούσαν να δώσουν οι ΗΠΑ με αύξηση των εξαγωγών τους προς τη Γηραιά Ήπειρο, πετυχαίνοντας την ενεργειακή απεξάρτηση των Δυτικών τους συμμάχων από τον Πούτιν και καταφέρνοντας παράλληλα ένα ισχυρό οικονομικό πλήγμα στη ρωσική οικονομία.

Η εμπλοκή της Τουρκίας

Από την εξίσωση μιας εν δυνάμει περιφερειακής σύγκρουσης δεν θα μπορούσε να λείπει η Τουρκία, η οποία διά του Προέδρου της, Ταγίπ Ερντογάν, διεμήνυσε ότι είναι έτοιμη να παρέμβει για την αποκλιμάκωση της κατάστασης.

Εντούτοις, η Άγκυρα «ξεχνάει» ότι αποτελεί κυριολεκτικά μέρος της σύγκρουσης, με την πώληση επιθετικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών Bayraktar στο Κίεβο. Μια κίνηση που δεν πέρασε απαρατήρητη από τον Πούτιν, ο οποίος «επέστησε την προσοχή» στην Άγκυρα.

Τα τουρκικά Bayraktar χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά από τον ουκρανικό στρατό τον Οκτώβριο για την καταστροφή κινητού στόχου στο Ντονμπάς και αποτελούν ίσως τον πιο σημαντικό καρπό της τουρκο-ουκρανικής φιλίας. Σύμφωνα με το Bloomberg, ο Ερντογάν έχει πουλήσει δεκάδες drones στην Ουκρανία από το 2019, μαζί με σταθμούς ελέγχου και πυραύλους. Οι παραγγελίες για τουλάχιστον άλλες δύο δωδεκάδες drones βρίσκονται σε εξέλιξη.

Σύμφωνα με τον Μιτάτ Τσελικπαλά, καθηγητή Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Καντίρ Χας της Κωνσταντινούπολης, οι χειρισμοί της Άγκυρας ενέχουν κινδύνους. «Το 2015 η Τουρκία είχε διαπιστώσει πόσο οδυνηρή μπορεί να είναι η επιβολή κυρώσεων από τη Ρωσία», μετά την κατάρριψη ρωσικού αεροσκάφους από τουρκικό πύραυλο στα σύνορα με τη Συρία. Τότε, η Μόσχα επέβαλε τιμωρητικούς δασμούς στα τουρκικά προϊόντα, καθώς και τουριστικό «εμπάργκο», το οποίο είχε σοβαρές επιπτώσεις στην τουρκική οικονομία.

Σημερινή

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις31 λεπτά πριν

Αντι-NAVTEX της Τουρκίας ανοιχτά της Καρπάθου μετά την ελληνική οδηγία για άσκηση

Η Άγκυρα απάντησε στην ελληνική NAVTEX για πολυεθνική άσκηση με αντι-οδηγία, αξιώνοντας δικαιοδοσία στην περιοχή ανοιχτά της Καρπάθου. Η Αθήνα...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Εγκολφόπουλος: «Δεν χρειάζεται καμία ενημέρωση της Τουρκίας για το καλώδιο»

Την πεποίθηση ότι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου θα προχωρήσει στην προβλεπόμενη διαδρομή, χωρίς να απαιτείται ενημέρωση ή συναίνεση της Τουρκίας,...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Ινδικά πολεμικά πλοία στην Κύπρο; Οι πληροφορίες και το νέο αμυντικό σκηνικό

Πληροφορίες για παρεμβάσεις Ισραήλ και Εμιράτων απέναντι στις πιέσεις της Άγκυρας παρουσίασε το «Direct News». Στο επίκεντρο οι συζητήσεις για...

Γενικά θέματα2 ώρες πριν

Θρίλερ στα βάθη της Τουρκίας με 58χρονο Έλληνα μοναχό από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών! Αγνοείται από τον Ιούλιο

Ο 58χρονος μοναχός έφυγε από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών, με προορισμό την Τουρκία, αποφασισμένος να φτάσει στον Πόντο και την...

Δημοφιλή