Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Τουρκία: Το κόλπο με τo rebound της λίρας και η «από την πίσω πόρτα» παρέμβαση στις αγορές

Δημοσιεύτηκε στις

Ο Ερντογάν πανηγυρίζει για την παρέμβαση που έκανε, με αποτέλεσμα η λίρα να ανακτήσει μεγάλο μέρος των απωλειών της

Της Ιωάννας Βαρδαλαχάκη
 ivard@naftemporiki.gr

Με μια νέα σειρά ανορθόδοξων μέτρων που στοχεύουν στην σταθεροποίηση της τουρκικής λίρας ολοκληρώνεται η «ματωμένη» χρονιά του νομίσματος που έχασε πάνω από το 50% της αξίας του φέτος- αν και στην εκπνοή του έτους περιορίζει σημαντικά τις απώλειες. Το σχέδιο διάσωσης ώθησε ανοδικά τη λίρα, με τον πρόεδρο της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, να πανηγυρίζει ότι το «σχέδιο πέτυχε». 

Σε χθεσινές μάλιστα δηλώσεις του, ανέφερε ότι η Τουρκία έχει εγκαταλείψει τις αυξήσεις των επιτοκίων ως εργαλείο ελέγχου του πληθωρισμού, υποστηρίζοντας ότι τα μέτρα που ανακοίνωσε αυτή την εβδομάδα χρειάστηκαν μόλις μια μέρα για να σταθεροποιήσουν τη λίρα.

Όμως αρκετοί αναλυτές προειδοποιούν αφενός ότι το σχέδιο δεν είναι βιώσιμο, αφετέρου ότι στην ουσία πρόκειται για διακριτική αύξηση επιτοκίων που πλήττει ένα από τα λίγα σημεία που παρέμειναν «φωτεινά» στην τουρκική οικονομία, τα δημόσια οικονομικά. Παράλληλα, σύμφωνα με τα διεθνή μέσα, τα συναλλαγματικά αποθέματα της Τουρκίας έχουν υποχωρήσει κατά περίπου 8,5 δισ. δολάρια από την αρχή της εβδομάδας, γεγονός που υποδηλώνει ότι έχουν λάβει χώρα σιωπηλές «επιθετικές» παρεμβάσεις της κεντρικής τράπεζας στις αγορές συναλλάγματος που ενίσχυσαν την ανάκαμψη της λίρας. 

Το χρονικό

Αναλυτικότερα, ο Ερντογάν, παραμένοντας σταθερός στα erdoganomics του και το οικονομικό μοντέλο που έχει παρουσιάσει- που βασίζεται σε χαμηλότερο κόστος δανεισμού, φθηνότερο νόμισμα και καλή θέληση από το Ισλάμ- ανακοίνωσε τη Δευτέρα μια σειρά από πολύπλοκα μέτρα που περιγράφονται καλύτερα ως μηχανισμός εξισορρόπησης των επιτοκίων με εγγυήσεις για τη διατήρηση της πραγματικής αξίας των καταθέσεων σε λίρες όταν μετρώνται σε «σκληρό» νόμισμα.

Να σημειωθεί ότι τα 2/3 των καταθέσεων στις τουρκικές τράπεζες είναι σήμερα σε ξένο νόμισμα: πρωτίστως σε αμερικανικό δολάριο και ευρώ. Μεγάλο μέρος των αποταμιεύσεων των Τούρκων είναι επίσης σε μορφή χρυσού. 

Τα έκτακτα αυτά μέτρα για την αποτροπή της «δολαριοποίησης» των αποταμιεύσεων «σήκωσαν» το τουρκικό νόμισμα βοηθώντας το να «σβήσει» μερικές από τις απώλειες του 2021. Συνολικά η ανάκαμψη έχει «αγγίξει» σχεδόν το 50%-  σημείωσε άνοδο για πέντε συνεχόμενες ημέρες, φτάνοντας τα επίπεδα που ήταν στα μέσα Νοεμβρίου- και η Τουρκία μέσω του νέου μηχανισμού- παρά τους κινδύνους που διατρέχει η εφαρμογή του: επίμονος πληθωρισμός, επιβάρυνση του δημόσιου χρέους, «κάψιμο» ξένων συναλλαγματικών αποθεμάτων σε περίπτωση νέας «διολίσθησης» της λίρας και επιδείνωση στο μέτωπο του χρηματοπιστωτικού συστήματος– εξασφάλισε μια τεχνητή σταθερότητα, με την «εκτόξευση» της λίρας να μπορεί να κερδίσει πολιτικό χρόνο στον Ερντογάν πριν από τις εκλογές του 2023. Μένει να φανεί πώς θα «μεταφράσουν» τα μέτρα τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις στην Τουρκία, κατά πόσο οι νέες πολιτικές είναι βιώσιμες και πώς θα αντιδράσουν οι αγορές, που κάνουν δεύτερες σκέψεις.

Χαρακτηριστικό της διστακτικής στάσης των επενδυτών είναι το γεγονός ότι τα πενταετή συμβόλαια αντιστάθμισης κινδύνου (credit default swaps)- που αποτελούν δείκτη για την ικανότητα αποπληρωμής του χρέους μιας χώρας-παρέμειναν κοντά στο υψηλό 16μήνου. Οι επενδυτές πληρώνουν έτσι περισσότερα για να εξασφαλιστούν έναντι ενδεχόμενης χρεοκοπίας της Τουρκίας παρά του Ιράκ, του οποίου το χρέος βαθμολογείται δύο σκαλοπάτια χαμηλότερα τόσο από την Moody’s όσο και από την S&P Global Ratings.

Να σημειωθεί επίσης ότι η συνιστώσα του ξένου συναλλάγματος στο χρέος της κεντρικής κυβέρνησης άγγιξε το 60% του συνόλου τον περασμένο μήνα, από 39% το 2017. Αυτό σημαίνει ότι, κάθε φορά που η λίρα υποχωρεί έναντι του δολαρίου, γίνεται πιο ακριβό για την κυβέρνηση να εξυπηρετήσει το χρέος της.

Συγκαλυμμένη αύξηση των επιτοκίων

Σύμφωνα με το Bloomberg, το σχέδιο διάσωσης της λίρας πρόκειται στην πραγματικότητα για μια συγκαλυμμένη αύξηση των επιτοκίων, αφήνοντας τον κρατικό προϋπολογισμό πιο ευάλωτο σε μελλοντικές συναλλαγματικές κρίσεις.

Υπενθυμίζεται ότι στην Τουρκία ισχύει η «ανορθόδοξη» προσέγγιση του Ερντογάν, ο οποίος απεχθάνεται τα υψηλά επιτόκια θεωρώντας τα «μητέρα του κακού». Έτσι υπό την πίεση του τούρκου προέδρου η κεντρική τράπεζα της χώρας έχει μειώσει το κόστος δανεισμού, προχωρώντας σε τέσσερις μειώσεις επιτοκίων τους τελευταίους τέσσερις μήνες παρά τον αυξανόμενο πληθωρισμό, και παρασύροντας τη λίρα σε κάθε φορά νέα ιστορικά χαμηλά. 

Το rebound της λίρας, μέσω του νέου μηχανισμού, σε συνδυασμό με την αύξηση του κατώτατου μισθού, που ανακοινώθηκε την περασμένη εβδομάδα, δημιουργεί ανησυχίες ότι θα συνεχίσουν να τροφοδοτούν τον ετήσιο πληθωρισμό πέρα ​​από το 21,3% του περασμένου μήνα, σε σύγκριση με τον κυβερνητικό στόχο του 5% και το επιτόκιο αναφοράς της κεντρικής τράπεζας στο 14%.«Η πολιτική θα επιταχύνει τη μετάβαση από την υποτίμηση στον πληθωρισμό και θα οδηγήσει σε μια χρόνια υψηλότερη ισορροπία πληθωρισμού», εξήγησε ο Κάρλος ντε Σόουσα της Vontobel Asset Managemen. Αυτό «με τη σειρά του θα απαιτήσει μεγαλύτερη υποτίμηση της λίρας μεσοπρόθεσμα», πρόσθεσε. 

Το σχέδιο διάσωσης που ανακοινώθηκε τη Δευτέρα έρχεται μετά από εβδομάδες άμεσων παρεμβάσεων της κεντρικής τράπεζας στις αγορές συναλλάγματος, οι οποίες απέτυχαν να σταθεροποιήσουν τις αγορές παρά τα δισεκατομμύρια δολάρια που «έκαψε» η Τουρκία από τα συναλλαγματικά της αποθέματα. 

Τα μέτρα υπόσχονται στους επενδυτές προστασία από τις «άγριες» διακυμάνσεις της λίρας. Σε περίπτωση που η πτώση της λίρας έναντι των «σκληρών» νομισμάτων υπερβεί τα επιτόκια των τραπεζών, η κυβέρνηση θα πληρώσει τη διαφορά στους καταθέτες. Για παράδειγμα, εάν οι τράπεζες πληρώσουν 15% για καταθέσεις σε λίρες ενός έτους αλλά το νόμισμα υποτιμηθεί 20% έναντι του δολαρίου την ίδια περίοδο, το υπουργείο Οικονομικών- δηλαδή οι φορολογούμενοι- θα πληρώσει στους καταθέτες τη διαφορά.

Βάζοντας όριο όμως στη λίρα με αυτόν τον τρόπο, η κυβέρνηση στην πραγματικότητα αυξάνει τα επιτόκια χωρίς να το ονομάζει αύξηση των επιτοκίων, ενώ παράλληλα στερεί το προνόμιο αυτό από τους καταθέτες, υποστηρίζουν οι επικριτές του μέτρου. 

Μεγάλη η επιβάρυνση στον προϋπολογισμό

«Υπήρξε μια επική αύξηση των επιτοκίων χωρίς να την αποκαλούμε έτσι», αναφέρει ο καθηγητής οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Bilkent στην Άγκυρα, Ρεφέτ Γκουρκαϊνάκ. Το «plan B» του Ερντογάν ότι θα μπορούσε να φέρει σταθερότητα στο νόμισμα, είπε ο καθηγητής, αλλά προειδοποίησε ότι θα μπορούσε επίσης να έχει «επικίνδυνες συνέπειες».

Όπως εξηγεί, θα υπάρξει μεγάλη επιβάρυνση στον προϋπολογισμό όταν σημειωθεί απότομη αύξηση της ισοτιμίας συναλλάγματος. «Αυτό το είδος της επιβάρυνσης συνήθως νομισματοποιείται, πράγμα που σημαίνει ακόμη υψηλότερους συναλλαγματικούς ρυθμούς και πληθωρισμό», προσθέτει. 

Στο ίδιο μήκος κύματος και ο αναλυτής της Τουρκίας στην Teneo, Βολφάνγκο Πίκολι, ο οποίος είπε ότι η κίνηση ισοδυναμεί με «κλεφτή αύξηση των επιτοκίων». «Αυτή η τεράστια αύξηση των επιτοκίων με βάση τις συναλλαγματικές ισοτιμίες σημαίνει ότι οι φορολογούμενοι θα χρηματοδοτούν τους πλούσιους ώστε να μην χάνουν στο μέτωπο [του συναλλάγματος]», έγραψε σε ένα σημείωμα προς τους πελάτες.

Το σχέδιο διάσωσης της λίρας αποσκοπεί στον μετριασμό της ζήτησης για δολάρια, αλλά η παράκαμψη της επίσημης αύξησης των επιτοκίων έχει κόστος: Το υπουργείο Οικονομικών θα καλύπτει ζημίες σε νέες καταθέσεις σε λίρες σε περίπτωση νέας υποτίμησης του νομίσματος, επιβαρύνοντας από τη μία τη δημοσιονομική θέση της Τουρκίας και αναδεικνύοντας από την άλλη την τάση μεταξύ των policymakers να στηρίζονται στον δημόσιο προϋπολογισμό για να πληρώσουν το κόστος των λανθασμένων τους πολιτικών.

«Μπορούμε να πούμε ότι ο προϋπολογισμός, το τελευταίο στοιχείο που έχει απομείνει, θυσιάστηκε για να ισχυριστεί ότι αποφεύχθηκε η αύξηση των επιτοκίων», σχολιάζει ο πρώην υποδιοικητής της τουρκικής κεντρικής τράπεζας που ανήκει πλέον στην αντιπολίτευση,  Ιμπραήμ Τουρχάν. «Με αυτόν τον τρόπο, το κόστος της υποτίμησης της λίρας επιβαρύνει το κοινωνικό σύνολο», προσθέτει. 

Εδώ ακριβώς, στην τουρκική κοινωνία, είναι που θα «παιχτούν» όλα, σύμφωνα με τον οικονομικό σύμβουλο της Allianz, Μοχάμεντ Ελ-Εριάν, ο οποίος θεωρεί ότι η τεχνητή σταθερότητα του μηχανισμού είναι απίθανο να μετατραπεί σε γνήσια σταθερότητα, εκτός εάν οι τούρκοι πολίτες πεισθούν ότι η νομισματική τους κρίση έχει πραγματικά περάσει. Και αυτό θα συμβεί, κατά τον ίδιο, μόνο εάν η κυβέρνηση στραφεί γρήγορα σε μια πιο ολοκληρωμένη και πιο ορθόδοξη πολιτική προσέγγιση- με την J.P. Morgan να δηλώνει ότι οι αγορές αναμένουν μεγάλη αναστροφή της νομισματικής πολιτικής και βλέπουν αύξηση κατά 16 ποσοστιαίες μονάδες στο βασικό επιτόκιο της Τουρκίας το επόμενο έτος.

Σε συνέντευξή του στο τηλεοπτικό δίκτυο AHaber, ο Ερντογάν είπε ότι οι Τούρκοι έδειξαν εμπιστοσύνη στο τοπικό νόμισμα και οι καταθέσεις σε λίρες αυξήθηκαν κατά 23,8 δισ. λίρες μετά την ανακοίνωση του σχεδίου διάσωσης της λίρας. Ωστόσο, τα στοιχεία από τον τραπεζικό εποπτικό οργανισμό BDDK έδειξαν ότι, μετά τη μεγάλη συσσώρευση δολαρίων την περασμένη εβδομάδα, οι καταθέτες στην Τουρκία διατήρησαν σχεδόν αμετάβλητες τις καταθέσεις τους σε «σκληρά» νομίσματα. 

Citigroup: Προσωρινή η ανακούφιση

Σύμφωνα με τη Citigroup, από τη σκοπιά του υπουργείου Οικονομικών, το νέο καθεστώς «μπορεί να αποδειχθεί μια πιο δαπανηρή εναλλακτική λύση σε μια αυστηρότερη νομισματική πολιτική σε περίπτωση που τα επιτόκια καταθέσεων της λίρας υπολείπονται της υποτίμησης του νομίσματος και συνεπώς επηρεάζουν δυσμενώς τη δημοσιονομική εκτέλεση». 

«Πιστεύουμε ότι αυτά τα μέτρα μπορούν να φέρουν προσωρινή ανακούφιση ενώ η κυβέρνηση προσπαθεί να εφαρμόσει περαιτέρω το νέο οικονομικό μοντέλο της ατζέντας της», δήλωσε ο Λουίς Κόστα της Citi. Ο ίδιος αν και σημείωσε ότι δεν αναμένει περαιτέρω «βουτιές» της λίρας, θεωρεί ότι το σχέδιο δεν θα αποθαρρύνει τους Τούρκους από το να αναζητήσουν περιουσιακά στοιχεία εκτός λίρας ως αντιστάθμιση έναντι των αυξανόμενων τιμών. «Δεν βλέπουμε πώς αυτό μπορεί να διορθώσει τα ζητήματα περιουσιακών στοιχείων σε τοπικό νόμισμα στην Τουρκία που προκύπτουν από τον πληθωρισμό [που οφείλεται στο νόμισμα]», είπε ο Κόστα.

Πιο αυστηρή προσέγγιση είχε ο Λατζ Ρομάιερ της Capitulum Asset Management GmbH, ο οποίος χαρακτήρισε το σχέδιο «μη βιώσιμο». «Σταματά μόνο μέρος της φυγής κεφαλαίων από τούρκους καταθέτες. Ίσως εξακολουθούν να υπάρχουν άνθρωποι που δεν εμπιστεύονται το σχέδιο και εξακολουθούν να προτιμούν να διατηρούν δολάρια ΗΠΑ αντί για λίρες», είπε. 

Υπήρξε παρέμβαση στις αγορές;

Μετά την ανακοίνωση του σχεδίου διάσωσης της λίρας, το τουρκικό νόμισμα, όπως προαναφέρθηκε, κινήθηκε ανοδικά. Την ίδια ώρα όμως, σύμφωνα με τα διεθνή πρακτορεία, τις δύο πρώτες ημέρες της εβδομάδας μειώθηκαν τα καθαρά ξένα περιουσιακά στοιχεία (net foreign assets) της χώρας κατά 8,5 δισ. δολάρια.

Η τουρκική κεντρική τράπεζα δεν έχει ανακοινώσει καμία επίσημη παρέμβαση αυτή την εβδομάδα και αρνήθηκε να σχολιάσει εάν είχε πουλήσει δολάρια για να στηρίξει τη λίρα τις τελευταίες ημέρες. Στο μεταξύ ο υπουργός Οικονομικών της Τουρκία, Νουρεντίν Νεμπάτι, δήλωσε την Πέμπτη στον τηλεοπτικό σταθμό NTV, ότι η χώρα «χρησιμοποιεί όλα τα μέσα που έχει στη διάθεσή της με θετικό τρόπο». 

Η διάβρωση των ξένων περιουσιακών στοιχείων υποδηλώνει ότι αυτό έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ανάκαμψη της λίρας, αναφέρουν οι FT.  Ή όπως σχολιάζει ο Ουγούρ Γκιουρσές, πρώην αξιωματούχος της κεντρικής τράπεζας, το ράλι της λίρας που «ξεμούδιασε» από το ναδίρ της Δευτέρας εξηγείται τουλάχιστον εν μέρει από μια μεγάλη «παρέμβαση από την πίσω πόρτα».

Συνολικά οι αναλυτές εκτιμούν ότι η «επιθετική» παρέμβαση στην αρχή της εβδομάδας ανεβάζει τις συνολικές παρεμβάσεις της κεντρικής τράπεζας αυτόν τον μήνα στα περίπου 18 δισ. δολάρια, γεγονός που ίσως επαναφέρει τις ανησυχίες στην αγορά σχετικά με την επάρκεια των συναλλαγματικών αποθεμάτων της Τουρκίας.

Οι παγκόσμιες τράπεζες, συμπεριλαμβανομένης της Goldman Sachs, εκτιμούν ότι πέρυσι μόνο δαπανήθηκαν περισσότερα από 100 δισ. δολάρια αποθεμάτων της κεντρικής τράπεζας για να αποτραπεί μια άτακτη υποτίμηση της λίρας, όταν το νόμισμα βρέθηκε υπό πίεση μετά από μια σειρά μεγάλων μειώσεων επιτοκίων για να στηρίξει την οικονομία που πλήττεται από την πανδημία. Σύμφωνα με τον Ερντογάν, οι αρχές χρησιμοποίησαν 165 δισ. δολάρια από συναλλαγματικά αποθέματα της κεντρικής τράπεζας για να αντιμετωπίσουν τις εξελίξεις το 2019 και το 2020 και ενδέχεται να τα χρησιμοποιήσουν «ξανά όταν χρειαστεί».

Ναυτεμπορική

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO8 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός8 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις9 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO9 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO9 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή