Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Πόσο χρειάζεται η Γερμανία το ρωσικό φυσικό αέριο;

Δημοσιεύτηκε στις

Ποια είναι πραγματικά η κατάσταση του τομέα αερίου στη Γερμανία;

Οι προμήθειες της Γερμανίας σε φυσικό αέριο έχουν επανέλθει στο προσκήνιο, καθώς οι υψηλές τιμές του καυσίμου στην Ευρώπη, που πυροδότησε η “σφιχτή” παγκόσμια προσφορά, αυξήθηκαν ακόμη περισσότερο εν μέσω των ανησυχιών ότι η λειτουργία του νέου αγωγού Nord Stream 2, ο οποίος τεχνικά είναι έτοιμος αλλά αναμένει την έγκριση των ρυθμιστικών αρχών, μπορεί να καθυστερήσει ή ακόμη και να ανασταλεί, όπως σημειώνει το πρακτορείο Reuters.

Η γερμανική κυβέρνηση έχει επισημάνει ότι θα μπορούσε να εξετάσει το ενδεχόμενο επιβολής κυρώσεων σε βάρος του αγωγού -που πρόκειται να μεταφέρει φυσικό αέριο από τη Ρωσία στη Γερμανία- εάν η Μόσχα εισβάλει στην Ουκρανία.

Η αναστολή λειτουργίας του έργου σημαίνει ότι ένα μέρος των αναμενόμενων μελλοντικών εισαγωγών φυσικού αερίου από τη Γερμανία δεν θα φτάσει στη χώρα, εκτός κι αν η Ρωσία αυξήσει τις εξαγωγές της μέσω του αγωγού που μεταφέρει αέριο από το Γιαμάλ στη Ρωσία προς την Πολωνία, ή μέσω της Ουκρανίας, ενδεχόμενο όμως που μοιάζει απίθανο σε περίπτωση στρατιωτικής σύγκρουσης.

Ποια, όμως, είναι πραγματικά η κατάσταση του τομέα αερίου στη Γερμανία;

Η γερμανική αγορά σε αριθμούς

Η Γερμανία από τον Ιανουάριο έως τον Οκτώβριο του 2021 εισήγαγε 119 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα φυσικού αερίου, σύμφωνα με τη στατιστική υπηρεσία εξωτερικού εμπορίου της χώρας BAFA, η οποία όμως δεν προσδιορίζει την “πηγή”. Εν τω μεταξύ, η εγχώρια κατανάλωση φυσικού αερίου ανήλθε στα 100 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα το 2021, σύμφωνα με τον όμιλο κοινής ωφέλειας BDEW.

Παράλληλα, η Γερμανία διαθέτει υπόγεια σπήλαια αποθήκευσης φυσικού αερίου συνολικής χωρητικότητας 24 δισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων. Το 1/5 των χώρων αυτών διαχειρίζεται η Rehden, που ανήκει στην εταιρεία αποθήκευσης Astora, η οποία με τη σειρά της ανήκει στον ρωσικό ενεργειακό κολοσσό Gazprom. Με άλλα λόγια, τα δυνητικά αποθέματα αερίου θα μπορούσαν να καλύψουν το 1/4 της ετήσιας κατανάλωσης αερίου της Γερμανίας.

Ωστόσο, επί του παρόντος, οι “αποθήκες” αερίου της χώρας είναι γεμάτες μόλις στο 45% της χωρητικότητάς τους, ποσοστό μειωμένο κατά 9 ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με έναν χρόνο πριν, σύμφωνα με τα στοιχεία του ομίλου Gas Infrastructure Europe.

Η Γερμανία εισάγει, πάντως, το μεγαλύτερο μέρος του φυσικού αερίου που καταναλώνει, καθώς η εγχώρια παραγωγή φυσικού αερίου κορυφώθηκε τη δεκαετία του 1990 και πλέον καλύπτει μόλις το 5% της ετήσιας κατανάλωσης στη χώρα.

Τα στοιχεία της ICIS για τις γερμανικές προμήθειες φυσικού αερίου έδειξαν, δε, ότι τον Δεκέμβριο του 2021 το ρωσικό αέριο αντιπροσώπευε το 32% των συνολικών προμηθειών, ενώ το 20% προήλθε από τη Νορβηγία, το 12% από την Ολλανδία, το 22% ήταν από τα αποθηκευμένα αποθέματα και το υπόλοιπο από άλλες μικρότερες πηγές, συμπεριλαμβανομένης της εγχώριας παραγωγής.

“Η Ρωσία όσον αφορά τον ρόλο της (προμηθευτή φυσικού αερίου) δεν μπορεί να αντικατασταθεί τα επόμενα χρόνια”, σημειώνει η ICIS.

Εξάρτηση

Την ίδια στιγμή, η απρόσκοπτη προμήθεια φυσικού αερίου είναι καθοριστικής σημασίας για τη Γερμανία, δεδομένου ότι το 15,3% της εγχώριας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας πέρυσι προήλθε από ηλεκτροπαραγωγικές μονάδες φυσικού αερίου, σύμφωνα με την BDEW.

Η απώλεια επομένως σημαντικού όγκου εισαγόμενου φυσικού αερίου
-από οποιαδήποτε πηγή- θα μπορούσε να καταστήσει αναγκαία τη βραχυπρόθεσμη αύξηση της εγχώριας λιγνιτικής παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας ή των εισαγωγών ενέργειας από γειτονικές χώρες προκειμένου να καλυφθεί το κενό.

Η κατάσταση είναι πιο έκρυθμη όσον αφορά τον τομέα της θέρμανσης, δεδομένου ότι το φυσικό αέριο αποτελεί τη βασική πηγή θέρμανσης για το ήμισυ των 41,5 εκατομμυρίων νοικοκυριών της χώρας, αλλά και όσον αφορά τον μεταποιητικό τομέα, όπου κλάδοι όπως αυτός των κεραμικών είναι εξαρτημένοι από το φυσικό αέριο.

Οι εμπορευματικοί δεσμοί με τη Ρωσία

Η Γερμανία και η Ρωσία έχουν αναπτύξει αυτούς τους ισχυρούς ενεργειακούς δεσμούς εδώ δεκαετίες. Πρόκειται για μια σχέση που σφυρηλατήθηκε κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου και παρέμεινε ισχυρή παρά τα σκαμπανεβάσματα στις διμερείς τους σχέσεις.

Η Γερμανία, όμως, δεν χρειάζεται μόνο φυσικό αέριο από τη Ρωσία. Τα στοιχεία της BAFA καταδεικνύουν ότι το 34% του αργού πετρελαίου που κατανάλωσε η Γερμανία το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο έως και τον Οκτώβριο του 2021 προήλθε από τη Ρωσία, ενώ ο λιγνιτικός όμιλος VDKi αναφέρει ότι το 53% του λιθάνθρακα που προμηθεύτηκαν οι γερμανικές εταιρείες ηλεκτροπαραγωγής και χάλυβα πέρυσι εισήχθη επίσης από τη Ρωσία.

Απεξάρτηση από το φυσικό αέριο

Στο μέλλον, πάντως, η Γερμανία θα πρέπει να απεξαρτηθεί από το φυσικό αέριο, καθώς θα πρέπει να εκπληρώσει τις δεσμεύσεις της για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. 

Η χρήση φυσικού αερίου για θέρμανση θα καταργηθεί μακροπρόθεσμα και θα αντικατασταθεί από τη χρήση αντλιών θερμότητας και άλλων εναλλακτικών πηγών.

Ωστόσο, στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας η χρήση φυσικού αερίου αναμένεται να αυξηθεί για μια μεταβατική περίοδο, στο πλαίσιο του ευρύτερου σχεδίου του Βερολίνου για σταδιακή κατάργηση τόσο του άνθρακα όσο και της πυρηνικής ενέργειας.

Η μελλοντική κατανάλωση φυσικού αερίου, πάντως, θα εξαρτηθεί και από την ταχύτητα ανάπτυξης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στη Γερμανία και από το εάν το υδρογόνο χαμηλών εκπομπών ρύπων, που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές όπως η αιολική και η ηλιακή ενέργεια, μπορεί να αξιοποιηθεί ως εναλλακτική λύση για το ορυκτό φυσικό αέριο.

Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας αναφέρει ότι οι δεσμεύσεις των χωρών για το κλίμα θα μειώσουν τη ζήτηση φυσικού αερίου στην Ευρώπη στα 504 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα το 2030 από τα 596 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα που ήταν το 2020, αν και, με βάση τις “δεδηλωμένες πολιτικές” των κυβερνήσεων, η μείωση αναμένεται ότι θα είναι οριακή, στα 587 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα. Ο Οργανισμός, πάντως, δεν παρέχει στοιχεία για κάθε χώρα ξεχωριστά.

Οι εναλλακτικές “πηγές”

Η Γερμανία, πάντως, έχει εναλλακτικές λύσεις εάν θέλει να απεξαρτηθεί από τη Ρωσία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, που πρόκειται να υποσκελίσουν το Κατάρ και την Αυστραλία και να αναδειχθούν στον κορυφαίο εξαγωγέα υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) φέτος, έχουν προσφερθεί ήδη να στείλουν περισσότερο υγροποιημένο φυσικό αέριο στη Γερμανία εάν εγκαταλειφθεί η λειτουργία του αγωγού Nord Stream 2.

Ωστόσο, αυτό θα απαιτούσε ενίσχυση των υποδομών LNG της χώρας και θα είχε ως αποτέλεσμα πιο ασταθή προσφορά και κατ’ επέκταση πιο ασταθείς τιμές.

Κι αυτό διότι επί του παρόντος στην Ευρώπη, το LNG παραλαμβάνεται στη Βρετανία, κατά μήκος των βορειοδυτικών ευρωπαϊκών ακτών και στη Μεσόγειο, καθώς πρόκειται ακόμη για έναν νέο και αναπτυσσόμενο κλάδο. Ο τερματικός σταθμός Dutch Gate με χωρητικότητα 12 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα, για παράδειγμα, προμηθεύει τους πελάτες της δυτικής Γερμανίας ελλείψει εγχώριων υποδομών, τις οποίες οι επενδυτές απέφευγαν όταν το φυσικό αέριο ήταν άφθονο αλλά περιβαλλοντικά μη δημοφιλές.

Εν τω μεταξύ, όμως, η Ευρώπη ανταγωνίζεται πλέον τους Ασιάτες αγοραστές στις παγκόσμιες αγορές LNG προκειμένου να εξασφαλίσει περισσότερα φορτία.

Όσον αφορά το ορυκτό φυσικό αέριο, πάντως, πρέπει να σημειωθεί οι ευρωπαϊκές εταιρείες κοινής ωφέλειας έχουν συνάψει κυλιόμενες συμφωνίες αγοράς με τη Ρωσία για έως και 30 χρόνια κάθε φορά, οι οποίες περιλαμβάνουν ρήτρες take-or-pay και είναι συνδεδεμένες με συμπεφωνημένα σημεία αναφοράς όπως το πετρέλαιο ή οι τιμές spot στους εικονικούς ευρωπαϊκούς κόμβους εμπορίας φυσικού αερίου.

Ως εκ τούτου, το πότε ανανεώνονται οι εν λόγω συμβάσεις και με ποιους όρους εναπόκειται στους αντισυμβαλλομένους να αποκαλύψουν αυτά τα στοιχεία και η διαφάνεια μπορεί να είναι ελάχιστη.

capital.gr

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις8 λεπτά πριν

Από τη Σαρία στην Ατομική Ελευθερία; Η Αλλαγή που Συντελείται στη Μέση Ανατολή

Μεταξύ 2000 και 2020, επέβλεψα μια σειρά ερευνών στη Μέση Ανατολή, πραγματοποιώντας προσωπικές συνεντεύξεις με αντιπροσωπευτικά δείγματα πληθυσμού σε πέντε...

Αναλύσεις38 λεπτά πριν

FT: Πώς υπνοβατούμε προς τον Γ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο!

Το αεροδρόμιο του Ριάντ κλείνει έπειτα από φονικές πυραυλικές επιθέσεις. Ρωσία – Ουκρανία ανταλλάσσουν πολύνεκρα πλήγματα. Η Πολωνία προειδοποιεί για...

Newsroom58 λεπτά πριν

Project Bromo: Η Ευρώπη επιταχύνει τη δημιουργία διαστημικού γίγαντα απέναντι στη SpaceX

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει να επιταχύνει την αντιμονοπωλιακή αξιολόγηση της συμφωνίας μεταξύ Airbus, Thales και Leonardo. Ο νέος όμιλος, με...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

350 Δισ. Δολάρια στην Αμερική: Η Νότια Κορέα ενεργοποιεί τη μεγαλύτερη στρατηγική επένδυση της συμμαχίας τους

Καθώς στη Σεούλ διατυπώνονται επικρίσεις σχετικά με τους κινδύνους και την εποπτεία των επενδύσεων αυτών, ενώ οι ενδιάμεσες εκλογές στις...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

«Εδώ αρμόδιος είμαι εγώ»: Η τουρκική υστερία για τις NAVTEX και το ευρωπαϊκό πλέγμα προστασίας του GSI

Ως νέα αναμέτρηση για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου παρουσιάζει ο τουρκικός Τύπος την αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας με αφορμή...

Δημοφιλή