Αναλύσεις
Η τουρκική εθνική στρατηγική και οι ελληνικές παθογένειες
Τα νεοπαραληφθέντα Rafale αποτελούν μια καλή αρχή για την ενίσχυση της ελληνικής αεράμυνας
Βασίλειος Λ. Κωνσταντινόπουλος
Καθηγητής Πανεπιστημίου
Ο νεοοθωμανικός αναθεωρητισμός στο Αιγαίο και στη λεκάνη της Μεσογείου δεν θα είχε περιβληθεί με τέτοια έκδηλη θρασύτητα, αν δεν εδραζόταν και δεν ετροφοδοτείτο από μια εθνική στρατηγική, η οποία, ανεξαρτήτως κυβερνητικών σχημάτων, οθωμανικών ή κεμαλικών, έχει σαφώς οριοθετήσει τους στόχους της, τους οποίους προωθεί σταθερά στην Ανατολική Μεσόγειο, στο Αιγαίο, στα Αραβικά κράτη και στην Αφρική, εφαρμόζοντας τακτικές και πρακτικές που περιφρονούν κάθε έννοια διεθνούς δικαίου, λόγω της ισχυρής υπεροπλίας που διαθέτει σε σύγκριση με τα γειτονικά της κράτη και λόγω της διαπίστωσής της ότι στις διεθνείς σχέσεις κατά τη θουκυδιδική αντίληψη επικρατεί ο ισχυρότερος.
Και αυτή η υπεροπλία δεν είναι μόνο αριθμητική, δηλαδή ποσοτική, δηλαδή βασιζόμενη στη μαζική παραγωγή προηγμένων οπλικών συστημάτων (ΤΟΜΑ, υποβρύχια, φρεγάτες, ελικόπτερα, πυραυλικά συστήματα, εντός ολίγου τανκς και αεροσκάφη κ.ά.), που της εξασφαλίζουν, παρά το αμερικανικό εμπάργκο, μια ακώλυτη ροή ανταλλακτικών και μονάδων σε έναν ενδεχόμενο πόλεμο, αλλά και ποιοτική, όπως αποδεικνύουν οι νέες αμυντικές της τεχνολογίες.
Είναι εκπληκτικό το γεγονός ότι η Τουρκία είναι η μόνη χώρα που προέβη σε Ανατολή και Δύση μετά τον Β΄ ΠΠ στην εφαρμογή μιας νέας στρατηγικής αντίληψης με τη μαζική παραγωγή επιθετικών drones, τα οποία, ως στρατηγικό όπλο, αποτελούν μια νέα σοβαρή και απρόβλεπτη απειλή, ικανή να επηρεάσει την πορεία του πολέμου, όπως έδειξε η σύγκρουση Αρμενίων και Αζέρων.
Οι επανειλημμένες προσπάθειες που καταβλήθηκαν στην αρθρογραφία του ειδικού τύπου, αλλά και οι δικές μας επισημάνσεις, ενεργοποίησαν ευτυχώς τα αργά ελληνικά αντανακλαστικά για τη δημιουργία εγχώριων drones και κυρίως συστημάτων anti-drones, για να αντιμετωπίσουν την απειλή που επικρέμεται στο Αιγαίο με επιθέσεις κορεσμού εκατοντάδων ή και χιλιάδων drones από μέρους της Τουρκίας σε περίπτωση πολεμικής αντιπαράθεσης.
Ο όλος σχεδιασμός για την αντιμετώπιση των τουρκικών απειλών σε αέρα, θάλασσα και ξηρά πρέπει να οδηγήσει στη χάραξη μιας αμυντικής στρατηγικής με την ίδρυση ενός συντονιστικού κέντρου των αμυντικών βιομηχανιών για την παραγωγή προηγμένων οπλικών συστημάτων, ικανών να αναχαιτίσουν τη νεοοθωμανική επιθετικότητα.
Είναι σαφές ότι αυτή η αμυντική στρατηγική δεν μπορεί να περιορισθεί σε αγορές οπλικών συστημάτων, τύπου σούπερ μάρκετ, που, σε περίπτωση πολέμου, θα μας οδηγήσουν σε μια απέλπιδα και αναποτελεσματική επαιτεία για τη συμπλήρωση των κενών που θα προκύψουν.
Εν τω μεταξύ, τα μέχρι την παραλαβή των μεγάλων μονάδων αμυντικά κενά είναι επιβεβλημένο να καλυφθούν από άμεση προμήθεια αντιπλοϊκών, αντιαεροπορικών, αντιαρματικών πυραυλικών συστημάτων, καθώς και πολλαπλών εκτοξευτών ρουκετών και μάλιστα σε τέτοιες ποσότητες, που να εγγυηθούν την αποτελεσματική συντριβή της τουρκικής υπεροπλίας. Είναι μάλιστα σκόπιμο να προβλεφθεί με το παραμικρό επεισόδιο-προβοκάτσια της Τουρκίας μια καταιγιστική προληπτική επίθεση σε όλα τα ευαίσθητα αμυντικά της σημεία, ώστε να επιβληθεί εξ αρχής απαγόρευση οποιασδήποτε εχθρικής δραστηριότητας.
Μια ανθούσα άλλωστε αμυντική βιομηχανία εξυπηρετεί πρωτίστως και την οικονομία και την ανάπτυξη της χώρας, εκτός από το κύρος και την υπόληψη που απολαμβάνει η χώρα στις διεθνείς διαπραγματεύσεις.
Είναι άλλωστε αναντίρρητο ότι η αμυντική ισχύς αποτελεί τον σταθερό πυλώνα υποστήριξης της εξωτερικής μας πολιτικής, η οποία μέσα στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου, οφείλει και πρέπει να προωθεί τα συμφέροντα της χώρας σε μια μακρόπνοα χαραγμένη εθνική στρατηγική από το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων της χώρας.
Αυτή η εθνική στρατηγική δεν εξαντλείται σε θέματα εξωτερικής ή αμυντικής πολιτικής, αλλά σαν μια νέα μορφή της αποκηρυγμένης Μεγάλης Ιδέας οφείλει να περιλαμβάνει την προστασία των δικαιωμάτων των ελληνικών μειονοτήτων στην Κωνσταντινούπολη, στην Ίμβρο και στην Τένεδο, στη Βόρεια Ήπειρο, επίσης την προστασία του ελληνικού πληθυσμού της Κύπρου από τον Αττίλα, καθώς και τη διασφάλιση όλων των εθνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων ως προς τα χωρικά ύδατα και την αιγιαλίτιδα ζώνη στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Πρέπει επίσης να περιλαμβάνει θέματα παιδείας και πολιτισμού με την προώθηση Ελληνικών Τμημάτων σε ξένα Πανεπιστήμια, σε διοργανώσεις, ιδίως τώρα το 2022, Διεθνών Συνεδρίων στις πόλεις της Ιωνίας (Έφεσο, Μίλητο κ.τ.λ.) με έμφαση τη γέννηση του ευρωπαϊκού πνεύματος, της επιστήμης και της φιλοσοφίας στη Δυτική Μικρασιατική Ακτή.
Φαινομενικά δευτερεύοντα ζητήματα, όπως το δημογραφικό κ.τ.λ., θα πρέπει να αντιμετωπισθούν με τη δέουσα σοβαρότητα, για να κρατηθεί κάποια πληθυσμιακή ισορροπία με τους γειτονικούς πληθυσμούς που συνεχώς διογκώνονται.
Η απουσία μιας τέτοιας ολιστικής εθνικής στρατηγικής προβάλλει έντονα στις παθογένειες που παρατηρούνται στις αποσπασματικές αντιδράσεις της Ελλάδας και της Κύπρου απέναντι στις αναθεωρητικές προκλήσεις των Τούρκων. Η αδυναμία υποστήριξης του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου ως δόγματος της εθνικής άμυνας, απότοκο της έλλειψης εθνικής στρατηγικής, ενθαρρύνει την Τουρκία να επιμένει σταθερά τις επεκτατικές της βλέψεις, να δημιουργεί γκρίζες ζώνες και να απαγορεύει την άσκηση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων με απειλές casus belli.
Κατά κόρον εσχάτως η Τουρκία προπαγανδίζει το θέμα της αποστρατικοποίησης των νήσων με βάση το άρθρο 13 της Συνθήκης της Λωζάννης, παραβλέποντας το γεγονός ότι η απαγόρευση αμυντικής οργάνωσης, χωρίς ωστόσο απαγόρευση στρατιωτικής παρουσίας, περιορίζεται σε τέσσερα μόνο νησιά (Μυτιλήνη, Χίο, Σάμο και Ικαρία), ενώ στο ίδιο άρθρο απαγορεύεται ρητά η υπέρπτηση πάνω από τα νησιά αυτά τουρκικών αεροσκαφών.
Η ελληνική διπλωματία αδυνατεί να αντιπαρατάξει ως αντεπιχείρημα το άρθρο 14 της αυτής Συνθήκης, το οποίο θεσπίζει ρητά τη διοικητική αυτονομία των χριστιανικών πληθυσμών στην Ίμβρο και στην Τένεδο.
Όσον αφορά στη Λήμνο και τη Σαμοθράκη η ουδετεροποίησή τους που προβλεπόταν στην ίδια Συνθήκη Περί του Καθεστώτος των Στενών (Παράρτημα, άρθρο 4) μαζί με την ουδετεροποίηση της Ίμβρου, της Τενέδου και των Λαγουσών νήσων καταργήθηκε από τη Συνθήκη του Montreux το 1936. Ο εξοπλισμός των συγκεκριμένων ελληνικών νήσων αναγνωρίσθηκε από την Τουρκία επισήμως και με επιστολή που έστειλε στον Έλληνα Πρωθυπουργό στις 6 Μαΐου 1936 ο Τούρκος Πρέσβης στην Αθήνα και με δήλωση του Υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας ενώπιον της Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης την ημέρα της κυρώσεως της Συνθήκης του Montreux (Πρακτικά Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης, τεύχος 12, 31 Ιουλίου 1936, σελ. 309).
Ως προς τα Δωδεκάνησα, που παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα με τη Σύμβαση Ειρήνης των Παρισίων μεταξύ Ιταλίας και των συμμάχων τον Απρίλιο του 1947 είναι γεγονός ότι ισχύει ρητά αποστρατικοποίηση, αλλά η Τουρκία ΔΕΝ έχει δικαίωμα να εγείρει κανένα ζήτημα, λόγω του γεγονότος ότι η ίδια δεν εμπλέκεται σε αυτήν (res inter alios acta), σύμφωνα με το άρθρο 34 του Δικαίου των Συνθηκών που υπογράφηκε στη Βιέννη.
Η επιθετικότητα όμως της Τουρκίας αποδεδειγμένη και εμπράκτως και όχι μόνο θεωρητικώς με τη στρατιά του Αιγαίου, τον αποβατικό της στόλο, την παράνομη εισβολή και κατοχή του Βορείου Τμήματος της Κύπρου, τη θεωρία της για τη γαλάζια πατρίδα και την απειλητική ρητορική των στελεχών της συνιστά υποχρέωση της Ελλάδος να οργανώσει την άμυνά της, σύμφωνα με το πνεύμα του άρθρου 51 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.
Η αμυντική ενδυνάμωση επομένως με κοινή στρατηγική αντίληψη Ελλάδος και Κύπρου είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την αντιμετώπιση των τουρκικών απειλών σε Κύπρο και Αιγαίο. Τα νεοπαραληφθέντα Rafale αποτελούν μια καλή αρχή για την ενίσχυση της ελληνικής αεράμυνας, που πρέπει να συνεχισθεί για την απόκτηση αεροπορικής υπεροχής, στην οποία μάλιστα πρέπει να συνεισφέρει και η Κύπρος.
Η Ελλάδα και η Κύπρος δυστυχώς απέναντι στη συγκροτημένη και σταθερή τουρκική εθνική στρατηγική αντιπαρατάσσουν μόνο αποσπασματικές αμυντικές προτάσεις και, παρά τις τελευταίες σοβαρές προσπάθειες επανεξοπλισμού, επιδεικνύουν τις ίδιες παθογένειες του παρελθόντος, δηλαδή ελλειμματική αγορά υλικού, όχι ανάπτυξη εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας που είναι σε θέση να καλύψει επαρκώς τις περισσότερες αμυντικές τους ανάγκες και να επαυξήσει το κύρος τους στους συμμάχους και τους γείτονες ως υπολογίσιμων αμυντικών δυνάμεων.
Αν αυτό διέλαθε της προσοχής της πολιτικής ηγεσίας, ας αναστοχασθεί φέτος 100 χρόνια από τη Μικρασιατική καταστροφή ότι πρέπει να κινηθεί αμελλητί συντεταγμένα και αποτελεσματικά, για να αποφευχθούν νέες εθνικές καταστροφές. Τότε ίσως αποκτήσει το σθένος να απαντήσει ισοδύναμα στους Τούρκους, όταν αυτοί ζητούν τη διαίρεση του Αιγαίου, ότι πρέπει και αυτοί να δεχθούν τη διαίρεση της Μικράς Ασίας, για να καταδειχθεί ο παραλογισμός που υπάρχει σε μια τέτοια αξίωση.
Η εθνική στρατηγική της Τουρκίας δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί με ημίμετρα. Απαιτείται οι ηγεσίες Ελλάδος και Κύπρου να καταστρώσουν ένα μακρόπνοο σχέδιο ανόρθωσης του εθνικού βίου σε όλους τους τομείς με κέντρο βάρους τις σταθερές συνιστώσες του ελληνικού έθνους, που είναι ο πολιτισμός και η άμυνα από την εποχή της περικλεϊκής δημοκρατίας. Και αυτό το οφείλουν στο έθνος ως μια έκφραση βαθύτατης συνειδητοποίησης και ιστορικού διδακτισμού από τα τραγικά λάθη του παρελθόντος.
GEOPOLITICO
Καραϊτίδης: Να μη φύγουν οι Patriot για την Ουκρανία – Η Ελλάδα να ζητήσει ουσιαστικά ανταλλάγματα από τις ΗΠΑ
Η ελληνική άμυνα δεν μπορεί να υποχωρεί μπροστά στις ανάγκες τρίτων χωρών, όταν η Αθήνα αντιμετωπίζει την τουρκική απειλή. Αυτό υπογράμμισε ο πρέσβης Δημήτρης Καραϊτίδης, μιλώντας στον Θήτα FM και τη Βασιλική Πολίτου, ζητώντας συγκεκριμένα μέτρα από την Ουάσιγκτον για τη συγκράτηση του τουρκικού αναθεωρητισμού.
Την ανάγκη η Ελλάδα να προσέλθει στις συνομιλίες με τις Ηνωμένες Πολιτείες με σαφείς θέσεις και συγκεκριμένες διεκδικήσεις ανέδειξε ο Δημήτρης Καραϊτίδης στην παρέμβασή του στον Θήτα FM. Στο επίκεντρο της συζήτησης βρέθηκαν οι εξοπλισμοί, οι αναφορές για πιέσεις αποστολής συστοιχιών Patriot στην Ουκρανία και το πραγματικό αντίκρισμα της ελληνοαμερικανικής συνεργασίας.
Ο πρέσβης εξέφρασε την ελπίδα ότι η ελληνική πλευρά δεν θα αποδεχθεί ενδεχόμενο αίτημα μεταφοράς των συγκεκριμένων συστημάτων, τονίζοντας ότι είναι απαραίτητα για την άμυνα της χώρας.
«Δεν είμαστε μία χώρα απερίσπαστη από εξωτερικούς κινδύνους»
Απαντώντας σε ερώτηση της Βασιλικής Πολίτου για δημοσιεύματα σχετικά με πιέσεις προς την Αθήνα, ο κ. Καραϊτίδης ανέφερε ότι είχαν υπάρξει σχετικές πληροφορίες οι οποίες, όπως σημείωσε, δεν είχαν διαψευστεί από την ελληνική πλευρά.
Η τοποθέτησή του αφορούσε αυτές τις αναφορές και την πιθανότητα να τεθεί σχετικό αίτημα στις συνομιλίες, χωρίς να παρουσιάζει κάποια απόφαση αποστολής ως δεδομένη.
«Δεν είμαστε μία χώρα απερίσπαστη από εξωτερικούς κινδύνους», υπογράμμισε, εξηγώντας ότι η Ελλάδα χρειάζεται τα συγκεκριμένα οπλικά συστήματα για την κατοχύρωση της άμυνάς της και την ενίσχυση της ισχύος της απέναντι στην Τουρκία.
Κατά την εκτίμησή του, η κατάσταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, με ευθύνη της Άγκυρας, παραμένει ιδιαίτερα δυσάρεστη και χαρακτηρίζεται από κλιμακούμενες απειλές. Υπό αυτές τις συνθήκες, η διάθεση κρίσιμων αμυντικών μέσων στο εξωτερικό πρέπει να αξιολογείται πρωτίστως με βάση τις ελληνικές ανάγκες ασφαλείας.
Η αντίφαση ανάμεσα στις αγορές και στην αποστολή οπλισμού
Η Βασιλική Πολίτου έθεσε το ζήτημα των οικονομικών θυσιών του ελληνικού λαού για την αγορά ακριβών οπλικών συστημάτων, την ώρα που μέρος του στρατιωτικού εξοπλισμού διατίθεται για την κάλυψη αναγκών άλλων χωρών.
Ο κ. Καραϊτίδης αναγνώρισε ότι υπάρχει αντίφαση όταν η Ελλάδα προχωρεί σε δαπανηρές αγορές για την ενίσχυση της άμυνάς της και παράλληλα εμφανίζεται πρόθυμη να αποστείλει οπλικά συστήματα στο εξωτερικό, ενώ αντιμετωπίζει η ίδια σοβαρούς κινδύνους.
Υπενθύμισε παλαιότερες απειλές του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, τόσο για αιφνιδιαστική έλευση «ένα βράδυ» όσο και για δυνατότητα πυραυλικού πλήγματος στην Αθήνα. Όπως επισήμανε, η αραιότερη επανάληψη τέτοιων διατυπώσεων δεν σημαίνει ότι έχουν ανακληθεί.
Με αυτό το σκεπτικό, αμφισβήτησε το κατά πόσο η διασφάλιση της ελληνικής άμυνας συμβιβάζεται με την πρόθυμη ενίσχυση της άμυνας άλλων κρατών.
Τι εκτιμά για την αμερικανική ατζέντα
Αναφερόμενος στις συνομιλίες με τον Μάρκο Ρούμπιο, ο πρέσβης εκτίμησε ότι η αμερικανική πλευρά θα επιδιώξει να ενθαρρύνει την Ελλάδα να στραφεί περισσότερο στην αγορά αμερικανικών οπλικών συστημάτων, παράλληλα με τις προμήθειες από τη Γαλλία, το Ισραήλ και την Ιταλία.
Εκτίμησε επίσης ότι θα δοθεί έμφαση στη συνέχιση της ελληνικής στήριξης προς τις θέσεις της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής στα κρίσιμα διεθνή μέτωπα.
Εξέφρασε, ωστόσο, την ελπίδα να μη ζητηθεί ενεργότερη ελληνική εμπλοκή στους αμερικανικούς σχεδιασμούς για τις εστίες κρίσης που συζητήθηκαν στην εκπομπή.
«Δεν μας αρκούν οι συστάσεις»
Στο ερώτημα ποια ανταλλάγματα μπορεί να διεκδικήσει η Αθήνα, ο κ. Καραϊτίδης υποστήριξε ότι η Ελλάδα έχει ανταποκριθεί πρόθυμα και ουσιαστικά στα σημαντικότερα αμερικανικά αιτήματα που συνδέονται με τις στρατηγικές ανάγκες της Ουάσιγκτον.
Αυτή η συνεργασία, κατά την άποψή του, δικαιολογεί την απαίτηση για συγκεκριμένο αντίκρισμα. Οι γενικόλογες δηλώσεις περί εξαιρετικών διμερών σχέσεων και φιλικών αισθημάτων δεν επαρκούν.
«Δεν μας αρκούν οι συστάσεις», τόνισε για τη στάση των ΗΠΑ απέναντι στις τουρκικές αξιώσεις. Εξήγησε ότι οι παραινέσεις για συνεννόηση μπορεί να μεταφράζονται σε πίεση προς την Ελλάδα να κάνει παραχωρήσεις, ώστε να εξυπηρετηθούν ευρύτερες στρατηγικές προτεραιότητες.
Ζήτησε, συνεπώς, η ελληνική πλευρά να θέσει με δική της πρωτοβουλία τα προβλήματα που δημιουργεί η Τουρκία και να διεκδικήσει ουσιαστικά, αποτελεσματικά μέτρα αποθάρρυνσης και συγκράτησης του τουρκικού αναθεωρητισμού.
Να τεθεί και το Κυπριακό
Ο πρέσβης υπογράμμισε ότι στην ατζέντα πρέπει να περιληφθεί και η Κύπρος. Όπως εξήγησε, η τουρκική στρατηγική συνδέει τις απαιτήσεις απέναντι στην Ελλάδα με τις πιέσεις προς την Κυπριακή Δημοκρατία.
Παράλληλα, επισήμανε ότι η Τουρκία επιδιώκει την αναγνώριση ως ανεξάρτητου κράτους του τμήματος της Κύπρου που παρανόμως κατέχει.
Κλείνοντας, χαρακτήρισε τις συνομιλίες με τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών ευκαιρία για την Αθήνα να μιλήσει με ειλικρίνεια, σαφήνεια και κατηγορηματικότητα για τις βασικές προτεραιότητες της εξωτερικής της πολιτικής, με έμφαση στη στάση της Τουρκίας.
GEOPOLITICO
Το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου θα κρίνει την αποφασιστικότητα της Αθήνας – Προβληματισμός για τους Meteor στην Τουρκία
Την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου ως κρίσιμη δοκιμασία για την υπεράσπιση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων ανέδειξε ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας στην εκπομπή «Direct News». Στο επίκεντρο της ανάλυσής του βρέθηκαν οι τουρκικές απειλές για το έργο, η αμυντική συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες και οι πληροφορίες για πιθανή γαλλική συναίνεση στην αποδέσμευση πυραύλων Meteor προς την Άγκυρα.
Η Ελλάδα καλείται να μετατρέψει τις συμμαχίες, τις ενεργειακές υποδομές και τους εξοπλισμούς της σε πραγματική γεωπολιτική ισχύ. Αυτό ήταν το βασικό μήνυμα του Ανδρέα Μουντζουρούλια στην εκπομπή «Direct News», κατά την οποία συνέδεσε τις εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο με το ζήτημα της πολιτικής βούλησης στην Αθήνα.
Σύμφωνα με την εκτίμησή του, η αναβάθμιση της χώρας στον αμερικανικό σχεδιασμό δημιουργεί σημαντικές δυνατότητες. Ωστόσο, η αξιοποίησή τους προϋποθέτει αποφασιστικότητα απέναντι στις τουρκικές διεκδικήσεις, ιδιαίτερα όταν αυτές επιχειρούν να επιβάλουν περιορισμούς στην υλοποίηση έργων όπως ο Great Sea Interconnector.
Το GSI και η απαίτηση της Άγκυρας για «άδεια»
Μεγάλο μέρος της εκπομπής αφιερώθηκε στην τουρκική αρθρογραφία για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου. Ο δημοσιογράφος παρουσίασε δημοσιεύματα που, όπως ανέφερε, συνοδεύουν την απαίτηση για προηγούμενη τουρκική έγκριση με απειλές σύγκρουσης.
Κατά την ανάλυσή του, η Άγκυρα επιχειρεί να μεταφέρει τη συζήτηση από την κατασκευή ενός ενεργειακού έργου στην αποδοχή των δικών της θαλάσσιων διεκδικήσεων. Η επιδίωξη να ζητηθεί τουρκική άδεια, υποστήριξε, αποσκοπεί στη δημιουργία προηγουμένου που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον της Ελλάδας και της Κύπρου.
Στο ίδιο πλαίσιο ενέταξε τις τοποθετήσεις του Τζιχάτ Γιαϊτζί περί «τουρκικής υφαλοκρηπίδας» και ενός άξονα Αθήνας–Λευκωσίας–Ιερουσαλήμ που δήθεν επιδιώκει την περικύκλωση της Τουρκίας.
Ο Μουντζουρούλιας χαρακτήρισε αυτή τη ρητορική μέρος μιας προσπάθειας άσκησης ψυχολογικής πίεσης. Όπως εξήγησε, στόχος είναι να καλλιεργηθεί στην ελληνική πολιτική ηγεσία και στην κοινή γνώμη η αντίληψη ότι η συνέχιση του έργου συνεπάγεται αναπόφευκτα πολεμική αναμέτρηση.
Απέναντι σε αυτή την τακτική ζήτησε σαφή ελληνική στάση και, εφόσον απαιτηθεί, παρουσία ναυτικών και αεροπορικών δυνάμεων για την προστασία των εργασιών. Το ουσιαστικό ερώτημα, κατά τον ίδιο, είναι πώς θα ενεργήσει η Αθήνα απέναντι στην απόπειρα επιβολής τουρκικού ελέγχου.
Η αναφορά στη διάψευση της Nexans
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην επιστολή της Nexans προς την «Καθημερινή», την οποία παρουσίασε ως διάψευση δημοσιεύματος για επαφές της εταιρείας με τις τουρκικές αρχές.
Σύμφωνα με όσα μετέφερε στην εκπομπή, η γαλλική εταιρεία ξεκαθάρισε ότι δεν είχε πραγματοποιήσει και δεν σχεδίαζε τέτοιες επαφές, ενώ ο συντονισμός της γινόταν με την Αθήνα και τη Λευκωσία.
Ο Μουντζουρούλιας απέδωσε ιδιαίτερη σημασία στη συγκεκριμένη τοποθέτηση, καθώς, όπως υποστήριξε, δημοσιεύματα για αναζήτηση τουρκικής έγκρισης δημιουργούν εντυπώσεις γύρω από τον ρόλο της Άγκυρας στο έργο. Παράλληλα, άσκησε κριτική στον τρόπο διαχείρισης των σχετικών πληροφοριών, επιμένοντας στην ανάγκη διασταύρωσης των πηγών.
Προβληματισμός για τη γαλλική στάση και τους Meteor
Ένα δεύτερο κεντρικό θέμα ήταν η στάση της Γαλλίας απέναντι στην Τουρκία. Ο δημοσιογράφος αναφέρθηκε σε πληροφορίες που απέδωσε σε ρεπορτάζ του Χρήστου Μαζανίτη στο enikos.gr, σύμφωνα με τις οποίες το Παρίσι εξετάζει θετικά την αποδέσμευση πυραύλων Meteor για τα τουρκικά Eurofighter.
Ο ίδιος διευκρίνισε ότι πρόκειται για πληροφορίες που αναμένουν περαιτέρω επιβεβαίωση ή διάψευση. Επισήμανε, ωστόσο, ότι μια τέτοια εξέλιξη θα προκαλούσε σοβαρό προβληματισμό στην Αθήνα, καθώς οι Meteor αποτελούν σημαντικό στοιχείο του ποιοτικού πλεονεκτήματος των ελληνικών Rafale.
Συνέδεσε το ζήτημα με την ευρύτερη προσέγγιση Γαλλίας–Τουρκίας στην αμυντική βιομηχανία και με το τουρκικό ενδιαφέρον για το γαλλοϊταλικό σύστημα αεράμυνας SAMP/T.
Κατά την εκτίμησή του, η ελληνική πλευρά χρειάζεται να αξιολογεί τις συμμαχίες με βάση τις συγκεκριμένες αποφάσεις των εταίρων της. Η στενή αμυντική σχέση με τη Γαλλία, υποστήριξε, δεν αναιρεί την επίδραση των βιομηχανικών και οικονομικών συμφερόντων στις επιλογές του Παρισιού.
Οι ΗΠΑ, τα νέα όπλα και ο ενεργειακός ρόλος της Ελλάδας
Στην εκπομπή εξετάστηκε επίσης η επίσκεψη του Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα, την οποία ο Μουντζουρούλιας παρουσίασε ως σημαντικό σταθμό για την ελληνοαμερικανική συνεργασία.
Σύμφωνα με την ανάλυσή του, η ατζέντα συνδέεται τόσο με το πρόγραμμα των F-35 όσο και με το ελληνικό ενδιαφέρον για προηγμένα όπλα που θα ενισχύσουν τις δυνατότητες της Πολεμικής Αεροπορίας.
Αναφέρθηκε σε πυραύλους αέρος–αέρος, όπλα κρούσης μεγάλης εμβέλειας, αντιπλοϊκούς πυραύλους και κατευθυνόμενα πυρομαχικά. Παρουσίασε τις σχετικές επιλογές ως αντικείμενο ελληνικού ενδιαφέροντος και συζητήσεων, δίνοντας έμφαση στη σημασία του οπλισμού που συνοδεύει την απόκτηση και την αναβάθμιση των μαχητικών.
Παράλληλα, έκανε λόγο για ενδιαφέρον για τροχοφόρα τεθωρακισμένα Stryker, συνδέοντάς το με τις ανάγκες κινητικότητας και προστασίας του πεζικού.
Στο ενεργειακό σκέλος, περιέγραψε την Ελλάδα ως δυνητικό κόμβο για τη διαφοροποίηση των πηγών τροφοδοσίας της Ευρώπης. Ο Κάθετος Διάδρομος, οι υποδομές LNG, η Αλεξανδρούπολη, η ηλεκτρική διασύνδεση με την Κύπρο και οι έρευνες υδρογονανθράκων αποτέλεσαν τους βασικούς άξονες της επιχειρηματολογίας του.
Η γεωγραφική θέση της χώρας, υπογράμμισε, μπορεί να αποκτήσει μόνιμη στρατηγική αξία εφόσον συνοδευτεί από υποδομές, επενδύσεις και συνεπή σχεδιασμό.
Εγχώρια αμυντική παραγωγή και ενίσχυση του στόλου
Ο Μουντζουρούλιας στάθηκε και στην ανάγκη ανάπτυξης ελληνικών αμυντικών συστημάτων, με ιδιαίτερη αναφορά στην αντιμετώπιση μη επανδρωμένων αεροσκαφών.
Παρουσίασε τον «Κένταυρο», τον «Υπερίωνα», τον «Τηλέμαχο» και τον «Τεύκρο» ως στοιχεία μιας ευρύτερης ελληνικής προσπάθειας στον τομέα της επιτήρησης και της αντιμετώπισης drones. Κατά τον ίδιο, η χώρα διαθέτει επιστημονικό δυναμικό και τεχνογνωσία, αλλά χρειάζεται να ξεπεράσει διοικητικά εμπόδια και καθυστερήσεις.
Στο ναυτικό σκέλος αναφέρθηκε στις φρεγάτες FDI, στον εκσυγχρονισμό των MEKO, στις επιλογές για τις πυραυλακάτους και στις συζητήσεις με την Ιταλία για ναρκοθηρευτικά. Έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στη διασύνδεση αισθητήρων, ηλεκτρονικών συστημάτων και όπλων, ώστε οι μονάδες να λειτουργούν αποτελεσματικότερα απέναντι σε σύνθετες απειλές.
Συμμαχίες με εγρήγορση και πολιτική βούληση
Η εκπομπή επεκτάθηκε στις σχέσεις ΗΠΑ–Κύπρου, στη συνεργασία της Λευκωσίας με τη Σερβία και στις περιφερειακές κινήσεις της Τουρκίας. Ο δημοσιογράφος αντιμετώπισε θετικά την ενίσχυση της αμερικανικής παρουσίας στην Ανατολική Μεσόγειο, διατηρώντας παράλληλα επιφυλάξεις για την πάγια επιδίωξη της Ουάσιγκτον να κρατά ισορροπίες.
Αντίστοιχα, αμφισβήτησε την παρουσίαση της συνεργασίας Τουρκίας, Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν ως «ισλαμικού ΝΑΤΟ». Κατά την εκτίμησή του, η πραγματική έκταση των δεσμεύσεων και η προθυμία στρατιωτικής εμπλοκής θα κρίνουν την ουσία αυτών των σχημάτων.
Το βασικό συμπέρασμα της παρέμβασής του αφορούσε την ελληνική στάση: οι εξοπλισμοί και οι συμμαχίες αποκτούν αποτρεπτική αξία όταν συνοδεύονται από σαφή πρόθεση υπεράσπισης των εθνικών συμφερόντων. Στην περίπτωση του GSI, υποστήριξε, η Αθήνα καλείται να αποδείξει στην πράξη ότι οι τουρκικές απειλές δεν μπορούν να καθορίζουν τις αποφάσεις της.
GEOPOLITICO
Αϋφαντής–Μαρτζούκος: Το καλώδιο, η Τουρκία και το μεγάλο ερώτημα της συμμαχικής συνδρομής
Ο πρέσβης ε.τ. Γιώργος Αϋφαντής και ο αντιναύαρχος ε.α. και αντιπρόεδρος του ΕΛΙΣΜΕ Βασίλειος Μαρτζούκος αναλύουν στο ΑΡΤ τις κρίσιμες εξελίξεις στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, την πόντιση του ηλεκτρικού καλωδίου και την ατζέντα της επίσκεψης του Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα.
Στα κρίσιμα ζητήματα που ανοίγουν στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, στην πόντιση του ηλεκτρικού καλωδίου, στην επικείμενη επίσκεψη του Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα αλλά και στα πραγματικά όρια των αμυντικών συμμαχιών της Ελλάδας αναφέρθηκαν ο πρέσβης ε.τ. Γιώργος Αϋφαντής και ο αντιναύαρχος ε.α. και αντιπρόεδρος του ΕΛΙΣΜΕ Βασίλειος Μαρτζούκος, σε παρέμβασή τους στο ΑΡΤ.
Κοινός παρονομαστής των τοποθετήσεών τους ήταν ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να στηρίζει την ασφάλειά της στην προσδοκία ότι, σε περίπτωση κρίσης με την Τουρκία, οι σύμμαχοι θα εμφανιστούν αυτομάτως στο πεδίο. Αντίθετα, όπως υπογράμμισαν από διαφορετικές αφετηρίες, η χώρα πρέπει να διαθέτει δική της ισχύ, ξεκάθαρη στρατηγική και συγκεκριμένους στόχους στις επαφές της με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Αϋφαντής: Τι θα ζητήσει η Αθήνα από τον Ρούμπιο;
Ο Γιώργος Αϋφαντής εμφανίστηκε επιφυλακτικός απέναντι στις προσδοκίες που καλλιεργούνται γύρω από την επίσκεψη του Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα, επισημαίνοντας ότι δεν έχει δημοσιοποιηθεί επισήμως η πλήρης ημερήσια διάταξη των συνομιλιών.
Κατά την εκτίμησή του, σημαντικό μέρος του αμερικανικού ενδιαφέροντος αφορά την προώθηση αμερικανικών οπλικών συστημάτων. Ο πρέσβης ε.τ. έθεσε, ωστόσο, ως βασικό ζήτημα όχι το τι θα ζητήσει η Ουάσιγκτον από την Αθήνα, αλλά τι θα απαιτήσει η ελληνική πλευρά ως αντάλλαγμα της στρατηγικής σχέσης με τις ΗΠΑ.
Στο επίκεντρο έβαλε την τουρκική στάση απέναντι στην πόντιση του καλωδίου και γενικότερα στις θαλάσσιες ζώνες. Σύμφωνα με τον ίδιο, η Αθήνα θα πρέπει να επιδιώξει μία ξεκάθαρη δημόσια τοποθέτηση του Ρούμπιο από ελληνικό έδαφος απέναντι στην Άγκυρα και ειδικότερα απέναντι στη χρήση στρατιωτικής πίεσης για την προβολή τουρκικών διεκδικήσεων.
Ο Αϋφαντής αναφέρθηκε επίσης στις τουρκικές θέσεις για τα ελληνικά νησιά, την αποστρατιωτικοποίηση και τα κυριαρχικά τους δικαιώματα, επισημαίνοντας ότι η Άγκυρα έχει καταθέσει τις σχετικές θέσεις της ακόμη και σε έγγραφα προς τον ΟΗΕ.
Για τον ίδιο, συνεπώς, το κρίσιμο ερώτημα είναι αν ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών θα πάρει σαφή θέση για τα δικαιώματα των ελληνικών νησιών και απέναντι στις τουρκικές αξιώσεις.
Μαρτζούκος: Ενέργεια, άμυνα και οικονομία στην ατζέντα
Ο Βασίλειος Μαρτζούκος εκτίμησε ότι η επίσκεψη Ρούμπιο θα κινηθεί κυρίως σε τρεις άξονες: ενέργεια, άμυνα και οικονομία.
Παράλληλα, προειδοποίησε ότι δεν πρέπει να υπάρχουν υπερβολικές προσδοκίες για θεαματική μεταβολή της αμερικανικής στάσης στα ελληνοτουρκικά, σημειώνοντας ότι οι ΗΠΑ παραδοσιακά επιδιώκουν να διατηρούν ισορροπίες μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας.
Υπογράμμισε όμως ότι ο ίδιος ο Ρούμπιο έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Ανατολική Μεσόγειο, τις Συμφωνίες του Αβραάμ και το σχήμα στρατηγικής συνεργασίας Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ, κάτι που, όπως είπε, η Αθήνα οφείλει να αξιοποιήσει.
Στον ενεργειακό τομέα, ο αντιναύαρχος ε.α. αναφέρθηκε στον Κάθετο Διάδρομο φυσικού αερίου, στον ρόλο της Ελλάδας ως ενεργειακού κόμβου, στις έρευνες στο Ιόνιο και κυρίως στο ηλεκτρικό καλώδιο, για το οποίο θεωρεί σημαντικό να υπάρξει ισχυρή αμερικανική τοποθέτηση.
Τα F-35 και το κρίσιμο θέμα των όπλων
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο Μαρτζούκος στα F-35, τονίζοντας ότι η απόκτηση μιας προηγμένης πλατφόρμας δεν αρκεί από μόνη της.
Όπως επισήμανε, κρίσιμο είναι με ποια οπλικά συστήματα θα συνοδευθούν τα αεροσκάφη, εκτιμώντας ότι στις ελληνοαμερικανικές συνομιλίες πρέπει να τεθεί το ζήτημα των όπλων που θα μπορεί να αποκτήσει η Πολεμική Αεροπορία, ιδιαίτερα στον τομέα αέρος-αέρος.
Έθεσε επίσης στην εξίσωση την ασφάλεια λιμένων και αεροδρομίων, την περαιτέρω αναβάθμιση της Σούδας και το ενδεχόμενο διεύρυνσης της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην Ελλάδα.
«Στο πεδίο δεν πρέπει να περιμένουμε άλλους να πολεμήσουν για εμάς»
Ιδιαίτερα καθαρός ήταν ο Μαρτζούκος όταν τέθηκε το ερώτημα τι θα συνέβαινε σε περίπτωση θερμού επεισοδίου με την Τουρκία.
«Η ιστορία μας λέει ότι δεν θα την έχουμε», σημείωσε αναφερόμενος στην πιθανότητα άμεσης στρατιωτικής συμμετοχής συμμάχων δίπλα στις ελληνικές δυνάμεις.
Διευκρίνισε ότι μπορεί να υπάρξει διπλωματική, πολιτική ή εφοδιαστική υποστήριξη, αλλά εμφανίστηκε εξαιρετικά επιφυλακτικός απέναντι στην προσδοκία ότι ξένες στρατιωτικές δυνάμεις θα πολεμήσουν αυτομάτως στο πλευρό της Ελλάδας.
Για το Ισραήλ τόνισε ότι Ελλάδα και Ισραήλ διαθέτουν αμυντική συνεργασία και όχι συνθήκη αμοιβαίας στρατιωτικής συνδρομής, ενώ προειδοποίησε ότι κάθε στρατηγική σχέση πρέπει να στηρίζεται στην αμοιβαιότητα και στα ελληνικά εθνικά συμφέροντα.
Αϋφαντής: «Βοηθούν αυτόν που μπορεί να βοηθήσει τον εαυτό του»
Στο ίδιο ζήτημα ο Γιώργος Αϋφαντής προχώρησε ένα βήμα παραπέρα.
Υποστήριξε ότι ακόμη και όταν υπάρχει συμφωνία αμυντικής συνδρομής, αυτή πρέπει να στηρίζεται σε πραγματικά αμοιβαία συμφέροντα και να προσδιορίζει με σαφήνεια τι θεωρείται επίθεση και με ποιον τρόπο ενεργοποιείται η βοήθεια.
Αναφερόμενος στην ελληνογαλλική συμφωνία, εκτίμησε ότι παραμένουν «γκρίζες περιοχές» ως προς τον τρόπο εφαρμογής της στρατιωτικής συνδρομής.
Το κρισιμότερο, όμως, μήνυμα του πρώην διπλωμάτη ήταν άλλο: οι συμμαχίες λειτουργούν αποτελεσματικά όταν το κράτος που δέχεται επίθεση δείχνει ότι είναι αποφασισμένο να υπερασπιστεί τον εαυτό του.
Κατά τον Αϋφαντή, κανένας σύμμαχος δεν θα θελήσει να εμπλακεί σε μια υπόθεση που θεωρεί εκ των προτέρων χαμένη. Αντίθετα, η Ελλάδα πρέπει να εκπέμπει την εικόνα ότι διαθέτει την πολιτική και στρατιωτική βούληση να αποκρούσει μια επίθεση και, εφόσον απαιτηθεί, να κλιμακώσει.
Όπως το συνόψισε χαρακτηριστικά: «Βοηθάνε κάποιον που μπορεί να βοηθήσει τον εαυτό του».
Τα τρία μέτωπα που απαιτούν προσοχή
Ο Βασίλειος Μαρτζούκος προσδιόρισε τρεις περιοχές στις οποίες, κατά την άποψή του, η Ελλάδα πρέπει να έχει στραμμένη την προσοχή της το επόμενο διάστημα:
την εξέλιξη γύρω από τη λεγόμενη «Γαλάζια Πατρίδα» και την πιθανή προσπάθεια εφαρμογής της στην πράξη, την πόντιση του ηλεκτρικού καλωδίου και τις εξελίξεις στο Κυπριακό.
Ιδιαίτερα για την Κύπρο, υπογράμμισε ότι αποτελεί ζωτικό ελληνικό εθνικό συμφέρον και δεν πρέπει να μένει εκτός της συνολικής στρατηγικής απέναντι στην Τουρκία.
«Η επιφύλαξη για τα 12 μίλια κρατά δεκαετίες»
Ο αντιναύαρχος ε.α. αναφέρθηκε, τέλος, και στο δικαίωμα της Ελλάδας να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 ναυτικά μίλια.
Κατά την άποψή του, η επί δεκαετίες θέση ότι η χώρα «επιφυλάσσεται να ασκήσει το δικαίωμά της όταν κρίνει κατάλληλο» πρέπει κάποια στιγμή να μετατραπεί σε συγκεκριμένη εθνική στρατηγική και χρονοδιάγραμμα.
Για να συμβεί αυτό, όπως υποστήριξε, απαιτείται συνολική ενίσχυση της εθνικής ισχύος: στο διπλωματικό, νομικό και στρατιωτικό επίπεδο, στους εξοπλισμούς, στις Ένοπλες Δυνάμεις αλλά και στο φρόνημα της κοινωνίας.
Η συζήτηση Αϋφαντή και Μαρτζούκου κατέληξε έτσι σε ένα κεντρικό συμπέρασμα: οι συμμαχίες είναι απαραίτητες, αλλά δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την εθνική ισχύ και την αποφασιστικότητα μιας χώρας να υπερασπιστεί η ίδια τα κυριαρχικά της δικαιώματα.
-
Αναλύσεις3 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO3 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας