Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ο «Δρόμος του Μεταξιού» κάνει στάση στα Βαλκάνια

Δημοσιεύτηκε στις

Και αν στη θύελλα του ’90 οι Δυτικοί, Αμερικανοί και Ευρωπαίοι, και ελάχιστα η αδύναμη ακόμα τότε Ρωσία, ήταν αυτοί που καθόρισαν τη μεταπολεμική πραγματικότητα (σύνορα, επιρροή), σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει. Οι παίκτες έγιναν πολλοί στη Βαλκανική χερσόνησο. Οπου διασταυρώνονται και συγκρούονται ισχυρά συμφέροντα.

Εχοντας κομβική θέση στο σταυροδρόμι Ανατολής – Δύσης, η «πίσω αυλή της Ευρώπης», όπως αρέσκονται να αποκαλούν τα Βαλκάνια στη Δύση, προσέλκυε ανέκαθεν το ενδιαφέρον των μεγάλων της γεωπολιτικής, που ως τέτοιοι, μέχρι την κατάρρευση του διπολικού κόσμου, ορίζονταν η Δύση (ΗΠΑ – Δυτική Ευρώπη) και η Σοβιετική Ενωση. Οι δύο υπερδυνάμεις έλεγχαν τον βαλκανικό δίαυλο, στη βάση της Συνθήκης της Γιάλτας, και ουδείς άλλος τολμούσε να κάνει επί του βαλκανικού πεδίου παιγνίδι. Τώρα πια, εδώ και μερικά χρόνια, διαγκωνίζονται και άλλοι, δυνατοί και φιλόδοξοι μνηστήρες, που διεκδικούν μερίδιο επιρροής με στόχο την προώθηση των συμφερόντων τους στα ενδότερα της Κεντρικής και της Ανατολικής Ευρώπης έως τον Καύκασο και την Κεντρική Ασία.

Η διελκυστίνδα Δύσης και Ρωσίας για τον έλεγχο των Βαλκανίων αμφισβητείται κυρίως από την επελαύνουσα «κίτρινη απειλή». Η Κίνα εισβάλλει σε όλα τα επίπεδα, φιλοδοξώντας να καταστήσει τη Βαλκανική εφαλτήριό της στον «Δρόμο του Μεταξιού» για την Ευρώπη. Εγκαθίσταται σε λιμάνια (Πειραιάς – διεκδικεί και την Αλεξανδρούπολη), χρηματοδοτεί την κατασκευή μεγάλων αυτοκινητοδρόμων, αγοράζει σιδηροδρόμους για να διακινεί φορτία με σύστημα συνδυασμένων μεταφορών, ασκεί με αφορμή την πανδημία «διπλωματία των εμβολίων». Η τακτική είναι απλή: δανείζει απλόχερα και με όρους επαχθείς τους Βαλκανίους, που της αναθέτουν έργα, για την κατασκευή των οποίων φέρνει εργάτες από την Απω Ανατολή, και βέβαια τα ανταλλάγματα δεν περιορίζονται μόνο στο οικονομικό επίπεδο. Η Σερβία μέχρι στιγμής έχει καταστεί το «κίτρινο προγεφύρωμα» και το μοντέλο της κινεζικής παρουσίας στη ΝΑ Ευρώπη. Σε έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το 2020, ο εισηγητής Βλάντιμιρ Μπίλτσικ εξέφραζε ανησυχίες για την «αυξανόμενη επιρροή της Κίνας στη Σερβία και σε άλλες χώρες των Δυτικών Βαλκανίων, ιδίως όσον αφορά στην έλλειψη διαφάνειας και στην αξιολόγηση των κοινωνικών και περιβαλλοντικών επιπτώσεων των κινεζικών επενδύσεων και δανείων».

Οι Κινέζοι στη Σερβία κάνουν «πάρτι», με το αζημίωτο φυσικά, απειλώντας να εκτοπίσουν ακόμα και την παραδοσιακή ρωσική επιρροή. «Κάποτε στη Σερβία, για να τονίσουμε την παραδοσιακή σερβορωσική φιλία, λέγαμε ότι “εμείς (σ.σ. οι Σέρβοι) και οι Ρώσοι είμαστε 300 εκατομμύρια”. Τώρα αυτό το ακούμε όλο και πιο σπάνια. Οι Σέρβοι, ειδικά εκείνοι που έχουν λάβει το κινεζικό εμβόλιο για τον κορωνοϊό, χαιρετούν ο ένας τον άλλον λέγοντας αστειευόμενοι “νι χάο”, που θα πει “γεια σου”», σχολίαζε σκωπτικά ο ερευνητής του Κέντρου Ευρωπαϊκών Πολιτικών στο Βελιγράδι και συγγραφέας μελέτης για τις σχέσεις Σερβίας – Κίνας, Β. Σούμποντιτς.

Η εξάρτηση του χρέους

Το Πεκίνο δανείζει με επαχθείς όρους τους Βαλκάνιους, που του αναθέτουν έργα, με τα ανταλλάγματα να μην περιορίζονται μόνο σε οικονομικό επίπεδο.

Κινεζικά δάνεια κινούν τη σερβική οικονομία με τη χρηματοδότηση μεγάλων δημοσίων έργων και την αγορά ορυχείων, και μεγάλων επιχειρήσεων. Από τη Ρωσία, που δεν βλέπει με καθόλου καλό μάτι την ορμητική εισβολή του Πεκίνου, η Σερβία αγοράζει όπλα, αέριο και πετρέλαιο. «Τα τελευταία εννέα χρόνια όλα τα μεγάλα έργα υποδομής στη Σερβία χρηματοδοτήθηκαν με δάνεια από την Κίνα και έχουν ανατεθεί σε κινεζικές εταιρείες χωρίς διαγωνισμό και με εργάτες που έρχονται από την Κίνα. Σε λίγα χρόνια το χρέος της Σερβίας προς το Πεκίνο θα πάει στα ύψη», δήλωσε ο Ντούσαν Νίκεζιτς, πρόεδρος της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής του Κόμματος Ελευθερίας και Δικαιοσύνης (SSP).

Στα μέσα του περασμένου Δεκεμβρίου, 500 Βιετναμέζοι εργάτες που δούλευαν για την ανέγερση, στην πόλη Ζρένγιανιν, εργοστασίου παραγωγής λάστιχων –πρώτο κινεζικό στην Ευρώπη, η μεγαλύτερη κινεζική επένδυση στη Σερβία– κατέβηκαν σε απεργία διαμαρτυρόμενοι για τις απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσής τους καθώς, όπως κατήγγειλαν, αναγκάζονται να ζουν σε αποθήκες χωρίς θέρμανση, χωρίς τροφή, χωρίς χρήματα και χωρίς βοήθεια από τις τοπικές αρχές. Στην ανατολική Σερβία, οι Κινέζοι πήραν τα ορυχεία χαλκού στην πόλη Μπορ, όπου όμως οι κάτοικοι έχουν ξεσηκωθεί καθώς δεν τηρείται κανένα περιβαλλοντικό μέτρο.

Τα δάνεια έχουν βεβαίως το τίμημά τους, που δεν είναι μόνο οικονομικό. Οσοι τα λαμβάνουν και καθυστερούν να τα αποπληρώσουν υφίστανται τον λεγόμενο «εκβιασμό χρέους» από το Πεκίνο. Οπως το θέτει ο Νίκεζιτς: «Η Σερβία είναι η μόνη χώρα στα Δυτικά Βαλκάνια που δεν έχει υποστηρίξει ψηφίσματα της Ε.Ε. τα οποία είναι επικριτικά για την Κίνα, είτε πρόκειται για παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, γεωπολιτικά ζητήματα, είτε για κινεζικά συμφέροντα στο Χονγκ Κονγκ και στο Θιβέτ».

Και εδαφικές αξιώσεις

Στη μέγγενη του κινεζικού χρέους δεν βρίσκεται μόνο η Σερβία. Η Κίνα διατηρεί το ένα τέταρτο του συνολικού χρέους του Μαυροβουνίου, η κυβέρνηση του οποίου έλαβε δάνειο αρκετών εκατ. ευρώ για την κατασκευή από κινεζικές εταιρείες αυτοκινητοδρόμου μέσα στα βουνά. Μολονότι το έργο καθυστερεί προκλητικά οι Κινέζοι έβαλαν το «μαχαίρι στον λαιμό» στους Μαυροβουνίους για να ξεκινήσουν την αποπληρωμή τον Ιούλιο, αλλά τα λεφτά δεν υπάρχουν. Η κυβέρνηση απευθύνθηκε στην Ε.Ε. για βοήθεια, πλην όμως αξιωματούχος των Βρυξελλών δήλωσε ότι «πολιτικά θέλουμε να βοηθήσουμε, αλλά το μέγεθος του δανείου είναι δυσανάλογο με το μέγεθος της οικονομίας, οπότε οι μηχανισμοί δεν είναι ακόμη προφανείς».

Τι σημαίνει αυτό για το λιλιπούτειο κράτος της Αδριατικής; Αν δεν προχωρήσει στην αποπληρωμή, οι όροι της σύμβασης δίνουν στην Κίνα το δικαίωμα να αξιώσει ως αντάλλαγμα εδαφικές εκτάσεις!

Κίνδυνος ανάφλεξης στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη

Η σκληρή σύγκρουση των συμφερόντων ενεργοποιεί εφιαλτικά σενάρια περί εκ νέου αναδιάταξης του συνοριακού χάρτη και τη δημιουργία εθνοτικών πόλων ισχύος. Επίκεντρο η Βοσνία-Ερζεγοβίνη, που απειλεί να καταστεί η θρυαλλίδα μιας νέας καταστροφής στα Βαλκάνια.
Ολο και πιο συχνά βλέπουν το φως ανεπίσημα έγγραφα, που όμως διακινούνται στα κέντρα εξουσίας, και ακούγονται φωνές περί διάλυσης του ευάλωτου αυτού κρατικού δημιουργήματος της συνθήκης του Ντέιτον (1995). Το πιο ανησυχητικό όμως είναι οι κινήσεις που γίνονται στο εσωτερικό της Βοσνίας προς την κατεύθυνση αυτή.

Σε αυτές πρωτοστατεί ο ηγέτης της Σερβικής δημοκρατίας, της μιας από τις δύο εθνοτικές συνιστώσες της Β-Ε, Μίλοραντ Ντόντικ, ο οποίος έχοντας την ανοχή και στήριξη του Βελιγραδίου, της Μόσχας και της… Βουδαπέστης, ωθεί τις εξελίξεις στην απόσχιση της «Ρεπούμπλικα Σρπσκα». Πρόσφατα απέσυρε τα σερβικά τμήματα από τον στρατό της Βοσνίας, απέκοψε από τους ομοσπονδιακούς θεσμούς και το φορολογικό σύστημα, ενώ δεν δίστασε να οργανώσει παρέλαση με δικό του στρατό στην Μπάνια Λούκα, προκαλώντας τη σφοδρή αντίδραση της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Δεν διστάζει, μάλιστα, να διακηρύσσει ανοιχτά πως η απόσχιση της σερβικής οντότητας αποτελεί επιλογή του.

Μια τέτοια εξέλιξη, όμως, θα ενεργοποιούσε το λεγόμενο βαλκανικό ντόμινο και θα βύθιζε την περιοχή σε νέα τραγωδία, αφού και άλλα έθνη, όπως το αλβανικό, αλλά και το βουλγαρικό (!) καλλιεργούν αλυτρωτικό κλίμα, περιμένοντας την ιστορική ευκαιρία για εθνική τους ολοκλήρωση. 
Εν μέσω όλων αυτών, κόσμος πάει κι έρχεται στη Βαλκανική. 

Ο Ερντογάν επισκέφθηκε την Αλβανία, όπου οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν ότι εγκαθιστούν την έδρα των ειδικών δυνάμεων του στρατού για την Ευρώπη, ο πρωθυπουργός της Βουλγαρίας Κίριλ Πέτκοφ μεταβαίνει τις επόμενες μέρες στα Σκόπια, ο Χουλουσί Ακάρ μόλις επέστρεψε από ταξίδι στη Βοσνία και το Κόσοβο, ο ΥΠΕΞ του οποίου έρχεται τις επόμενες μέρες στην Αθήνα.    

Το μπρα ντε φερ Μόσχας – Ουάσιγκτον και η Ελλάδα

Κινούμενοι με τη γνωστή ασιατική μεθοδικότητα και υπομονή, οι Κινέζοι πορεύονται στα Βαλκάνια παρεμβαίνοντας με έργα υποδομής αλλά και πρόσφατα με τη «διπλωματία εμβολίων», μετά την έναρξη της πανδημίας COVID-19. Ωστόσο, ο βαλκανικός δρόμος προς τις αγορές της Ευρώπης δεν είναι στρωμένος με «μεταξωτά χαλιά», ούτε με ροδοπέταλα για τους Κινέζους. Για Αμερικανούς και Ευρωπαίους που αντιμάχονται ήδη τη ρωσική διείσδυση, η Κίνα και στα Βαλκάνια προβάλλει ως η μεγαλύτερη απειλή. Πριν από δύο χρόνια ο Αλβανός πρωθυπουργός, Εντι Ράμα, θέλησε να ανοίξει παρτίδες με την κινεζική Huawei για την τεχνολογία 5G, αλλά έκανε αμέσως πίσω μετά την ακαριαία αντίδραση των Αμερικανών. 
Πάνω από τη «βαλκανική πίτα» συνωστίζονται Αμερικανοί, Ρώσοι, Ευρωπαίοι, Τούρκοι, Αραβες, μέχρι και Ιάπωνες. Οι Ρώσοι πασχίζουν να κρατήσουν μακριά από τον ζωτικό τους χώρο τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, και δουλεύουν για να αποτρέψουν την προσχώρηση των δυτικοβαλκανικών χωρών στους δυτικούς θεσμούς και στην ομπρέλα επιρροής τους. Αξιοποιούν επ’ αυτού το ισχυρό σλαβικό στοιχείο, στο όνομα του οποίου ιστορικά η Ρωσία έκανε παιχνίδι στα Βαλκάνια, όπως και την Ορθόδοξη Εκκλησία, που διαχρονικά λειτουργεί υπό την «ευλογία» (εξάρτηση) του Πατριαρχείου Μόσχας. Κυρίως, όμως, κραδαίνει το ισχυρό χαρτί της, την εξάρτηση των βαλκανικών κρατών από το φυσικό της αέριο και λιγότερο το πετρέλαιο, πεδίο στο οποίο διεξάγεται σφοδρή σύγκρουση με τις ΗΠΑ.    

Οι Αμερικανοί υψώνουν αμυντική ασπίδα επιρροής στην ανατολική ακτή της Αδριατικής Θάλασσας και στα παράλια του χερσονήσου του Αίμου, ώστε να εμποδίσουν τη ρωσική κάθοδο στη Μεσόγειο. Αμερικανικοί σταθμοί για τη μεταφορά υγροποιημένου σχιστολιθικού φυσικού αερίου και την προώθησή του στις αγορές της Κεντρικής και της Ανατολικής Ευρώπης, ως αντιστάθμισμα στη ρωσική ενεργειακή επιρροή και στους γεωπολιτικούς εκβιασμούς του Κρεμλίνου, εγκαθίστανται στα λιμάνια της Αλεξανδρούπολης, του Δυρραχίου και του Σπλιτ στην Κροατία.
Ολα αυτά με την ταυτόχρονη ενδυνάμωση της στρατιωτικής παρουσίας και του ΝΑΤΟ, από την Αλβανία έως και τα παράλια της Μαύρης Θάλασσας, η οποία ερεθίζει τα μέγιστα τον Πούτιν και βεβαίως τον Ερντογάν σε ό,τι αφορά τη χρήση του λιμανιού της Αλεξανδρούπολης και γενικότερα την αμυντική θωράκιση της Ελλάδας.

Ο «προστάτης Ερντογάν»

Αγκυρα και Βουδαπέστη «μαγειρεύουν» και αυτοί στη βαλκανική κουζίνα. Ο Ερντογάν πήγε στις αρχές της εβδομάδας στα Τίρανα για να μοιράσει διαμερίσματα στους σεισμοπλήκτους και να διαβεβαιώσει τους Αλβανούς ότι παραμένει ο «μεγάλος αδελφός» και προστάτης τους, όπως και των άλλων μουσουλμανικών πληθυσμών της Βαλκανικής, τους οποίους χρησιμοποιεί ως όχημα για την επέκταση του οράματός του της «Γαλάζιας πατρίδας».
Ο Ορμπαν, πάλι, «κατεβαίνει» αργά, αλλά μεθοδικά στα Βαλκάνια, με λάβαρο το δικό του εθνικολαϊκιστικό αυταρχικό μοντέλο διακυβέρνησης και μοιράζοντας ευρωπαϊκό χρήμα σε ηγέτες τύπου Μίλοραντ Ντόντικ στη Σερβική Δημοκρατία της Βοσνίας, τις αποσχιστικές τάσεις του οποίου ενίσχυσε πρόσφατα με 100 εκατ. ευρώ! Μάλιστα ο Ορμπαν θεωρείται από τον δυτικό Τύπο ο βασικός «ύποπτος» για τη διακίνηση, πρόσφατα, non paper περί διάλυσης της Βοσνίας και αλλαγών του σημερινού συνοριακού χάρτη.  

Και η Ευρωπαϊκή Ενωση; Δείχνει να μένει πίσω στην κούρσα του ανταγωνισμού επί του πεδίου, όπως και η Ελλάδα. Η ελκυστική της δύναμη, ειδικά με την απροθυμία της να δεχθεί στους κόλπους της τα κράτη της Δυτικής Βαλκανικής, που σκόρπισε απογοήτευση στους λαούς τους, έχει σχεδόν εξατμιστεί και κανείς δεν πιστεύει στη δύναμή της. Ο ένας μετά τον άλλον οι ισχυροί της Ευρώπης φροντίζουν να κάνουν διακριτή την παρουσία τους και να λαμβάνουν ξεχωριστές πρωτοβουλίες, αφήνοντας κατά μέρος τις Βρυξέλλες με τα ευχολόγια και τις ανούσιες διακηρύξεις τους.
Μόλις την περασμένη εβδομάδα η Βρετανία εγκατέστησε στα Τίρανα ειδικό απεσταλμένο για τα Δυτικά Βαλκάνια (Στιούαρτ Πιτς), η Γερμανία κάνει δική της πολιτική μέσω της Διαδικασίας του Βερολίνου, η Γαλλία το ίδιο, όπως αποδείχθηκε και με το ενταξιακό βέτο για τη Βόρεια Μακεδονία και την Αλβανία, κόντρα στη βούληση της Κομισιόν. Και από κοντά η Αυστρία προσπαθεί να αναζωογονήσει την εναπομείνασα «αύρα» της Αυστροουγγαρίας, ειδικά στη Βοσνία, και η Βουλγαρία που δεν διστάζει να επαναφέρει στην ευρωπαϊκή συζήτηση εφιαλτικά οράματά της του προπερασμένου αιώνα.
Εν μέσω ενός τέτοιου γεωπολιτικού ανταγωνισμού η Ελλάδα δείχνει να έχει πάψει να είναι παίκτης, τουλάχιστον πρώτης γραμμής. Με το διπλωματικό της κεφάλαιο να μάχεται τις επεκτατικές βλέψεις της Τουρκίας, το ενδιαφέρον της για τα Βαλκάνια πρακτικά έχει ατονήσει. Η εικόνα της στις γειτονικές κοινωνίες δεν έχει καμία σχέση με εκείνη της Ελλάδας πριν από μερικά χρόνια, από την οποία όλοι κάτι προσδοκούσαν και την είχαν περίπου ως πρότυπο. Η Τουρκία κερδίζει έδαφος σε όλα τα επίπεδα και αυτό ίσως μετρήσει σε μια κρίσιμη στιγμή.

Καθημερινή

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO11 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός12 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις12 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO12 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO12 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή