Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η «Δύση» διαιρεμένη ενώ ο Πούτιν παίζει με τη φωτιά

Δημοσιεύτηκε στις

Ουκρανία: Οι υβριδικές επιχειρήσεις, στις οποίες η Ρωσία πρωταγωνίστησε στο πρόσφατο παρελθόν, είναι αναμφίβολα πολύ πιθανές

Κώστας Λάβδας

«Με το δάχτυλο στη σκανδάλη», «έτοιμοι για πόλεμο», κλπ. Όλα τα κλισέ γράφτηκαν και ακούστηκαν τις τελευταίες ημέρες. Και όμως, μια κλασικού τύπου «εισβολή» της Ρωσίας στην Ουκρανία είναι -με τα μέχρι τώρα δεδομένα- απίθανη. Προφανώς όχι αδύνατη, αλλά απίθανη. Οι «προβλέψεις» κάποιων για εισβολή στα μέσα Φεβρουαρίου βασίζονται απλώς σε υπολογισμούς για την επάρκεια της ρωσικής προετοιμασίας, παρακάμπτοντας το μείζον ζήτημα που είναι κατά πόσον μια απόφαση για πόλεμο έχει όντως ληφθεί ή πρόκειται να ληφθεί.

Από την άλλη πλευρά, εάν μια εισβολή είναι απίθανη, οι υβριδικές επιχειρήσεις, στις οποίες η Ρωσία πρωταγωνίστησε στο πρόσφατο παρελθόν, είναι αναμφίβολα πολύ πιθανές. Άλλωστε, από τακτική άποψη, η Μόσχα επιθυμεί την απόκτηση και της Μαριούπολης ώστε να μειώσει ακόμη περισσότερο την ναυτική παρουσία της Ουκρανίας και να την διώξει από τη Θάλασσα του Αζόφ. Όμως αυτό όμως που κυρίως διακυβεύεται είναι το μέλλον των σφαιρών επιρροής και οι δυνατότητες -μαζί και τα όρια- του νέου, πολυκεντρικού κόσμου.

Η Ρωσία επιδίδεται σε μια μορφή προχωρημένης και παρακινδυνευμένης διαπραγματευτικής διάδρασης (brinkmanship), στο πλαίσιο της οποίας η πίεση που ασκείται στον απέναντι για να κάνει πίσω μπορεί να φτάσει στα ακρότατα όρια της διαπραγμάτευσης πριν το ξέσπασμα της σύγκρουσης. Ένα πιθανό σενάριο είναι αυτό που -χωρίς ίχνος χιουμοριστικής διάθεσης- προβάλλει τις τελευταίες ημέρες το Βερολίνο: εάν η Ρωσία εισβάλλει, δεν θα πραγματοποιηθεί ο Nord Stream 2.

Με άλλα λόγια, με δεδομένο ότι η Ρωσία πιθανότατα δεν θα εισβάλλει, νομιμοποιείται σε ευρωατλαντικό πλαίσιο και ο Nord Stream 2. Μέσα στην κρίση, η Γερμανία είχε αρχικά αναζητήσει μια γέφυρα με την Μόσχα μέσω της λεγόμενης Διάταξης της Νορμανδίας (Γαλλία – Γερμανία – Ρωσία – Ουκρανία, από το 2014) αλλά στη συνέχεια, όταν Παρίσι και Βερολίνο τράβηξαν διακριτούς δρόμους, το Βερολίνο εστιάστηκε στη βασική διμερή συζήτηση Γερμανίας – Ρωσίας.

Έχουμε αναλύσει τι θέλει σήμερα η Ρωσία του Πούτιν και πώς εξηγείται αυτό το σύνθετο πλέγμα προτεραιοτήτων. Με τη σοβαρή κρίση που αντιμετωπίζουμε σήμερα, το ουσιαστικό ερώτημα μπορεί να τεθεί ως εξής. Όταν η παρούσα κρίση περάσει σε φάση άμβλυνσης, κατά πόσον θα έχουν επηρεαστεί τα βασικά χαρακτηριστικά των σχέσεων μεταξύ των βασικών δρώντων;

Συχνά οι κρίσεις αναδεικνύουν και τις λιγότερο εμφανείς διαστάσεις. Η παρούσα κρίση υπογράμμισε αφενός ότι η Ρωσία του Πούτιν επιμένει να λαμβάνεται υπόψη και μάλιστα βάσει μιας αντίληψης για σφαίρες επιρροής με σαφείς ιστορικές αναφορές, αφετέρου ότι η «Δύση» αποτελεί ήδη ταμπέλα για το άθροισμα διαφορετικών ομάδων δρώντων με συγκλίνουσες και αποκλίνουσες οπτικές.

Παράλληλα, όσο η όξυνση εντείνεται, η αμεσότητα της κρίσης οδηγεί και σε περίσκεψη. Ο «πολύς» πρόεδρος της Λευκορωσίας Λουκασένκο δήλωνε το 2019 ότι οι σχέσεις της χώρας του με την Ρωσία ήταν τόσο στενές που οι δύο χώρες «θα μπορούσαν να ενωθούν άμεσα χωρίς κανένα πρόβλημα». Όμως χθες, ενώ τα ρωσικά στρατεύματα συνέχιζαν να αυξάνονται στα σύνορα με την Ουκρανία, ο Λουκασένκο εξήγησε ότι πόλεμος μπορεί να γίνει «αλλά μόνο σε δύο περιπτώσεις: εάν υπάρξει ευθεία επίθεση σε βάρος της Λευκορωσίας θα υπερασπιστούμε τα εδάφη και την πατρίδα μας […] και η δεύτερη περίπτωση εμπλοκής της Λευκορωσίας σε πόλεμο είναι εάν η Ρωσία, που είναι σύμμαχός μας, δεχτεί επίθεση».

Περίσκεψη και στο Κίεβο, όπου ο πρόεδρος Ζελένσκι δηλώνει από χθες έτοιμος για συνάντηση με τον Πούτιν και καλεί τη Δύση «να μην προκαλεί πανικό» με υπερβολές για επικείμενο πόλεμο. Για τον Ζελένσκι, η πιθανότητα ενός πολέμου «δεν εξαφανίστηκε αλλά δεν ήταν λιγότερο σοβαρή το 2021, δεν βλέπουμε μεγαλύτερη κλιμάκωση από όση υπήρχε πέρσι».

Διαφορετικές οπτικές, επαναλαμβανόμενες εντάσεις

Αλλά το Κρεμλίνο θα επιμείνει στην πίεση μέχρι να διαπιστώσει κάποιες παραχωρήσεις που (ανεξαρτήτως των όποιων διατυπώσεων περί «εγγυήσεων ασφάλειας») θα συνίστανται ουσιαστικά στην αποδοχή εκ μέρους του ΝΑΤΟ ότι η περαιτέρω διεύρυνση στα ανατολικά δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς τη συναίνεση της Ρωσίας. Η πρόσφατη, πρωτοφανής κρίση στο Καζακστάν προστέθηκε στη συνολική εικόνα και χρωμάτισε ακόμη περισσότερο τις ερμηνείες της στο Κρεμλίνο.

Στην Μόσχα, πολλοί εξακολουθούν να σκέφτονται με όρους περικύκλωσης, μιας παλαιότατης ρωσικής και σοβιετικής ανάγνωσης του περιφερειακού και διεθνούς περιβάλλοντος. Και ισχυρίζονται ότι η συναίνεση της Μόσχας στην επανένωση της Γερμανίας το 1990 δόθηκε μετά από διαβεβαίωση ότι το ΝΑΤΟ δεν θα επεκταθεί ανατολικά, διαβεβαίωση που οι χώρες του ΝΑΤΟ αρνούνται ότι έδωσαν. Στην Ουάσιγκτον, από την άλλη πλευρά, πολλοί επιμένουν ότι η σοβαρή ένταση με την Ρωσική Ομοσπονδία ξεκίνησε με την κρίση της Κριμαίας και τη ρωσική εισβολή το 2014.

Οι δυο αυτές προσεγγίσεις είναι όχι μόνο διαφορετικές αλλά και εξόχως ελλειπτικές. Ακόμη και αν αγνοήσουμε ορισμένα κρίσιμα ιστορικά προηγούμενα, που θα μας πήγαιναν πολλές δεκαετίες πίσω, η σημερινή κρίση έχει τις ρίζες της όχι στο 2014 αλλά στο 2004. Μέσα στο 2004 φάνηκε ότι το Κρεμλίνο, μετά από μια παροδική αμφιταλάντευση, εξακολουθούσε να αντιμετωπίζει τις σχέσεις με όρους ιστορίας και σφαιρών επιρροής. ΟΙ πολιτικές αλλαγές στη Γεωργία και την Ουκρανία το 2003-2004 με την αποχώρηση του Σεβαρτνάτζε και του Κούτσμα αντίστοιχα, πυροδότησαν στο Κρεμλίνο μια ανησυχία που μετατράπηκε από τον Πούτιν σε ενεργητική αναζήτηση ισχυρής γεωπολιτικής ρελάνς. Αλλά ενώ ο Σαακασβίλι στη Γεωργία αποτελούσε εξαρχής αρνητική εξέλιξη για τον Πούτιν, στην Ουκρανία ο Βίκτορ Γιανουκόβιτς ως διάδοχος του Κούτσμα ήταν αποδεκτός.

Τον Ιούλιο του 2004, σε συνάντησή τους στη Γιάλτα, στο ίδιο κτίριο στο οποίο τον Φεβρουάριο του 1945 είχε επιβεβαιωθεί το μοίρασμα του μεταπολεμικού κόσμου σε σφαίρες επιρροής, ο Πούτιν και ο Κούτσμα επιχείρησαν να προσδιορίσουν ένα νέο οικονομικό χώρο που θα συγκροτούσαν κυρίως η Ρωσική Ομοσπονδία, η Ουκρανία, η Λευκορωσία και το Καζακστάν. Παράλληλα, το Κρεμλίνο κατέστησε σαφές ότι η πραγματοποιηθείσα επέκταση του ΝΑΤΟ στα ανατολικά, με την αύξηση των μελών του από 19 σε 26 (και αργότερα σε 30), αποτελούσε μια τελική πράξη και ακουμπούσε μια κόκκινη γραμμή. Ο Πούτιν θεωρούσε ότι η Γεωργία, η Ουκρανία και η Λευκορωσία ήταν και θα έπρεπε να παραμείνουν απολύτως εκτός της σφαίρας επιρροής της Δύσης.

Βεβαίως, η «πορτοκαλί επανάσταση» στο τέλος του 2004 φάνηκε να τραβάει την Ουκρανία προς τη Δύση μεταξύ 2005-2010 (το 2008 υποβλήθηκε και αίτημα για συμμετοχή στο «NATO Membership Action Plan»), αλλά η επάνοδος του Γιανουκόβιτς το 2010 έγειρε και πάλι την πλάστιγγα προς την πλευρά της Ρωσίας και οι σκέψεις για το ΝΑΤΟ εγκαταλείφθηκαν. Όπως είχε επισημάνει σε σχετική ανάλυσή της η Angela Stent, οι εκλογές που επανέφεραν τον Γιανουκόβιτς το 2010 δεν είχαν σημάδια παρατυπιών και η διεθνής κοινότητα αποδέχτηκε το αποτέλεσμα. Ο επανακάμψας Γιανουκόβιτς υπέγραψε συμφωνία για παραμονή του ρωσικού στόλου στη Μαύρη Θάλασσα μέχρι το 2042 ενώ παράλληλα δήλωνε ότι η Ουκρανία θα παραμείνει «ουδέτερη».

Το σημαντικό σημείο – για να συντομεύσουμε μια συναρπαστική αλλά μακρά ιστορία – είναι ότι δέκα χρόνια αργότερα, όταν με τη νέα Ουκρανική εξέγερση του 2014 ανατράπηκε η κυβέρνηση του Γιανουκόβιτς, ξέσπασαν διαδηλώσεις οργανωμένες από δίκτυα προσκείμενα στη Μόσχα που ζητούσαν στενούς δεσμούς με την Ρωσία αλλά και ανεξαρτησία για την Κριμαία. Η ύπαρξη ισχυρών ρωσόφωνων ομάδων ήταν ούτως ή άλλως μια πραγματικότητα. Η εισβολή στην Κριμαία και η προσάρτησή της («επανένωση» στο ρωσικό αφήγημα) αποτέλεσε μια τεράστιας σημασίας σφραγίδα του νέου ρόλου της πολιτικής των τετελεσμένων για τον μεταπολεμικό κόσμο στην Ευρασία.

Διαπράττοντας στρατηγικό σφάλμα, η κυβέρνηση Ομπάμα διάβασε με διαφορετικό τρόπο αυτή την εξέλιξη. «Η Ρωσία είναι μια περιφερειακή δύναμη που φέρνει σε δύσκολη θέση τους γείτονές της όχι εξαιτίας της ισχύος αλλά λόγω της αδυναμίας της», είχε δηλώσει ο Ομπάμα τον Μάρτιο 2014 αναφερόμενος στην ουκρανική κρίση και την προσάρτηση της Κριμαίας.

Πράγματι, η Ρωσική Ομοσπονδία ήταν και παραμένει μια χώρα οικονομικά εξασθενημένη και δημογραφικά καταρρακωμένη. Όμως διαθέτει στρατιωτική (συμβατική και πυρηνική) ισχύ που επανακάμπτει και μια προσέγγιση που κυριολεκτικά δεν διστάζει να παίξει με τη φωτιά, στοχεύοντας σε μια συνεχή απομείωση των επιλογών του αντιπάλου. Η εμπειρία του 2014 φάνηκε σαν διευρυμένη επανάληψη του 2008 (όταν αποδείχτηκε ότι η εδαφική ακεραιότητα της Γεωργίας δεν μπορούσε να βασίζεται σε παρέμβαση της Δύσης) και εδραίωσε στο Κρεμλίνο την πεποίθηση ότι μπορεί να διαχειριστεί τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ. Επί Τραμπ, η πεποίθηση αυτή ενισχύθηκε, για διαφορετικούς εν μέρει λόγους. Σήμερα, η Ρωσία αναμένει (και συνυπολογίζει) πιθανές κυρώσεις σε περίπτωση πολέμου στη Ουκρανία, αλλά όχι ένοπλη επέμβαση από το ΝΑΤΟ.

Όλα αυτά κατά κανένα τρόπο δεν συνεπάγονται κάποια μορφή αποδοχής των επιχειρημάτων που αποδίδουν ίδια βαρύτητα ή ίδια απαξία στις θέσεις των δυο πλευρών (equivalency arguments). Το Κρεμλίνο προωθεί τους στόχους του με μια ανελέητη εξόντωση των αντιπάλων του Πούτιν εντός και εκτός Ρωσίας, υιοθετώντας τακτικές χαρακτηριστικές ενός αυταρχικού καθεστώτος που επιζητεί και πάλι έναν ρόλο ανάμεσα στους διεθνείς πρωταγωνιστές. Όμως η οπτική γωνία του Κρεμλίνου πρέπει να γίνει κατανοητή και οι φωνές που επιθυμούν τη σύγκρουση για τη σύγκρουση πρέπει να εκτεθούν γι αυτό που αντιπροσωπεύουν: την συνηγορία για μια στρατιωτικά παρεμβατική «Δύση» όταν οι κάθε λογής προϋποθέσεις γι αυτή την παρεμβατικότητα στο συγκεκριμένο σημείο του πλανήτη έχουν εν πολλοίς, καλώς ή κακώς, εκλείψει. Όπως ο βετεράνος Γάλλος διπλωμάτης Gérard Araud μας υπενθύμισε πρόσφατα, η συμμετοχή μιας χώρας σε μια συμμαχία δεν είναι «δικαίωμα» της χώρας: αποτελεί επιλογή των μελών της συμμαχίας. Ενδιάμεσες λύσεις, ειδικά καθεστώτα, συνθήκες συνεργασίας αποτελούν πιθανές εναλλακτικές.

Ο αβέβαιος πολυκεντρικός κόσμος και η Ελλάδα

Όταν μετά την τρομοκρατική θηριωδία της 11ης Σεπτεμβρίου του 2001, οι ΗΠΑ ξεκίνησαν να οργανώνουν τις ενέργειές τους, οι αλληλεπιδράσεις με τους συμμάχους τους και με την Ρωσία αποδείχθηκαν σύνθετες και απρόβλεπτες. Ειδικά σε σχέση με το Ιράκ, η προσπάθεια εξεύρεσης στηριγμάτων το 2002-2003 αποδείχτηκε δυσχερής, παρά την βοήθεια που προσέφεραν η Βρετανία και η Ισπανία. Τελικά, ο Σιράκ, ο Σρέντερ και ο Πούτιν σχημάτισαν ένα ισχυρό τρίο επιφυλακτικότητας και – όταν ξεκίνησε ο πόλεμος στο Ιρακ – αντίθεσης με τις αμερικανικές ενέργειες. Στην Ουάσιγκτον, όπως έχουν αναλύσει οι Peter Baker και Susan Glasser, η εικόνα ήταν ότι η Γαλλία και η Γερμανία είχαν την πρωτοβουλία κινήσεων και ο Πούτιν τάχθηκε τελικά μαζί τους ανοικτά αντί να ακολουθήσει την προτροπή του Πεκίνου για διακριτική αποστασιοποίηση.

Φιλοδοξώντας ίσως να επαναλάβει την λακωνική ευστοχία του Λόρδου Ismay, η Condoleezza Rice το 2003 διατύπωσε (σε στενό κύκλο και χωρίς να ευθύνεται για την μαζική διαρροή) την περίφημη προτροπή: «Punish France, forgive Russia, and ignore Germany». Η ακόμη περιφημότερη λακωνική σύνοψη της λογικής πίσω από την ίδρυση του ΝΑΤΟ από τον Λόρδο Ismay το 1952 («to keep the Soviet Union out, the Americans in, and the Germans down») καθρέφτιζε ακόμη περισσότερο τις βεβαιότητες ενός διαφορετικού, φθίνοντος κόσμου.

Αλλά βρισκόμαστε στο 2022. Για την Ελλάδα, οι εξελίξεις σημαίνουν πρωτίστως ότι η εύθραυστη ισορροπία μεταξύ Ελλάδας – Τουρκίας θα διαμορφώνεται στο εξής σε ένα επίσης εύθραυστο και απρόβλεπτο περιφερειακό και διεθνές περιβάλλον. Ως προς τον πιθανό ρόλο των σεναρίων εξέλιξης στην Ουκρανία για την συμπεριφορά της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο, είναι προφανές ότι η Τουρκία θα επιχειρήσει να διαδραματίσει πάλι τον επιτήδειο ουδέτερο, ακόμη και τον πρόθυμο διαμεσολαβητή. Αλλά στην πραγματικότητα μια πλήρης ρήξη ΗΠΑ – Ρωσίας θα αποτελέσει κρίσιμο, ακόμη και υπαρξιακό τεστ για την Άγκυρα.

Η «Δύση» εμφανίζεται ουσιαστικά διαιρεμένη ενώ ο Πούτιν παίζει με τη φωτιά. Αλλά η διαίρεση στη «Δύση» δεν είναι πια δυνατό να ξεπεραστεί, παρά τις δηλώσεις περί του αντιθέτου. Διαίρεση προς τα έξω, με διακριτές γεωπολιτικές στοχεύσεις, αλλά και διαίρεση εντός, με ανάδυση διαφορετικών υποδειγμάτων πολιτικής λειτουργίας σε ένα κατ΄ όνομα «δημοκρατικό» πλαίσιο.

Όλα δείχνουν ότι ο Πούτιν θέλει να αυξήσει τη ρωσική σφαίρα επιρροής σε έναν κόσμο που και ο ίδιος τον ερμηνεύει ότι κινείται σε πολυκεντρική κατεύθυνση. Η σινο-ρωσική προσέγγιση, που όπως έχουμε επισημάνει αποτελεί πραγματικότητα παρά τις διαφορές και τις διακυμάνσεις, προσθέτει περιπλοκότητα στις σχέσεις χωρίς να οδηγεί την παγκόσμια αρχιτεκτονική σε ένα νέο διπολισμό. Στο προσεχές μέλλον, τα δυο πιθανά σημεία ανάφλεξης –Ουκρανία και Ταϊβάν– αντανακλούν, αντίστοιχα, τις εντάσεις στις σχέσεις της «Δύσης» με την Ρωσία και την Κίνα. Τα ζητήματα με την Ρωσία και με την Κίνα που θα αντιμετωπίσουμε στο προσεχές μέλλον θα είναι σύνθετα και πάντως ευρύτερα αυτών που επισημαίνονται στα δυο θεωρούμενα ως σημεία ανάφλεξης.

Όμως η «Δύση» παραμένει κατακερματισμένη –αναμενόμενο σε ένα ουσιωδώς, πλέον, πολυκεντρικό κόσμο– και η Ρωσία συνεχίζει την πολιτική διάνοιξης ρωγμών, κάτι στο οποίο το καθεστώς Ερντογάν την βοηθά συστηματικά. Θα την βοηθούσε ακόμη αποτελεσματικότερα με μια εσωτερική σύγκρουση στο ΝΑΤΟ, όπως θα ήταν ένα «θερμό επεισόδιο» μεταξύ Ελλάδας – Τουρκίας. Η αναθεωρητική Τουρκία συνεχίζει τον ρόλο της, η προσέγγιση «χαμηλής πολιτικής» δοκιμάστηκε κατ’ επανάληψη και απέτυχε. Κανένας εφησυχασμός δεν δικαιολογείται.

* Ο Κώστας Α. Λάβδας είναι Καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και έχει διατελέσει, μεταξύ άλλων, Senior Research Fellow στο London School of Economics και κάτοχος της Έδρας Ελληνικών και Ευρωπαϊκών Σπουδών «Κωνσταντίνος Καραμανλής» στο Fletcher School of Law and Diplomacy του Πανεπιστημίου Tufts στις ΗΠΑ

liberal.gr

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός8 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις8 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO8 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO8 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή