Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ο ύπουλος ρόλος του Χένρι Κίσινγκερ στο ζήτημα της Κύπρου

Δημοσιεύτηκε στις

Ο Κίσιγκερ έχει άμεση σχέση με την Κύπρο, καθώς οι αποφάσεις του καθόρισαν σε πολύ μεγάλο βαθμό τις εξελίξεις στο νησί

Ξένια Τούρκη   

Αν και έχει αποσυρθεί από θέσεις εξουσίας εδώ και δεκαετίες ο Χένρι Κίσινγκερ δεν έπαψε ποτέ να είναι επίκαιρος και να απασχολεί τον δημόσιο διάλογο. Ο Αμερικανός, πρώην υπουργός των Εξωτερικών είναι μια πολιτική φιγούρα που έχει άμεση σχέση με την Κύπρο, καθώς οι αποφάσεις του και η στάση του καθόρισε σε πολύ μεγάλο βαθμό τις εξελίξεις στο νησί, από τα πρώτα κιόλας βήματα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Φως στον ρόλο που έχει διαδραματίσει επιχειρεί να ρίξει ο Γουίλιαμ Μάλινσον, Βρετανός, πρώην διπλωμάτη,ς καθηγητής Πολιτικών Ιδεών και Θεσμών στο Πανεπιστήμιο Γουλιέλο Μαρκόνι. Ο Βρετανός ειδικός έχει γράψει αρκετά βιβλία που αφορούν την Κύπρο, με το τελευταίο του «Ο Κίσινγκερ και η εισβολή στην Κύπρο» μάλιστα να εστιάζει στο ρόλο του Αμερικανού πρώην υπουργού των Εξωτερικών στα γεγονότα του 1974 αλλά και σε αυτά που προηγήθηκαν.

Χρησιμοποιώντας μια πληθώρα πρωτογενών πηγών ο Γουίλιαμ Μάλινσον σκιαγραφεί το προφίλ του Χένρι Κίσινγκερ προσπαθώντας να κατανοήσει τις αποφάσεις που έλαβε σε σχέση με το Κυπριακό. Μέσα από το βιβλίο ο Χένρι Κίσινγκερ διαφαίνεται πως είχε μια μεγάλη αντιπάθεια για την Ελλάδα, τους Ελληνοκύπριος και τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο. Ο Ψυχρός Πόλεμος καθόρισε σε πολύ μεγάλο βαθμό τις αντιλήψεις του και υπήρξε εμμονικός με τη διατήρησης της Τουρκίας ως συμμάχου των ΗΠΑ και διαμεσολαβήτριας μεταξύ της τότε Σοβιετικής Ένωσης και του αραβικού κόσμου. 

Μιλώντας στον Φιλελεύθερο, ο Βρετανός ειδικός επεσήμανε πως η πολιτική του για την Κύπρο υπήρξε εκτός από εχθρική και ύπουλη σε πολύ μεγάλο βαθμό. Υποστηρίζει πως ο Χένρι Κίσινγκερ θεωρούσε την τουρκική συμβολή στη στρατηγική της Ουάσιγκτον πολύ σημαντικότερη από τις διεθνείς έννοιες της κρατικής κυριαρχίας και του διεθνούς δικαίου, κάτι που στιγμάτισε και τη στάση του έναντι της Κύπρου. Παράλληλα, αναφέρθηκε και στη στάση της Βρετανίας στο Κυπριακό. Το Λονδίνο σύμπλευσε πλήρως με τις ΗΠΑ και τον Αμερικανό πρώην υπουργό, υποστήριξε ο Γουίλιαμ Μάλινσον και «υπόκυψε» στην επιθυμία του για μια δικοινοτική λύση, που αποτέλεσε τον πρόδρομο του σχεδίου Ανάν.

Ποιοι ήταν οι λόγοι που σας ώθησαν να γράψετε ένα βιβλίο για τον ρόλο που διαδραμάτισε ο Χένρι Κίσινγκερ στα θέματα της Κύπρου;

Από το 1994 πραγματοποιώ έρευνες για τη διπλωματία γύρω από θέματα που αφορούν την Κύπρο. Στην πορεία αυτή έβρισκα τόσες πολλές αναφορές για τον Χένρι Κίσινγκερ και αυτό με έκανε να συνειδητοποιήσω πως χρειαζόταν να γραφτεί ένα βιβλίο, ειδικά για αυτό το θέμα, ώστε να διερευνηθεί και στη συνέχεια να εκτεθεί η συμπεριφορά και ο τρόπος σκέψης του, όχι μόνο σε ό,τι αφορά στην Κύπρο, αλλά και άλλα σημαντικά ζητήματα. 

Το βιβλίο σας περιέχει πολλές πληροφορίες για τον Αμερικανό, πρώην υπουργό Εξωτερικών, όπως και για τα γεγονότα που προηγήθηκαν της τουρκικής εισβολής του 1974. Πόσο καιρό χρειαστήκατε για να συγκεντρώσετε όλα αυτά τα στοιχεία; Ποιες ήταν οι πηγές σας; 

Ξεκίνησα την έρευνα μου το 1994 με μια μεταδιδακτορική υποτροφία που εξασφάλισα από την ελληνική κυβέρνηση για να μελετήσω τις ελληνο-αγγλικές σχέσεις. Η έκπληξη μου ήταν μεγάλη με το τι ανακάλυψα πως συνέβαινε στα παρασκήνια της παγκόσμιας διπλωματίας. Έγραψα τέσσερα βιβλία για την Κύπρο, προτού στρέψω το ενδιαφέρον ειδικά για τον Κίσινγκερ και τις σχέσεις του με το νησί. Οι κύριες πηγές μου ήταν τα Βρετανικά Εθνικά Αρχεία, οι Διεθνείς Σχέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών, όλα τα βιβλία που έγραψε ο ίδιος ο Χένρι Κίσινγκερ όπως επίσης και αυτά που έχουν γραφτεί για αυτόν. Σε μερικές περιπτώσεις χρειάστηκε περισσότερα από τρία χρόνια για να ανακτήσω κάποια ντοκουμέντα, μετά που ο Επίτροπος Πληροφοριών διέταξε το Γραφείο Εξωτερικών και Κοινοπολιτείας να μου στείλει αντίγραφα στην Αθήνα.

Γιατί θεωρήσατε σημαντικό να συμπεριλάβετε στην ανάλυσή σας και ένα ψυχολογικό προφίλ του Χένρι Κίσινγκερ;

Λοιπόν το θεώρησα πολύ σημαντικό, καθώς ήμουν σίγουρος ότι η βάση κατανόησης των διακρατικών σχέσεων είναι η ατομική κατά συνέπεια και η ομαδική και εταιρική ανθρώπινη συμπεριφορά. Ξεκάθαρα, ο Αμερικανός πρώην υπουργός είχε προσωπικά χαρακτηριστικά που καθόρισαν την πολιτική συμπεριφορά και στάση του. Κάποια από τα σχόλια του, όπως και σχόλια που έγιναν για τον ίδιο, μας βοηθούν να αντιληφθούμε καλύτερα γιατί έδρασε με τον τρόπο που έδρασε. Το εγώ του ήταν τεράστιο και όπως φαίνεται από τα αρχεία, αρκετοί Βρετανοί διπλωμάτες πίστεψαν πως έπασχε από «folie de grandeur», δηλαδή από μεγαλομανία.

Έχοντας κάνει πολύχρονες έρευνες, ποιο είναι το συμπέρασμά σας για τον ρόλο που διαδραμάτισε ο Χένρι Κίσινγκερ στην τραγωδία της Κύπρου;

Το συμπέρασμά μου είναι ότι έπαιξε έναν ανέντιμο, κακοήθη και επιζήμιο ρόλο. 

Γιατί η πολιτική του ήταν τόσο εχθρική απέναντι στην Κύπρο; 

Η πολιτική του ήταν περισσότερο ύπουλη παρά απροκάλυπτα εχθρική. O τρόπος σκέψης του φαίνεται ότι βασίστηκε σε έναν συνδυασμό της υποσυνείδητης αντιγραφής των απόψεων του Κλέμενς Βέντσελ Λόταρ φον Μέτερνιχ για τον Ιωάννη Καποδίστρια, της ξεκάθαρης αντιπάθειάς του για τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, του φόβου ότι μια ενωμένη και ισχυρή Κύπρος υπό τον Μακάριο θα ήταν επιζήμια για το ΝΑΤΟ και επικερδής για τη Μόσχα και του ότι θεωρούσε την Τουρκία πιο ζωτικής σημασίας από την Ελλάδα για τα αμερικανικά συμφέροντα. Ο Χένρι Κίσινγκερ θα ήταν απόλυτα σύμφωνος με την άποψη που είχε εκφράσει το Φόρειν Όφις: «Ο Μακάριος «έχει τις διανοητικές ικανότητες που θα του επέτρεπαν να αφήσει το στίγμα του σε μια χώρα με εκατοντάδες φορές μεγαλύτερο πληθυσμό. Το μυαλό του είναι και καθαρό και ευκίνητο. Είναι καλός ψυχολόγος και, παρόλο που μερικές φορές είναι ξεκάθαρα αλαζόνας, είναι καλός στο να διαχειρίζεται άντρες. Για έναν Έλληνα, είναι εκπληκτικά αδίστακτος. Δεν πιστεύω ότι μου είπε ποτέ σκόπιμα ψέματα, ίσως όμως να το κάνει στα κρυφά» (Hunt to Foreign Secretary, 17 Δεκεμβρίου 1966, Valedictory Despatch, PRO FO 371/185620, αρχείο CC1015/16.)

Μπορείτε σας παρακαλώ να μας δώσετε ένα συγκεκριμένο παράδειγμα;

Θα παραθέσω ένα απόσπασμα από το βιβλίο για να καταδείξω πως ο Χένρι Κίσινγκερ δεν έλεγε την αλήθεια και πως κρυβόταν πίσω από τις λέξεις. «Ο Κίσινγκερ δεν είχε φιλοφρονήσεις για τον Μακάριο, τον οποίο είχε δει πριν από λίγες μέρες. Έπρεπε να προφυλαχθεί από την πρακτική του Μακαρίου να παρερμηνεύει τις συνομιλίες τους στον Τύπο και αλλού. Ο Μακάριος είχε προσπαθήσει να πείσει ότι μια πολυ-περιφερειακή λύση ήταν εφικτή αν οι Αμερικανοί μπορούσαν να πείσουν τους Τούρκους να την αποδεχτούν. Ο Κίσινγκερ το είχε αρνηθεί αυτό και του είχε πει ότι εάν ήταν εφικτή μια πολυ-περιφερειακή λύση, οι Αμερικανοί ήδη θα είχαν δείξει πως δεν είχαν αντίρρηση. Ήταν πολύ προσεκτικός να μην πει ανοικτά πως οι Αμερικανοί προτιμούσαν μια διπεριφερειακή λύση, ούτε να αφήσει τον Μακάριο να υπαινιχθεί κάτι τέτοιο, αφού ο τελευταίος θα μπορούσε να παρουσιάσει τους Αμερικανούς να εκφοβίζουν τους Έλληνες για να αποδεχτούν εξευτελιστικούς όρους». Από όλα αυτά βλέπουμε ότι ο Χένρι Κίσινγκερ δεν ήταν ικανοποιημένος με τις εξελίξεις, καθώς είχε στριμωχτεί σημειολογικά. Και αυτό γιατί ήταν οι Αμερικανοί αλλά και ο ίδιος που είχαν παρακινήσει τους Τούρκους να καταθέσουν μια πρόταση για πολλά καντόνια» και ο Μακάριος το ήξερε αυτό. Ο Αμερικανός πρώην υπουργός δεν ήταν λοιπόν ευχαριστημένος με την ευθύτητα του Μακάριου και το γεγονός ότι ο Αρχιεπίσκοπος του είχε ανταποδώσει τα πυρά.

Έχουν γραφτεί και ειπωθεί πολλά για τον Μακάριο. Ποιο ρόλο θεωρείτε πως έπαιξε από το 1960 και μετά; 

Ο Μακάριος έπρεπε κατά κύριο λόγο να επιβιώσει και πολιτικά και κυριολεκτικά. Έπαιξε έναν ισορροπητικό ρόλο προσπαθώντας να κρατήσει το νησί του ενωμένο.

«Υπέκυψε» η Βρετανία

Συνεργάστηκε ο Χένρι Κίσινγκερ με την τότε βρετανική κυβέρνηση για να επιβάλει τη λύση δύο κρατών στην Κύπρο;

Μάλλον ήταν το αντίθετο που έγινε. Η Βρετανία «υπέκυψε» στις επιθυμίες του πρώην Αμερικανού υπουργού για μια δικοινοτική λύση, η οποία αργότερα μετονομάστηκε σε σχέδιο Ανάν. Στη συνέχεια η Βρετανία εγκατάλειψε την προσπάθεια να αποχωρήσει από τις βάσεις της στην Κύπρο εξαιτίας της επιθυμίας του Χένρι Κίσινγκερ να τις διατηρήσει, καθώς θεώρησε πως θα μπορούσαν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην διαμάχη του Ισραήλ και των Αραβικών κρατών. 

Ποιος ήταν ο ρόλος της Βρετανίας σε σχέση με την Κυπριακή Δημοκρατία όταν ιδρύθηκε;

Εκείνο που επεδίωξε το Λονδίνο ήταν να διατηρηθούν οι βρετανικές βάσεις στο νησί, όπως άλλωστε ήταν η στρατηγική επιθυμία της Ουάσιγκτον. Όλα τα άλλα βασίζονται και απορρέουν από αυτό. 

Είστε ένας πολύ καλός γνώστης του θέματος. Πιστεύετε πως η κατάσταση όπως εξελίχθηκε πριν από το 1974 ήταν αποτέλεσμα της εμπλοκής των τότε μεγάλων δυνάμεων ή των λαθών που έκαναν Λευκωσία και Αθήνα; 

Για να καταλάβουμε τι ακριβώς έχει συμβεί πρέπει να πάμε πολύ πιο πίσω από το 1974. Συγκεκριμένα όλα ξεκίνησαν από τις συμφωνίες του 1960 που είχαν ως αποτέλεσμα την εμπλοκή των μεγάλων δυνάμεων και συγκεκριμένα των ΗΠΑ και της Βρετανίας. Αν σε αυτό προσθέσουμε το λάθος της Αθήνας να εμπιστευτεί τις ΗΠΑ και τον Κίσιντζερ και κατά συνέπεια τη CIA όπως και τη Βρετανία γίνεται αντιληπτό πως φτάσαμε στο 1974.

Πρέπει να λογοδοτήσει

Πιστεύετε πως πρέπει να λογοδοτήσει σε κάποιο δικαστήριο για τη στάση που κράτησε στο κυπριακό ζήτημα;

Ναι, το πιστεύω αυτό. Όμως, καθώς δεν υπάρχουν οδηγίες που έγραψε ο ίδιος είναι πολύ δύσκολο να στοιχειοθετεί υπόθεση εναντίον του. Θα ήταν πολύ χρήσιμο αν μπορούσαμε να έχουμε τα ακριβή αμερικανικά αρχεία παρά τις διαμαρτυρίες του Χένρι Κίσινγκερ στον Βρετανό πρεσβευτή, αλλά αυτά τα έγγραφα είναι πολύ πιθανόν να είναι μεταξύ των ιδιωτικών του εγγράφων ή και να έχουν καταστραφεί. Ή ακόμη ίσως και να μην καταγράφηκαν επίσημα ποτέ, αν και το Foreign Office έχει καταγράψει το αρχείο στο οποίο αναφέρθηκα πιο πάνω. Ούτως ή άλλως όμως ο Χένρι Κίσινγκερ διεκπεραίωνε το μεγαλύτερο μέρος της πολιτικής του μέσω τηλεφωνικών συνδιαλλαγών. Επιπλέον, αν δεν παραπέμφθηκε ενώπιον της Δικαιοσύνης για τον αρχηγικό ρόλο που έπαιξε στο θάνατο χιλιάδων αμάχων στη Νότια Ασία με τη στρατηγική του για τους κρυφούς βομβαρδισμούς ποιες είναι οι πιθανότητες να λογοδοτήσει για την Κύπρο; Ζούμε σε έναν κόσμο, όπου άνθρωποι όπως o Τόνι Μπλερ, η Κοντολίζα Ράις, ο Τζορτζ Μπους και ο Ντόναλντ Ράμσφελντ, δεν θεωρούνται επαρκώς υπεύθυνοι για τις πράξεις τους, τα ψέματα που λένε και την καταστροφή που προκαλούν.

Φιλελεύθερος

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ιστορία - Πολιτισμός32 λεπτά πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις43 λεπτά πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO44 λεπτά πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Σοβαρή καταγγελία για το Σαχτάρ-ΑΕΚ! Χειρονομίες Τούρκων οπαδών προς τους Έλληνες – Συνελήφθησαν αστραπιαία από την αγγλική αστυνομία

Οι Τούρκοι βρέθηκαν στο Λονδίνο για τον προπονητή της ουκρανικής ομάδας Αρντά Τουράν, ο οποίος ακούγεται για τον πάγκο της...

Δημοφιλή