Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η επανεκλογή του Ιταλού Προέδρου Sergio Mattarella και οι σχέσεις με Κύπρο & Ελλάδα

Δημοσιεύτηκε στις

Σημαντική για Ελλάδα και Κύπρο η εκλογή Mattarella στην Ιταλία

Δρ Λάμπρος Γ. Καούλλας

Η Ιταλίδα πολιτική αναλύτρια Noemi Euticchio μιλά στη «Σημερινή» για το πλέγμα σχέσεων και συμφερόντων στην Ανατολική Μεσόγειο υπό το φως της επανεκλογής του Ιταλού Προέδρου της Δημοκρατίας

ΙΤΑΛΙΔΑ 2 20220213.jpg

Η Ιταλίδα πολιτική αναλύτρια Noemi Euticchio

Στις 29 Ιανουαρίου 2022, η ιταλική Bουλή ανέδειξε για Πρόεδρο της Ιταλικής Δημοκρατίας, για δεύτερη φορά, τον προερχόμενο από τους Χριστιανοδημοκράτες νομικό και ακαδημαϊκό Sergio Mattarella.

Η «Σημερινή» ζήτησε την άποψη της Ιταλίδας πολιτικής αναλύτριας Noemi Euticchio, δημοσιογράφου της ισπανικής εφημερίδας «La Razón», για τις εξελίξεις στην πατρίδα της και τη σημασία της εξέλιξης αυτής για την εσωτερική πολιτική σκηνή. Με αφορμή την επανεκλογή του S. Mattarella, η Ιταλίδα δημοσιογράφος αναπτύσσει το πλέγμα των σχέσεων της Ιταλίας με Ελλάδα και Κύπρο, στο ευρύτερο πλαίσιο της Ανατολικής Μεσογείου, καθώς και με τον παράγοντα Τουρκία.

Η σημασία της επανεκλογής S. Mattarella

Ο Sergio Mattarella ήταν επικεφαλής του ιταλικού κράτους μεταξύ 2015 και 2022. Εξελέγη για δεύτερη φορά από τη Βουλή και θα παραμείνει Πρόεδρος από φέτος μέχρι και το 2029. Πριν από αυτόν, μόνον ο προκάτοχός του, Giorgio Napolitano, είχε εκλεγεί δύο φορές. Η πρώτη του φορά ήταν το 2006 και ξανά το 2013, όταν και αντικαταστάθηκε από τον Sergio Mattarella.

Η N. Euticchio αναφέρει πως «μετά από μερικές ημέρες αβεβαιότητας και αποτυχίας στο να συμφωνήσουν τα πολιτικά κόμματα στο όνομα του υποψηφίου, τόσο από πλευράς κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας όσο και από πλευράς αντιπολίτευσης, συμφωνήθηκε ότι η διατήρηση της σταθερότητας της χώρας ήταν προτεραιότητα και έτσι συμφώνησαν να προτείνουν ξανά τον Mattarella» και σημειώνει: «Γιατί, όμως, για άλλη μια φορά, μια τόσο συντηρητική προσέγγιση; Ο Πρόεδρος είναι ο επικεφαλής του κράτους και ο εκπρόσωπος της εθνικής ενότητας. Έχει μια εποπτική και συντονιστική λειτουργία και, ως εκ τούτου, πρέπει να αντιπροσωπεύει μιαν ουδέτερη δύναμη. Αυτά είναι χαρακτηριστικά που ενσάρκωσε στην εντέλεια ο Sergio Mattarella. Οπότε το ερώτημα θα μπορούσε να είχε τεθεί και ανάποδα: Γιατί να μην ξαναγίνει Πρόεδρος;».

Σύμφωνα με την προσέγγιση που επικράτησε, η Euticchio αναφέρει: «Η απόφαση, στην πραγματικότητα, αν και φαινομενικά απλή και έτοιμη, δεν ήταν και τόσο ξεκάθαρη. Αρχικά, μάλιστα, ανάμεσα στα ονόματα των πιθανών υποψηφίων ήταν και αυτό του Mario Draghi, του σημερινού Πρωθυπουργού της ιταλικής κυβέρνησης. Είχε προταθεί, πολύ στρατηγικά, από τα ιταλικά δεξιά κόμματα. Ιδιαίτερα από το Fratelli d’Italia υπό την ηγεσία της Giorgia Meloni. Ο στόχος της ήταν ξεκάθαρα να τινάξει την κυβέρνηση στον αέρα και να πάει η χώρα σε πρόωρες εκλογές. Μόνο το 2023, στην πραγματικότητα, μετά το φυσικό κλείσιμο του νομοθετικού σώματος, θα είναι δυνατή η επιστροφή σε ψηφοφορία. Από την άλλη, τα κυβερνητικά κόμματα, συμπεριλαμβανομένης της Αριστεράς, πίεσαν για την εξεύρεση οποιουδήποτε άλλου υποψηφίου, ο οποίος, ωστόσο, θα μπορούσε να εγγυηθεί τη σταθερότητα της Κυβέρνησης. Τελικά, επικράτησε η πιο μετριοπαθής προσέγγιση».

Ο S. Mattarella, κατά την εναρκτήρια ομιλία του, που έλαβεν χώραν στις 3 Φεβρουαρίου, είπε: «Οι σκέψεις μου, αυτήν τη στιγμή, απευθύνονται σε όλους τους Ιταλούς και ιδιαίτερα σε αυτούς που υποφέρουν περισσότερο και περιμένουν από τους θεσμούς της Δημοκρατίας εγγύηση των δικαιωμάτων τους, επιβεβαίωση και απτές απαντήσεις στις αγωνίες τους. Αυτές οι προσδοκίες θα είχαν υπονομευθεί σοβαρά από την παράταση μιας κατάστασης βαθιάς πολιτικής αβεβαιότητας και εντάσεων, οι συνέπειες των οποίων θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο ακόμη και καθοριστικούς πόρους και προοπτικές για επανεκκίνηση της χώρας, με δέσμευση για να βγει από μια κατάσταση μεγάλης δυσκολίας. Αναγνωρίζω πως κατά τη διάρκεια της ψηφοφορίας στο Κοινοβούλιο υπήρχε επίγνωση αυτών των πραγμάτων στις ταραγμένες μέρες της περασμένης εβδομάδας».

Όσον αφορά τη διεθνή διάσταση, ο Mattarella δήλωσε: «Ζούμε σε μια εξαιρετική φάση, στην οποία η πολιτική ατζέντα καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από την κοινή στρατηγική σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Πρέπει να ελκύσουμε τους δικούς μας πόρους και αυτούς των συμμαχικών και φιλικών δυνάμεων, ώστε οι επιδείξεις της ισχύος να δώσουν τη θέση τους στην αμοιβαία κατανόηση, για να μη φοβάται κανένας λαός για επιθετικότητα από τους γείτονές του. Οι άνθρωποι της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να γνωρίζουν ότι έχουν ρόλο στη στήριξη των διαδικασιών σταθεροποίησης και ειρήνης στο ταλαιπωρημένο μεσογειακό και μεσανατολικό τοπίο. Δεν υπάρχει διαφυγή από τις προκλήσεις της ιστορίας και των συναφών ευθυνών. Η Κυβέρνηση υπό την ηγεσία του Προέδρου Draghi είναι έντονα προσηλωμένη σε όλα αυτά τα ζητήματα».

Ιταλία & Κύπρος

«Ως εκ τούτου, όσον αφορά την εξωτερική πολιτική και τις σχέσεις μας με τους γείτονές μας, Ευρωπαίους και μη-Ευρωπαίους, θα πρέπει να παραμείνουν αμετάβλητες και τόσο ισχυρές όσο ήταν πάντα, ιδιαίτερα με τις χώρες που είναι πιο κοντά σ’ εμάς, τόσο λόγω γεωγραφικής και πολιτιστικής εγγύτητας, αλλά και για τα κοινά συμφέροντα που ήταν ξεκάθαρα», σημειώνει η N. Euticchio και φέρνει παραδείγματα πολιτιστικών και διπλωματικών σχέσεων.

«Για παράδειγμα, μια από τις πιο πρόσφατες σημαντικές συναντήσεις μεταξύ Κύπρου και Ιταλίας πραγματοποιήθηκε τον Νοέμβριο του 2021. Η Πρεσβεία της Ιταλίας στη Λευκωσία σε συνεργασία με το Τμήμα Αρχαιοτήτων Κύπρου γιόρτασαν στην Καστελλιώτισσα, στη Λευκωσία, τα 50 χρόνια διμερών σχέσεων στον τομέα της Αρχαιολογίας με την προβολή του ντοκιμαντέρ “Diggin History”. Στην εκδήλωση παρευρέθη και ο Υπουργός Μεταφορών, Επικοινωνιών & Έργων Γιάννης Καρούσος. Δεν είναι μόνον ο πολιτισμός και εν προκειμένω η αρχαιολογία που συνδέει αυτές τις δύο χώρες», αναφέρει η δημοσιογράφος.

Λόγος έγινε βεβαίως και για τις διπλωματικές σχέσεις. Τον περασμένο Μάρτιο, για παράδειγμα, ο Ιταλός Υπουργός Εξωτερικών, Luigi Di Maio, βρέθηκε με τον Υπουργό Εξωτερικών Νίκο Χριστοδουλίδη στη Λευκωσία. «Οι σχέσεις μεταξύ Ιταλίας και Κύπρου είναι άριστες. Θα συνεχίσουμε τη συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών μας. Η κοινή μας θέση στη μεσογειακή και ευρωπαϊκή οικογένεια είναι η προϋπόθεση για την οικοδόμηση μιας ολοένα και ευρύτερης και σαφούς θέσης. Στην πραγματικότητα, προκύπτουν εξαιρετικές ευκαιρίες από αυτήν την κοινή θέση και θέλουμε να την αδράξουμε, μέσα από τη συνεργασία μας», ανέφερε ο Di Maio.

Μεταναστευτικό, EastMed, κορωνοϊός, Λιβύη

Οι συζητήσεις επικεντρώθηκαν στη μάχη κατά του Covid-19, στην οικονομική ανάκαμψη, στο μεταναστευτικό, στη Λιβύη και στην Ανατολική Μεσόγειο. Το πρώτο θέμα που βρέθηκε στο επίκεντρο της συνάντησης ήταν το οικονομικό. «Στις σημερινές συνομιλίες επαναβεβαιώσαμε την πρόθεσή μας να ενισχύσουμε περαιτέρω την οικονομική συνεργασία και τις επενδύσεις, ιδίως σε στρατηγικούς τομείς. Πρέπει να εργαστούμε για να αποκατασταθεί το εμπόριο μεταξύ Ιταλίας και Κύπρου στα επίπεδα που είχαν καταγραφεί πριν από την υγειονομική έκτακτη ανάγκη», ήταν τα λόγια του Ιταλού Υπουργού.

Από την πλευρά του, ο Κύπριος ΥΠΕΞ Ν. Χριστοδουλίδης σημείωσε, σύμφωνα με την Euticchio, ότι οι σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών παραμένουν εκτεταμένες και χαιρέτισε την πρωτοβουλία του Ιταλο-Κυπριακού Εμπορικού Επιμελητηρίου, που τον περασμένο Δεκέμβριο διοργάνωσε το 3ο Επιχειρηματικό Φόρουμ Κύπρου-Ιταλίας. Ήταν μια εκδήλωση που διοργανώθηκε με σκοπό τη δημιουργία ευνοϊκών συνθηκών και ευκαιριών για συνεργασία στους τομείς της ανάπτυξης, του εμπορίου και του τουρισμού. Την ίδια στιγμή ο Κύπριος Υπουργός σημείωσε ότι, στον τομέα της Έρευνας και της Καινοτομίας, η κυβέρνηση της Λευκωσίας πρότεινε την υπογραφή διμερούς Εκτελεστικού Προγράμματος με στόχο τη χρηματοδότηση κοινών ερευνητικών έργων.

Η Euticchio υπογραμμίζει ότι στη συνάντηση μεταξύ Di Maio – Χριστοδουλίδη συζητήθηκαν επίσης και τα βασικά θέματα της ευρωπαϊκής ατζέντας, δηλαδή η καταπολέμηση της πανδημίας και η συνεργασία γύρω από τα εμβόλια, όπως και ο φάκελος του μεταναστευτικού. Όσον αφορά το τελευταίο σημείο, αμφότερα τα μέρη αναγνώρισαν την ανάγκη να ενισχύσουν τον διάλογο μεταξύ όλων των κρατών-μελών, για να επιτευχθεί ένας ικανοποιητικός συμβιβασμός στις διαπραγματεύσεις για το νέο Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο και την εξεύρεση μιας σωστής ισορροπίας μεταξύ ευθύνης και αλληλεγγύης.

«Αυτό είναι ένα κρίσιμο θέμα για τις σχέσεις με άλλες χώρες, όπως η Ελλάδα και η Τουρκία, που αναζητούν λύση στο ζήτημα της οριοθέτησης των αντίστοιχων θαλάσσιων συνόρων τους. Εν τω μεταξύ, η Κύπρος μπαίνει όλο και περισσότερο στο επίκεντρο στις διαπραγματεύσεις για την κατασκευή του αγωγού EastMed, αλλά όχι μόνο. Το θέμα είναι στην πραγματικότητα πολύ περίπλοκο», σημειώνει η Ιταλίδα δημοσιογράφος της «La Razón».

Ένα άλλο κοινό σημείο ενδιαφέροντος είναι οι εξελίξεις στη Λιβύη: «Για παράδειγμα, μιλώντας για τη Λιβύη -άλλη μια χώρα-κλειδί για την επιτυχία αυτής της συμφωνίας- είναι σαφές ότι όλες οι χώρες που συνορεύουν με τη Μεσόγειο, συμπεριλαμβανομένης της Κύπρου, της Ελλάδας και της Ιταλίας, ελπίζουν ότι θα επιτευχθεί σταθερότητα στη χώρα αυτή της Βορείου Αφρικής, χάρη επίσης και στις προσπάθειες των Ηνωμένων Εθνών. Είναι την ίδια στιγμή μια σημαντική αφετηρία και όσον αφορά την αναθεώρηση των μεταναστευτικών πολιτικών με την ΕΕ, ένα πολύ σημαντικό θέμα που θα πρέπει να απασχολήσει όλα τα κράτη-μέλη».

Αρχαίες ιταλο-ελληνικές σχέσεις, Mattarella & Τουρκία

«Όσον αφορά την Ελλάδα, οι σχέσεις Ιταλίας και Ελλάδας χρονολογούνται στην αρχαιότητα και διευκολύνονται από τη γεωγραφική και πολιτιστική εγγύτητα, που έρχεται να προστεθεί στο ότι ανήκουν στην ΕΕ, το ΝΑΤΟ και άλλους κορυφαίους περιφερειακούς και διεθνείς οργανισμούς», σχολιάζει η Euticchio. «Η Ελλάδα είναι ένας σημαντικός εταίρος για την Ιταλία στην Ευρώπη, λαμβάνοντας υπόψη τα κοινά μεσογειακά σύνορα. Όμως η συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών εστιάζει επίσης στη σταθεροποίηση των Βαλκανίων και στοχεύει στη δημιουργία μεγαλύτερων συνεργειών και συνεργασίας στη λεκάνη Αδριατικής-Ιονίου, την “Αδριατική Πρωτοβουλία”», σημειώνει.

Εκτιμά ότι «η Ελλάδα έχει γενικά ευνοϊκή στάση προς τις ιταλικές υποψηφιότητες και διπλωματικές πρωτοβουλίες εντός διεθνών οργανισμών, πολύ συχνά προτιμώντας τις ιταλικές υποψηφιότητες από άλλες χώρες της ΕΕ, λαμβάνοντας υπόψη τη σχέση γειτονίας και την κοινή μεσογειακή διάσταση. Και είναι ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο που η σταθερότητα της ιταλικής κυβέρνησης και η επανεκλογή του απερχόμενου Προέδρου Mattarella θα ενισχύσει και τη σταθερότητα των προθέσεων των δύο χωρών».

Κατά την τελευταία συνάντηση στη Ρώμη τον Νοέμβριο του 2021, οι δύο ΥΠΕΞ Ελλάδας και Ιταλίας επικύρωσαν τη συμφωνία για οριοθέτηση των θαλάσσιων συνόρων μεταξύ των δύο χωρών. Το σύμφωνο έχει πλέον τεθεί σε ισχύ διεθνώς. Σύμφωνα με τους δύο Υπουργούς, η ιταλο-ελληνική συνεργασία για τα θαλάσσια και ενεργειακά δικαιώματα αποτελεί παράδειγμα και για τις άλλες χώρες της διευρυμένης Μεσογείου, που μπορούν να πάρουν παραδείγματα από την προαναφερθείσα συμφωνία για την επίλυση μακροχρόνιων ζητημάτων και για βελτίωση των δικών τους σχέσεων.

«Ένα από τα φλέγοντα θέματα, που πρέπει πάντοτε να παραμένει “στο τραπέζι”», σύμφωνα με την Euticchio, «ήταν προφανώς η πολύ περίπλοκη σχέση που έχουν ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, με την Τουρκία. Η Τουρκία δεν έχει την τάση να σέβεται το διεθνές δίκαιο, ιδιαίτερα το δικαίωμα στη θάλασσα. Εάν η Τουρκία προσέγγιζε τις ευρωπαϊκές αξίες και ιδανικά, χτίζοντας ένα σύγχρονο, κοσμοπολίτικο, ευημερούν κράτος στον δρόμο της ένταξης στην ΕΕ, η θέση της δεν θα θεωρείτο πλέον εχθρική από άλλες χώρες, αλλά και το αντίστροφο».

«Ακόμη και οι σχέσεις μεταξύ Ιταλίας και Τουρκίας δεν είναι στην πραγματικότητα οι βέλτιστες, όχι μόνο λόγω αμφισβητήσιμων εσωτερικών κυβερνητικών επιλογών, αλλά και λόγω διπλωματικών σχέσεων… ή όχι και τόσο διπλωματικών στην πραγματικότητα», υπογραμμίζει και έφερε ένα πρόσφατο παράδειγμα: «Ειδικότερα, οι σχέσεις έχουν αγριέψει και επιδεινώθηκαν λόγω της περίφημης “κρίσης της καρέκλας”, όπως ήταν ο τίτλος του Al-Jazeera στη σχετική είδηση.

Η υπόθεση ξεκίνησε τον Απρίλιο, όταν οι ανώτατοι αξιωματούχοι της ΕΕ επισκέφθηκαν την Άγκυρα για να συναντήσουν τον Τούρκο Πρόεδρο και να διαπιστώσουν τις πραγματικές του προθέσεις για βελτίωση των σχέσεών του με το μπλοκ. Επικεφαλής της περιοδείας ήταν η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ursula von der Leyen, και ο επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Charles Michel. Στην αρχή της συνάντησης, ωστόσο, η Πρόεδρος Von der Leyen βρέθηκε χωρίς χώρο να καθίσει, καθώς τις μόνες δύο καρέκλες που ήταν διαθέσιμες τις είχαν πάρει οι Michel και Erdoğan. Η Άγκυρα, λοιπόν, κατηγορήθηκε ότι δεν σεβάστηκε το πρωτόκολλο, αναγκάζοντας την Πρόεδρο να καθίσει σε έναν καναπέ. Το περιστατικό καλύφθηκε εκτενώς από τον διεθνή Τύπο, που ανέδειξε ζητήματα σεξισμού εναντίον γυναικών ηγετών ή τη μεταχείριση των επικεφαλής ευρωπαϊκών θεσμών από ξένες Αρχές».

Την ιστορία σχολίασε στη συνέχεια ο Ιταλός Πρωθυπουργός, Mario Draghi, ο οποίος δεν συμμεριζόταν την ανάρμοστη συμπεριφορά του Τούρκου Προέδρου, αποκαλώντας τον “δικτάτορα”. Τα λόγια του Ιταλού Πρωθυπουργού δεν έτυχαν, βεβαίως, καμίας εκτίμησης από τον Τούρκο Πρόεδρο και ολόκληρο το πολιτικό του περιβάλλον. Ειδικότερα, ο Mevlüt Çavuşoğlu καταδίκασε έντονα τις δηλώσεις του Ιταλού Πρωθυπουργού σχετικά με τον Πρόεδρο Erdoğan και τον κατηγόρησε για απαράδεκτη λαϊκιστική ρητορική και ανεξέλεγκτους χαρακτηρισμούς.

Η Noemi Euticchio σημειώνει με έμφαση: «Θα μπορούσε επομένως να είναι η Τουρκία, μια από τις ελάχιστες χώρες σε διεθνές επίπεδο, που δεν εκτίμησε τη διατήρηση της σημερινής κυβέρνησης υπό τον Mario Draghi. Πιθανώς οι ελπίδες τους για εμάς να ήταν πρόωρες εκλογές, μέσα από τις οποίες θα μπορούσαν να θριαμβεύσουν οι πιο ακραίες δεξιές δυνάμεις στη χώρα. Συγγνώμη που δεν τους ικανοποιήσαμε! Σε κάθε περίπτωση, ακόμη κι αν αυτό το σενάριο είχε επιτυχία, και πάλι η υποψηφιότητα για την Προεδρία της Δημοκρατίας να ήταν ακριβώς ο Mario Draghi. Επομένως, μάλλον και πάλι πολύ λίγα θα είχαν αλλάξει απέναντί τους στο διεθνές μέτωπο».

Καταλήγοντας, η Ιταλίδα αναλύτρια αναφέρει: «Από τη σκοπιά των διεθνών σχέσεων, αυτήν τη στιγμή η κατάσταση φαίνεται καλά εδραιωμένη και ενισχυμένη, τουλάχιστον με τις χώρες εκείνες με τις οποίες οι πολιτιστικές, αλλά κυρίως οι πολιτικές και οι οικονομικές, προθέσεις συμπίπτουν. Με την ελπίδα ότι αυτή η στιγμή ιταλικής εσωτερικής σταθερότητας θα διαρκέσει περισσότερο από την πιο πρόσφατη κυβέρνηση, επίσημα στην εξουσία μέχρι το 2023, εκτός και αν δεχτούν δυσάρεστες εκπλήξεις στις κάλπες».

Σημερινή

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO5 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός6 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις6 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή