Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Κανονικά σήμερα 3/3 διαπραγματεύσεις Ρωσίας – Ουκρανίας – Υπό πολιορκία Κίεβο, Χάρκοβο, Μαριούπολη – Στόχος και η Οδησσός

Δημοσιεύτηκε στις

Χαμηλές οι προσδοκίες για τις διαπραγματεύσεις – Πάνω από 1 εκατομμύριο Ουκρανοί πρόσφυγες – Να ανοίξουν ανθρωπιστικοί διάδρομοι ζητά το Κίεβο

 Με τη Ρωσία να συνεχίζει για 8η συνεχόμενη ημέρα το ανηλεές σφυροκόπημα των μεγάλων πόλεων της Ουκρανίας, χωρίς ωστόσο όμως να έχει καταφέρει να κάμψει την ουκρανική αντίσταση και να τις καταλάβει – με εξαίρεση την Χερσώνα – οι προγραμματισμένες για σήμερα Πέμπτη 3/3 διαπραγματεύσεις των αντιπροσωπειών των δύο πλευρών εξελίσσονται σε θρίλερ. 

Αφού αρχικά ο υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας, Sergei Lavrov, δήλωσε ότι αναβλήθηκαν, κατηγορώντας για αυτήν την εξέλιξη τόσο το Κίεβο όσο και την Ουάσινγκτον, κατόπιν έγινε γνωστό πως οι συνομιλίες θα αρχίσουν στις 14:00 ώρα Ελλάδας.
Πλέον η τελευταία πληροφόρηση αναφέρει πως οι διαπραγματεύσεις θα εκκινήσουν με περίπου δύο ώρες καθυστέρηση (κατά τις 16:00 ώρα Ελλάδας) και θα πραγματοποιηθούν στη Μπρεστ, στη Λευκορωσία
Την ίδια στιγμή, η κατάσταση στο εσωτερικό της Ουκρανίας γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη για τους πολίτες που είναι στις πόλεις, με το Κίεβο να ζητά διεθνή βοήθεια για τη δημιουργία ανθρωπιστικών διαδρόμων, ενώ εκτιμάται ότι περισσότεροι από 1 εκατομμύριο πολίτες έχουν ήδη εγκαταλείψει την χώρα.
Δύσκολη όμως είναι η κατάσταση και για τον Vladimir Putin, ο οποίος βλέπει αφενός τη στρατιωτική επιχείρηση να μην προχωρά με το ρυθμό που θα ήθελε και τις απώλειες στο στράτευμα να αυξάνονται και αφετέρου τις κυρώσεις της Δύσης να πλήττουν με ιδιαίτερη σφοδρότητα και τη ρωσική οικονομία, καθιστώντας το πολεμικό εγχείρημα ιδιαίτερα δαπανηρό.
Μέσα σε αυτό το απόλυτο αδιέξοδο, όπου δεν λείπουν και οι προειδοποιήσεις για ένα πυρηνικό ολοκαύτωμα, οι προβλέψεις για το τι πρόκειται να επακολουθήσει όχι μόνο είναι επισφαλείς, αλλά μάλλον αδύνατες.

Κανονικά οι διαπραγματεύσεις

Ύστερα από το πρωινό θρίλερ, με τον Ρώσο ΥΠΕΞ να υποστηρίζει πως οι προγραμματισμένες για σήμερα 3/3 διαπραγματεύσεις μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας αναβλήθηκαν, πλέον αναφέρεται πως οι συνομιλίες θα γίνουν κανονικά το απόγευμα (περίπου στις 16:00 ώρα Ελλάδας) στη Μπρεστ στη Λευκορωσία.
Την πραγματοποίηση των συνομιλιών επιβεβαίωσε ο Mykhailo Podolyak, σύμβουλος του Ουκρανού προέδρου, ο οποίος και ανήρτησε στο twitter φωτογραφία με συνεργάτη του κατά την επιβίβαση τους στο ελικόπτερο που θα τους μεταφέρει στην τοποθεσία των διαπραγματεύσεων.
8_15.jpg
«Η ουκρανική ομάδα πάλι βρήκε κάποιους λόγους για να αναβάλει τις συνομιλίες, μάλλον πήρε πάλι γραμμή από Ουάσιγκτον» είπε νωρίτερα ο Lavrov.
«Ένας είναι ο όρος μόνο που θέτουμε:
Να είμαστε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων επί ίσοις όροις.
Ο σκοπός μας δεν είναι μόνο να αποστρατιωτικοποιήσουμε και να αποναζιστικοποιήσουμε την Ουκρανία.
Θέλουμε να επιτρέψουμε στους Ουκρανούς να κάνουν τις επιλογές τους» επισήμανε ο Ρώσος ΥΠΕΞ, αναφέροντας πως οι διαπραγματεύσεις πρέπει να γίνουν σήμερα.
Νωρίτερα, το υπουργείο Εξωτερικών της Λευκορωσίας
 είχε αναφέρει ότι τόπος των συνομιλιών θα είναι το περίφημο «Σπίτι του Κυνηγού», εκεί όπου στις 8 Δεκεμβρίου του 1991 οι ηγέτες της Ρωσίας, της Ουκρανίας και της Λευκορωσίας υπέγραψαν κρυφά τις συνθήκες εκείνες που επί της ουσίας έβαλαν τέλος στη Σοβιετική Ένωση με τη γέννηση της Κοινοπολιτείας Ανεξάρτητων Κρατών.

Ωστόσο, η ουκρανική πλευρά φέρεται να διατύπωσε ενστάσεις με την τοποθεσία αυτή.
9_15.jpg
Υπό πολιορκία Κίεβο, Χάρκοβο, Μαριούπολη

Στο μέτωπο οι Ρώσοι εξακολουθούν να σφυροκοπούν ανελέητα τις μεγάλες πόλεις.
Το Κίεβο εξακολουθεί να παραμένει υπό πολιορκία, ενώ κατά τη διάρκεια της νύχτας καταγράφηκαν 4 μεγάλες εκρήξεις χωρίς ακόμα να έχει γίνει σαφές ποιοι ήταν οι στόχοι και εάν υπήρξαν θύματα.
Όσον αφορά το τεράστιο στρατιωτικό κομβόι, μήκους 65 χιλιομέτρων, που βρίσκεται βόρεια του Κιέβου αυτό φαίνεται να μην μπορεί να κινηθεί και να παραμένει περίπου 30 χιλιόμετρα, μακριά από το κέντρο της πόλης.

Υπό πολιορκία και διαρκές σφυροκόπημα παραμένουν τόσο το Χάρκοβο όσο και η Μαριούπολη, την οποία οι φιλορώσοι αυτονομιστές βομβαρδίζουν ανηλεώς με αποτέλεσμα να γίνεται λόγος για εκατοντάδες νεκρούς αμάχους.
32P3AJ2675N5HO4VGSWLIH3KZU_1.jpg
Ωστόσο, οι ουκρανικές δυνάμεις υποστηρίζουν ότι όλες οι πόλεις παρά τους βομβαρδισμούς και τις επιθέσεις παραμένουν στα χέρια των Ουκρανών.

Εξαίρεση αποτελεί η Χερσώνα στο νότο, η οποία είναι και η μόνη μεγάλη πόλη που τελεί υπό τον έλεγχο των Ρώσων.
Εάν η Μαριούπολη πέσει στα χέρια των Ρώσων, τότε η Ρωσία θα έχει καταφέρει να ενώσει χερσαίως την Κριμαία με την υπόλοιπη Ρωσία.
Την ίδια στιγμή, πληροφορίες κάνουν λόγο για κίνηση ρωσικών πολεμικών πλοίων και προς την Οδησσό, με Αμερικανούς αξιωματούχους να υποστηρίζουν πως μια τέτοια επίθεση θα μπορούσε να γίνει μέσα στις επόμενες ώρες.
333333.JPG
Οι Αρχές της Οδησσού ετοιμάζονται για μια ρωσική επίθεση με αμφίβια μέσα, ναρκοθετόντας τις παραλίες και ετοιμάζοντας την άμυνα της πόλης, καθώς γίνεται λόγος για 8 ρωσικά πλοία που συνοδεύονται από μεγάλο αριθμό αποβατικών και άλλων υποστηρικτικών πλοίων.

 Podolyak (σύμβουλος Zelensky): Η Ουκρανία χρειάζεται ανθρωπιστικούς διαδρόμους

Την θέση πως η Ουκρανία χρειάζεται ανθρωπιστικούς διαδρόμους τους οποίους θα στηρίζουν οργανισμοί όπως ο Οργανισμός για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ) λόγω της εισβολής της Ρωσίας διατύπωσε ο Mykhailo Podolyak, σύμβουλος του Ουκρανού προέδρου Vododymyr Zelensky.
«Τα χωριά και οι πόλεις όπου φτάνουν τα ρωσικά στρατεύματα μετατρέπονται αμέσως σε μέρη λεηλασίας, κλοπών, φόνου.
Χρειαζόμαστε ανθρωπιστικούς διαδρόμου, τρόφιμα, φάρμακα, ασθενοφόρα, εκκενώσεις.
Χρειαζόμαστε ενεργή βοήθεια από διεθνείς οργανισμούς, περιλαμβανομένου του ΟΑΣΕ.
Αρκετά με τα λόγια» ανέφερε σε μήνυμα του στο twitter ο Podolyak.
001_1.JPG
Fitch, Moody’s: Υποβάθμιση της Ρωσίας κατά 6 βαθμίδες σε junk

Σε υποβάθμιση της Ρωσίας κατά 6 βαθμίδες στην κατηγορία «junk», προχώρησαν οι οίκοι αξιολόγησης Fitch και Moody’s, επισημαίνοντας ότι οι δυτικές κυρώσεις θέτουν υπό αμφισβήτηση την ικανότητά της να εξυπηρετήσει το χρέος και αποδυναμώνουν την οικονομία.
Στις χρηματοπιστωτικές αγορές της Ρωσίας έχει προκληθεί αναταραχή λόγω των κυρώσεων που επιβλήθηκαν λόγω της εισβολής στην Ουκρανία, τη μεγαλύτερη επίθεση σε ευρωπαϊκό κράτος μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η ρωσική εισβολή στη Ρωσία έχει πυροδοτήσει μια σειρά κινήσεων από τους οίκους αξιολόγησης και τρομερές προειδοποιήσεις σχετικά με τον αντίκτυπο στην οικονομία της Ρωσίας. Άλλωστε, η S&P υποβάθμισε την αξιολόγηση της Ρωσίας στην κατηγορία junk την περασμένη εβδομάδα.
Επίσης, οι πάροχοι δεικτών FTSE Russell και MSCI ανακοίνωσαν πως θα αφαιρέσουν τις ρωσικές μετοχές από όλους τους δείκτες τους. Στις αρχές της εβδομάδας κορυφαίο στέλεχος της MSCI χαρακτήρισε «μη επενδύσιμη» την αγορά μετοχών της Ρωσίας.
Η FTSE Russell είπε πως η απόφαση θα ισχύσει από τις 7 Μαρτίου και η MSCI πως η απόφαση θα εφαρμοστεί με ένα βήμα σε όλους τους δείκτες MSCI από το κλείσιμο της 9ης Μαρτίου.
Η Fitch υποβάθμισε τη Ρωσία σε «Β» από «ΒΒΒ» και θέτει την αξιολόγηση σε «rating watch negative», ενώ η Moody’s, που την περασμένη εβδομάδα είχε επισημάνει την πιθανότητα υποβάθμισης, μείωσε επίσης την αξιολόγηση της χώρας κατά 6 βαθμίδες σε Β3 από Baa3.

Κίνα: Fake news ότι γνωρίζαμε για τη ρωσική εισβολή

Την ίδια στιγμή το υπουργείο Εξωτερικών της Κίνας ανακοίνωσε ότι οι πληροφορίες για συνεργασία της Κίνας με τη Ρωσία πριν από την ρωσική εισβολή στην Ουκρανία είναι fake news.
Το ΥΠΕΞ της Κίνας κάνει λόγο για απαράδεκτες πρακτικές αποπροσανατολισμού και μετάθεσης ευθυνών.
Σύμφωνα με δημοσίευμα των New York Times, ανώτεροι Κινέζοι αξιωματούχοι είχαν καλέσει ανώτερους Ρώσους αξιωματούχους στις αρχές Φεβρουαρίου να μην εισβάλουν στην Ουκρανία πριν από την λήξη των Χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων του Πεκίνου.

Οι απώλειες Ρώσων – Ουκρανών στο πεδίο της μάχης

Σύμφωνα με το υπουργείο Άμυνας της Ρωσίας, οι νεκροί Ρώσοι στρατιώτες ανέρχονται σε 498, έναντι 2.870 νεκρών Ουκρανών στρατιωτών.
Επιπλέον, το ρωσικό υπουργείο Άμυνας κάνει λόγο για 1.597 Ρώσους τραυματίες και για 3.700 Ουκρανούς τραυματίες.
Πάντως, σε δηλώσεις του ο πρόεδρος της Ουκρανίας, Volodymyr Zelensky υποστήριξε ότι οι νεκροί Ρώσοι στρατιώτες ανέρχονται σε περίπου 9.000.

Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο: Έρευνα για εγκλήματα πολέμου της Ρωσίας στην Ουκρανία

Έρευνα για εγκλήματα πολέμου της Ρωσίας στον πόλεμο με την Ουκρανία ανακοίνωσε ότι αρχίζει ο Γενικός Εισαγγελέας του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου.
Σύμφωνα με τον Γενικό Εισαγγελέα Karim Khan, υπάρχουν «εύλογες αιτίες» για την έναρξη της έρευνας.
«Ειδοποιώ το προεδρείο του ΔΠΔ για την απόφασή μου να αρχίσω αμέσως να διενεργώ έρευνα για την κατάσταση στην Ουκρανία.
Το έργο μας για τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων άρχισε» ανέφερε ο Βρετανός Khan, ο οποίος σημείωσε πως η έρευνα αφορά όλα τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν στην Ουκρανία «από την 21η Νοεμβρίου 2013» και πως αυτή θα συμπεριλάβει«όλες τις καταγγελίες, παρελθούσες και παρούσες, για εγκλήματα πολέμου, για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και γενοκτονία από όλα τα μέρη στην επικράτεια της Ουκρανίας, από τον οποιονδήποτε».
Σημειώνεται πως ο πρόεδρος της Ουκρανίας, Volodymyr Zelensky έχει κατηγορήσει την Ρωσία για εγκλήματα πολέμου ύστερα από την αεροπορική επίθεση σε βάρος αμάχων στο Χάρκοβο ενώ αντίστοιχες κατηγορίες κατά του προέδρου της Ρωσίας, Vladimir Putin εξαπέλυσε και ο πρωθυπουργός της Μ. Βρετανίας, Boris Johnson.
Η Ρωσία έχει αποσύρει την υπογραφή της από το Καταστατικό της Ρώμης, το κείμενο με το οποίο ιδρύθηκε το ΔΠΔ, συνεπώς το Δικαστήριο δεν μπορεί να διώξει παρά μόνο Ρώσους που έχουν συλληφθεί στην επικράτεια κράτους που αναγνωρίζει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου.
555_1.jpg
Πάνω από 1 εκατ. οι πρόσφυγες από την Ουκρανία τις πρώτες επτά ημέρες του πολέμου

Πάνω από ένα εκατομμύριο υπολογίζονται οι πολίτες που έχουν εγκαταλείψει την Ουκρανία τις πρώτες επτά ημέρες του πολέμου σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των Ηνωμένων Εθνών.
«Μέσα σε μόλις επτά ημέρες γίναμε μάρτυρες της εξόδου ενός εκατομμυρίου προσφύγων από την Ουκρανία σε γειτονικές χώρες», ανέφερε σε μήνυμα του στο twitter ο ύπατος αρμοστής του ΟΗΕ, Filippo Grandi, ο οποίος υποστήριξε ότι «για πολλά εκατομμύρια άλλους, μέσα στην Ουκρανία, είναι καιρός να σιωπήσουν τα όπλα, ώστε να μπορέσει να διανεμηθεί ανθρωπιστική βοήθεια που θα σώσει ζωές».
Σημειώνεται πως η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ υιοθέτησε χθες Τετάρτη 2/3, με συντριπτική πλειοψηφία, ψήφισμα που «απαιτεί η Ρωσία να σταματήσει αμέσως την καταφυγή στη βία εναντίον της Ουκρανίας».

www.bankingnews.gr

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO10 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός10 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις11 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO11 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO11 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή