Διεθνή
Ποιοι Ρώσοι αποκαλούνται ολιγάρχες και πώς πλούτισαν
Οι πρώτοι Ρώσοι ολιγάρχες δημιούργησαν τις περιουσίες τους τη δεκαετία του 1990
Του John Hyatt
Ως απάντηση στην εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους επιχειρούν να “στραγγαλίσουν” τις ρωσικές τράπεζες και εταιρείες καθώς και τους Ρώσους ολιγάρχες, με τα θηριώδη γιοτ και τις τεράστιες περιουσίες που μας έκαναν να διερωτόμαστε: Ποιοι αποκαλούνται ολιγάρχες και πώς πλούτισαν;
Η Ελίζ Τζουλιάνο, λέκτορας στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κολούμπια, με αντικείμενο τη μετα-σοβιετική Ρωσία, εξηγεί: “Οι ολιγάρχες είναι εξαιρετικά πλούσιοι επιχειρηματίες με πολιτική και κοινωνική επιρροή. Συχνά συνδέονται προσωπικά με τους κορυφαίους πολιτικούς αξιωματούχους μιας χώρας – όχι, όμως, πάντα”.
Ο κλασικός ορισμός του “ολιγάρχη” ενέχει την πολιτική επιρροή, ωστόσο ο πόλεμος στην Ουκρανία καταδεικνύει ότι οι περισσότεροι Ρώσοι μεγιστάνες έχουν μικρή –ή μηδαμινή– επιρροή στον Βλαντίμιρ Πούτιν.
Οι πρώτοι Ρώσοι ολιγάρχες δημιούργησαν τις περιουσίες τους τη δεκαετία του 1990, κατά τη χαοτική περίοδο που ακολούθησε αμέσως μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, με τα κρατικά περιουσιακά στοιχεία να μοιράζονται σε ιδιώτες πλειοδότες, συχνά μέσω ύποπτων συμφωνιών. Την εποχή εκείνη –εποχή όπου απελευθερωνόταν η αγορά– εύποροι ή ρισκαδόροι επιχειρηματίες, καθώς και πρώην αξιωματούχοι απέκτησαν μεγάλα μερίδια σε ρωσικές εταιρείες πετρελαίου και φυσικού αερίου, μετάλλων και εξόρυξης, σιδηροδρόμων και μεταφορών, γεωργικών προϊόντων και άλλων βασικών βιομηχανικών κλάδων.
Η επόμενη “γενιά” ολιγαρχών έγινε πλούσια αξιοποιώντας τους δεσμούς της με τον Βλαντίμιρ Πούτιν, ο οποίος κυβερνά τη Ρωσία –είτε ως πρόεδρος είτε ως πρωθυπουργός– από το 2000. Ο Πούτιν μια επιβράβευε και μια “τιμωρούσε” τους ολιγάρχες, αντιμετωπίζοντας τους ίδιους και τις επιχειρήσεις τους ως πιόνια στις πολιτικές του παρτίδες σκάκι. Ο Μιχαήλ Χοντορκόφσκι, ο πλουσιότερος άνθρωπος της Ρωσίας κατά τον επίμαχο χρόνο, συνελήφθη το 2003 για φορολογικά αδικήματα, αφού τάχθηκε υπέρ του πολιτικού αντιπάλου του Πούτιν. Πολλοί από τους σημερινούς ολιγάρχες είναι νυν ή πρώην αξιωματούχοι του Πούτιν. Ο Γιούρι Κοβάλτσουκ, επί πολλά έτη φίλος και σύμβουλος του Ρώσου προέδρου, απέκτησε –χάρη στη σχέση του με τον Πούτιν– μεγάλες συμμετοχές σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και εταιρείες τηλεπικοινωνιών.
Μπορεί ο βαθμός της “στενής” σχέσης του κάθε ολιγάρχη με τον Πούτιν να διαφέρει, όλοι ανεξαιρέτως όμως βασίζονται στην προστασία που αυτούς τούς παρέχει. “Η δομή της ρωσικής οικονομίας επιβάλλει σε μια σειρά από καταστάσεις να εξαρτώνται άμεσα ή έμμεσα από το κράτος”, σημειώνει ο Μπράιαν Τέιλορ, καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Syracuse. Οι ολιγάρχες “δεν είναι αυτόνομοι, οικονομικοί παράγοντες που μπορούν να αντισταθούν στην κρατική αρχή ή –έστω– να της αντιμιλήσουν”.
Η “σπορά” της ρωσικής ολιγαρχίας έπεσε στο έδαφος της νεοσύστατης Ομοσπονδίας κατά την τριετία 1992-1994, την εποχή των ιδιωτικοποιήσεων μέσω κουπονιών. Στο πλαίσιο αυτού του προγράμματος, οι μετοχές περίπου 15.000 κρατικών επιχειρήσεων πέρασαν στα χέρια ιδιωτών. Στόχος ήταν –θεωρητικά– να αγοράσει ο μέσος Ρώσος πολίτης μετοχές. Στην πράξη, οι επιχειρηματίες με τις σωστές διασυνδέσεις απέκτησαν πακέτα κουπονιών, που ισοδυναμούσαν με μεγάλες ή πλειοψηφικές συμμετοχές σε επιχειρήσεις.
Σύμφωνα με μελέτη του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου το 1999, με το πρόγραμμα αυτό τα 2/3 των μετοχών που περιήλθαν στην κατοχή ιδιωτών κατέληξαν σε συνεργάτες και στελέχη “εκ των έσω”.
Το 1995, το πρόγραμμα “δάνειο αντί μετοχών” που εφάρμοσε ο Ρώσος πρόεδρος Μπόρις Γέλτσιν “γέννησε” μερικούς από τους πλουσιότερους ολιγάρχες της Ρωσίας. Σε αντάλλαγμα για τη δανειοδότηση της –φορτωμένης με ελλείμματα– ρωσικής κυβέρνησης και για τη χρηματοδότηση της προεκλογικής εκστρατείας του Γέλτσιν για μια νέα θητεία, ορισμένοι πλούσιοι επιχειρηματίες έλαβαν μετοχές σε 12 κρατικές εταιρείες ενέργειας και εξόρυξης με τη μορφή “μισθώσεων”. Οι μισθώσεις θα μετατρέπονταν σε ιδιοκτησία, εφόσον ο Γέλτσιν κέρδιζε την εκλογική μάχη.
“Εάν ο κομμουνιστής Γκενάντι Ζιουγκάνοφ έβγαινε νικητής από τις κάλπες του 1996, όλοι ανέμεναν ότι –αναλαμβάνοντας την εξουσία– θα κρατικοποιούσε αυτές τις εταιρείες και θα έπαιρνε πίσω τις μετοχές που είχαν δοθεί”, επισημαίνει ο Ντάνιελ Τρέισμαν, καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στο Λος Άντζελες, ειδικός σε θέματα πολιτικής στη μετα-σοβιετική Ρωσία.
Με την επικράτηση του Γέλτσιν, ο Βλαντίμιρ Ποτάνιν –από τους αρχιτέκτονες της συμφωνίας με τον Ρώσο ηγέτη– απέκτησε το πλειοψηφικό πακέτο μετοχών της Norilsk Nickel, του μεγαλύτερου παραγωγού διυλισμένου νικελίου στον κόσμο. Άλλοι δικαιούχοι ήταν ο Χοντορκόφσκι και ο Ρομάν Αμπράμοβιτς, οι οποίοι μπήκαν δυνατά και στην αγορά πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Η χρηματοπιστωτική κρίση της Ρωσίας το 1998 ήταν ένα προσωρινό “πισωγύρισμα” για τους ολιγάρχες. Τη δεκαετία του 2000 αναδείχθηκαν δεκάδες νέοι μεγιστάνες χάρη στην άνοδο της τιμής των εμπορεύματα και την οικονομική ενσωμάτωση της Ρωσίας στη Δύση. Το 2001, η Ρωσία απαριθμούσε 8 δισεκατομμυριούχους με συνολική αξία 12,4 δισ. δολάρια. Δέκα χρόνια μετά, το Forbes εντόπιζε 101 δισεκατομμυριούχους που συνολικά άξιζαν 432,7 δισ. δολάρια.
Οι ολιγάρχες δεν άργησαν να καταλάβουν πως τα πλούτη τους εξαρτιόνταν από την υπακοή στον Πούτιν. Το παράδειγμα του Χοντορκόφσκι, ο οποίος πέρασε δέκα χρόνια στη φυλακή, ήταν χαρακτηριστικό. Ένας άλλος ολιγάρχης, ο Μπόρις Μπερεζόφσκι, ο οποίος ευδοκίμησε επί Γέλτσιν άλλα κατέκρινε τον Πούτιν, πούλησε τις μετοχές που είχε σε ρωσικά ΜΜΕ και αυτοεξορίστηκε.
Οι ολιγάρχες πήραν το μήνυμα. Τα δικά τους οικονομικά συμφέροντα έπρεπε να ταυτίζονται με τα πολιτικά συμφέροντα του Πούτιν.
“Αν ήσασταν Ρώσος ολιγάρχης εκείνη την εποχή και ανοίγατε το CNN και βλέπατε έναν τύπο πολύ πιο πλούσιο, πολύ πιο έξυπνο και πολύ πιο ισχυρό από εσάς να κάθεται σε ένα κλουβί, πώς θα αντιδρούσατε;” διερωτάται ο Μπιλ Μπράουντερ, Αμερικανός επενδυτές που έζησε στη μετα-σοβιετική Ρωσία. “Έτσι, ένας – ένας, πήγαν στον Πούτιν και του είπαν: “Τι πρέπει να κάνουμε για να μην μπούμε σε εκείνο το κλουβί;””.
Κάποιοι ολιγάρχες έπρεπε να πωλήσουν τις εταιρείες τους στην κυβέρνηση. Ο Ρομάν Αμπράμοβιτς πούλησε το μερίδιό του στην εταιρεία πετρελαίου και φυσικού αερίου Sibneft στην κρατική Gazprom το 2005. Ο Μιχαήλ Φρίντμαν και ο Βίκτορ Βέξελμπεργκ, οι οποίοι πλούτισαν κυρίως χάρη στην εξαγορά της κρατικής Tyumen Oil το 1997, πούλησαν την εταιρεία τους στη Rosneft –ενεργειακό όμιλο ιδιοκτησίας Κρεμλίνου– το 2013.
Καθώς ο Πούτιν εδραιώθηκε στην εξουσία και πέρασε υπό κρατικό έλεγχο και άλλες ιδιωτικές επιχειρήσεις, εμφανίστηκε μια νέα γενιά ολιγαρχών: οι “σιλοβάρχες” [silovarchs]. Ο όρος, επινοήθηκε από τον Τρεισμαν, και πρόκειται για σύνθετη λέξη από το “siloviki” και “ολιγάρχης”: τη ρωσική λέξη για τη στρατιωτική ελίτ και εν γένει την ελίτ των δυνάμεων ασφαλείας της χώρας. Πολλοί “σιλοβάρχες” γνωρίζουν προσωπικά τον Πούτιν από την εποχή που ο ίδιος ήταν στην KGB, ή από την εποχή που ήταν προϊστάμενός τους στην Αγία Πετρούπολη κατά την πρώιμη μετα-σοβιετική πολιτική του καριέρα.
“Οι σιλοβάρχες είναι επιχειρηματικές ελίτ που έχουν αξιοποιήσει τα δίκτυά τους στην FSB (Ρωσική Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Ασφαλείας) ή στον στρατό για να συγκεντρώσουν τεράστιο προσωπικό πλούτο”, έγραψε ο Stanislav Markus, καθηγητής Διεθνών Επιχειρήσεων στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καρολίνα. “Από το 2003, οι φίλοι του Πούτιν και οι σιλοβάρχες ανέβηκαν σταθερά στην κλίμακα της πελατειακής οικονομίας και κατέλαβαν σημαντικά πόστα στην εκτελεστική εξουσία”. Οι σιλοβάρχες “εκπροσωπούνται δυσανάλογα στα Διοικητικά Συμβούλια των λεγόμενων κρατικών εταιρειών και συχνά κατέχουν μεγάλα ποσοστά σε επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε κλάδους όπου η κερδοφορία βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με την κυβερνητική εύνοια”, πρόσθεσε ο ίδιος.
Οι ολιγάρχες βλέπουν να ορθώνεται μπροστά τους ένα ζοφερό μέλλον, καθώς η Δύση επιβάλλει αντίποινα στη Ρωσία του Πούτιν. Από τις 14 Μαρτίου, οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους έχουν επιβάλει προσωπικές κυρώσεις σε 20 εξ αυτών. Φαίνεται πως πλέον δεν έχει σημασία με ποιο στρατόπεδο τάσσονται: με τη Ρωσία ή την Ουκρανία. Οι ολιγάρχες που πούλησαν τα ρωσικά περιουσιακά τους στοιχεία και μετέφεραν τις συμμετοχές τους στη Δύση σπεύδουν να αποστασιοποιηθούν από τον Πούτιν και το καθεστώς του. Ούτως ή άλλως σε πολλούς από αυτούς ήδη έχουν επιβληθεί κυρώσεις. Οι σιλοβάρχες –και όσοι έχουν στη κατοχή τους ρωσικά περιουσιακά στοιχεία– δεν έχουν προστατευθεί από τον Πούτιν. Αντιθέτως, βλέπουν τις περιουσίες τους να συρρικνώνονται, ακολουθώντας την πορεία των ρωσικών αγορών που καταρρέουν.
Πηγή: Forbes
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

