Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Τόμας Φρίντμαν: Ο Πούτιν προχωράει το Plan B – Μπορούν Ζελένσκι και Μπάιντεν να τον σταματήσουν;

Δημοσιεύτηκε στις

Έπειτα από έναν περίπλοκο μήνα, είναι πλέον σαφές ποιες στρατηγικές παίζονται στην Ουκρανία: Παρακολουθούμε το σχέδιο Β του Βλαντιμίρ Πούτιν έναντι των σχεδίων Α του Τζο Μπάιντεν και του Βολοντίμιρ Ζελένσκι. Ας ελπίσουμε ότι ο Μπάιντεν και ο Ζελένσκι θα θριαμβεύσουν, γιατί το πιθανό σχέδιο Γ του Πούτιν είναι πραγματικά τρομακτικό — και δεν θέλω καν να γράψω αυτό που φοβάμαι ότι θα ήταν το σχέδιο Δ.

Δεν έχω καμία μυστική πηγή στο Κρεμλίνο, μόνο την εμπειρία να έχω παρακολουθήσει πώς λειτουργούσε ο Πούτιν στη Μέση Ανατολή επί πολλά χρόνια. Ως εκ τούτου, μου φαίνεται προφανές ότι ο Πούτιν, έχοντας συνειδητοποιήσει ότι το σχέδιο Α απέτυχε -η προσδοκία του ότι ο ρωσικός στρατός θα έκανε παρέλαση στην Ουκρανία, θα αποκεφάλιζε τη «ναζιστική» ηγεσία της και μετά θα ανέμενε καθώς ολόκληρη η χώρα θα έπεφτε ειρηνικά στα χέρια της Ρωσίας- έχει στραφεί στο σχέδιο Β.

Το σχέδιο Β προβλέπει ότι ο ρωσικός στρατός στοχεύει σκόπιμα Ουκρανούς αμάχους, πολυκατοικίες, νοσοκομεία, επιχειρήσεις, ακόμη και καταφύγια -όλα αυτά συνέβησαν τις τελευταίες εβδομάδες- με σκοπό να προτρέψει τους Ουκρανούς να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους, δημιουργώντας μια τεράστια προσφυγική κρίση στο εσωτερικό της Ουκρανίας και, ακόμη πιο σημαντικό, μια μαζική προσφυγική κρίση στις γειτονικές χώρες – μέλη του ΝΑΤΟ.

Ο Πούτιν υποπτεύομαι πως σκέφτεται ότι αν δεν μπορεί να καταλάβει και να διατηρήσει όλη την Ουκρανία με στρατιωτικά μέσα και απλώς να επιβάλει τους όρους του για ειρήνη, η επόμενη καλύτερη για αυτόν λύση θα ήταν να οδηγήσει 5 ή 10 εκατομμύρια Ουκρανούς πρόσφυγες -κυρίως γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένους- στην Πολωνία, την Ουγγαρία και τη Δυτική Ευρώπη — με σκοπό τη δημιουργία τόσο έντονων κοινωνικών και οικονομικών βαρών που αυτά τα κράτη του ΝΑΤΟ θα πιέσουν τελικά τον Ζελένσκι να αποδεχθεί οποιουσδήποτε όρους θέτει ο Πούτιν για να σταματήσει ο πόλεμος.

Ο Πούτιν πιθανότατα ελπίζει ότι, αν και αυτό το σχέδιο ενδεχομένως περιλαμβάνει τη διάπραξη εγκλημάτων πολέμου που θα μπορούσαν να καταστήσουν τον ίδιο και το ρωσικό κράτος μόνιμους παρίες, η ανάγκη για ρωσικό πετρέλαιο, φυσικό αέριο και σιτάρι -και για τη βοήθεια της Ρωσίας στην αντιμετώπιση περιφερειακών ζητημάτων όπως η επικείμενη συμφωνία για τα πυρηνικά του Ιράν- σύντομα θα ανάγκαζε τον κόσμο να επιστρέψει στις συναλλαγές με το «κακό παιδί Πούτιν», όπως συνέβαινε πάντα στο παρελθόν.

Το σχέδιο Β του Πούτιν φαίνεται να εκτυλίσσεται όπως έχει προγραμματιστεί. Το γαλλικό πρακτορείο ειδήσεων, AFP, ανέφερε από το Κίεβο την Κυριακή: «Περισσότεροι από 3,3 εκατομμύρια πρόσφυγες έχουν εγκαταλείψει την Ουκρανία από την έναρξη του πολέμου – η ταχύτερα εξελισσόμενη προσφυγική κρίση στην Ευρώπη από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο – η συντριπτική τους πλειονότητα είναι γυναίκες και παιδιά, σύμφωνα με στον ΟΗΕ. Άλλα 6,5 εκατομμύρια πιστεύεται ότι έχουν εκτοπιστεί εντός της χώρας».

Το AFP συνέχισε: «Σε ενημέρωση το βράδυ του Σαββάτου, το υπουργείο Άμυνας της Βρετανίας ανέφερε ότι η Ουκρανία συνεχίζει να υπερασπίζεται αποτελεσματικά τον εναέριο χώρο της, αναγκάζοντας τη Ρωσία να βασιστεί σε όπλα που εκτοξεύονται από τον δικό της εναέριο χώρο. Ανέφερε ότι η Ρωσία αναγκάστηκε “να αλλάξει την επιχειρησιακή της προσέγγιση και τώρα ακολουθεί μια στρατηγική φθοράς. Αυτό είναι πιθανό να περιλαμβάνει τη χρήση αδιακρίτως της δύναμης πυρός με αποτέλεσμα αυξημένες απώλειες αμάχων, καταστροφή ουκρανικών υποδομών και ενίσχυση της ανθρωπιστικής κρίσης”».

Το σχέδιο Α του Ζελένσκι

Το σχέδιο Β του Πούτιν, ωστόσο, προσκρούει στον Μπάιντεν και τον Ζελένσκι. Το σχέδιο Α του Ζελένσκι, το οποίο υποπτεύομαι ότι εκτυλίσσεται ακόμα καλύτερα από ό,τι ήλπιζε, είναι να πολεμήσει τον ρωσικό στρατό μέχρι την ισοπαλία στο έδαφος, να διαρρήξει τη βούλησή του και να αναγκάσει τον Πούτιν να συμφωνήσει με τους όρους του Ζελένσκι για μια ειρηνευτική συμφωνία — με μόνο ελάχιστο να κρατά τα προσχήματα για τον ηγέτη του Κρεμλίνου. Παρά τη βάρβαρη αιματοχυσία και τους βομβαρδισμούς από τις ρωσικές δυνάμεις, ο Ζελένσκι -σοφά- εξακολουθεί να ρίχνει ματιές σε μια διπλωματική λύση, πιέζοντας πάντα για διαπραγματεύσεις με τον Πούτιν ενώ συσπειρώνει τις δυνάμεις και τον λαό του.

Οι Times ανέφεραν την Κυριακή ότι «ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει φτάσει σε αδιέξοδο έπειτα από περισσότερες από τρεις εβδομάδες συγκρούσεων, με τη Ρωσία να καταγράφει μόνο οριακά κέρδη και να στοχεύει ολοένα και περισσότερο αμάχους, σύμφωνα με αναλυτές και Αμερικανούς αξιωματούχους. “Οι ουκρανικές δυνάμεις έχουν κερδίσει την αρχική ρωσική εκστρατεία αυτού του πολέμου”, ανέφερε σε ανάλυσή του το Ινστιτούτο για τη Μελέτη του Πολέμου, ένα ερευνητικό ινστιτούτο με έδρα την Ουάσιγκτον. Οι Ρώσοι δεν έχουν το ανθρώπινο δυναμικό ή τον εξοπλισμό για να καταλάβουν το Κίεβο, την πρωτεύουσα ή άλλες μεγάλες πόλεις όπως το Χάρκοβο και την Οδησσό, κατέληξε η μελέτη».

Το σχέδιο Α του Μπάιντεν

Το σχέδιο Α του Μπάιντεν, για το οποίο προειδοποίησε ρητά τον Πούτιν πριν από την έναρξη του πολέμου, σε μια προσπάθεια να τον αποτρέψει, ήταν να επιβάλει οικονομικές κυρώσεις στη Ρωσία, όμοιες των οποίων δεν έχουν επιβληθεί ποτέ πριν από τη Δύση — με στόχο να κονιορτοποιήσει τη ρωσική οικονομία. H στρατηγική του Μπάιντεν -η οποία περιλάμβανε επίσης την αποστολή όπλων στους Ουκρανούς για να πιέσουν και στρατιωτικά τη Ρωσία- κάνει ακριβώς αυτό. Πετυχαίνει πιθανώς πέρα ​​από τις προσδοκίες του Μπάιντεν, επειδή ενισχύθηκε από εκατοντάδες ξένες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στη Ρωσία, οι οποίες επίσης ανέστειλαν τις δραστηριότητές τους εκεί — οικειοθελώς ή υπό την πίεση των εργαζομένων τους.

Τα ρωσικά εργοστάσια πρέπει τώρα να κλείσουν επειδή δεν μπορούν να προμηθευτούν μικροτσίπ και άλλες πρώτες ύλες που χρειάζονται από τη Δύση. Τα αεροπορικά ταξίδια προς και γύρω από τη Ρωσία περιορίζονται επειδή πολλά από τα εμπορικά αεροπλάνα της ανήκαν στην πραγματικότητα σε ιρλανδικές εταιρείες μίσθωσης, ενώ η Airbus και η Boeing δεν θα κάνουν συντήρηση σε αυτά που κατέχει η Ρωσία. Στο μεταξύ, χιλιάδες νέοι Ρώσοι εργαζόμενοι στον τομέα της τεχνολογίας τάσσονται κατά του πολέμου και απλώς εγκαταλείπουν τη χώρα – όλα αυτά μέσα σε ένα μόνο μήνα από τότε που ο Πούτιν ξεκίνησε αυτόν τον απερίσκεπτο πόλεμο.

«Περισσότερα από τα μισά αγαθά και υπηρεσίες που εισρέουν στη Ρωσία προέρχονται από 46 ή περισσότερες χώρες που έχουν επιβάλει κυρώσεις ή εμπορικούς περιορισμούς, με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρωπαϊκή Ένωση να πρωτοστατούν», ανέφερε η Washington Post, επικαλούμενη την εταιρεία οικονομικής έρευνας Castellum, ενώ πρόσθεσε: «Σε τηλεοπτική ομιλία του την Πέμπτη, ένας εριστικός Ρώσος πρόεδρος φαινόταν να αναγνωρίζει τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η χώρα. Είπε ότι οι εκτεταμένες κυρώσεις θα οδηγήσουν σε δύσκολες “βαθιές διαρθρωτικές αλλαγές στην οικονομία μας”, αλλά υποσχέθηκε ότι η Ρωσία θα ξεπεράσει “τις προσπάθειες ενός οικονομικού πολέμου-αστραπή”. Ο Πούτιν πρόσθεσε: “Είναι δύσκολο για εμάς αυτή τη στιγμή. Οι ρωσικές χρηματοπιστωτικές εταιρείες, οι μεγάλες επιχειρήσεις, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν άνευ προηγουμένου πίεση”».

Το ερώτημα που προκύπτει

Λοιπόν, το ερώτημα είναι: Η πίεση στις χώρες του ΝΑΤΟ από τους πρόσφυγες που δημιουργεί η πολεμική μηχανή του Πούτιν -όλο και περισσότερο κάθε μέρα- θα υπερισχύσει της πίεσης που ασκείται στον στρατό του στο έδαφος της Ουκρανίας και στην η οικονομία του στη Ρωσία – όλο και περισσότερο κάθε μέρα;

Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα πρέπει να καθορίσει πότε και πώς θα τελειώσει αυτός ο πόλεμος – είτε με ξεκάθαρο νικητή και ηττημένο είτε, ίσως πιο πιθανό, με κάποιο είδος βρώμικου συμβιβασμού που να γέρνει υπέρ ή κατά του Πούτιν.

Λέω «ίσως» γιατί ο Πούτιν μπορεί να αισθάνεται ότι δεν μπορεί να ανεχθεί κανένα είδος ισοπαλίας ή βρώμικου συμβιβασμού. Μπορεί να αισθάνεται ότι οτιδήποτε άλλο εκτός από μια ολοκληρωτική νίκη είναι μια ταπείνωση που θα υπονόμευε την αυταρχική του λαβή στην εξουσία. Σε αυτή την περίπτωση, θα μπορούσε να επιλέξει ένα σχέδιο Γ — το οποίο, υποθέτω, θα συνεπαγόταν αεροπορικές ή πυραυλικές επιθέσεις σε γραμμές ανεφοδιασμού του ουκρανικού στρατού πέρα ​​από τα σύνορα στην Πολωνία.

Η Πολωνία είναι μέλος του ΝΑΤΟ και οποιαδήποτε επίθεση στο έδαφός της θα απαιτούσε από κάθε άλλο μέλος του ΝΑΤΟ να υπερασπιστεί τη Βαρσοβία. Ο Πούτιν μπορεί να πιστεύει ότι εάν μπορέσει να επιβάλει αυτή την ατζέντα, και ορισμένα μέλη του ΝΑΤΟ δείξουν δισταγμό να υπερασπιστούν την Πολωνία, το ΝΑΤΟ θα μπορούσε να διαρραγεί. Σίγουρα θα πυροδοτούσε έντονες συζητήσεις σε κάθε χώρα του ΝΑΤΟ —ειδικά στις Ηνωμένες Πολιτείες— σχετικά με την άμεση ανάμειξη σε έναν πιθανό Γ’ Παγκόσμιο Πόλεμο με τη Ρωσία. Ό,τι κι αν συμβεί στην Ουκρανία, εάν ο Πούτιν μπορούσε να διασπάσει το ΝΑΤΟ, αυτό θα ήταν ένα επίτευγμα που θα μπορούσε να κρύψει όλες τις άλλες απώλειές του.

Αν τα σχέδια Α, Β και Γ του Πούτιν αποτύχουν, όμως, φοβάμαι ότι θα ήταν σαν ένα ζώο που έχει στριμωχτεί στη γωνία και θα μπορούσε να επιλέξει το σχέδιο Δ – χρήση είτε χημικών όπλων, είτε της πρώτης πυρηνικής βόμβας μετά το Ναγκασάκι. Αυτές είναι δύσκολες λέξεις για να γράψει κανείς, και ακόμη πιο δύσκολο να τις συλλογιστεί. Αλλά θα ήταν ακραία αφελές να το αγνοήσουμε ως πιθανότητα.

 

Πηγή: New York Times, Καθημερινή

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις3 λεπτά πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Αναλύσεις33 λεπτά πριν

Ινδικά πολεμικά πλοία στην Κύπρο; Οι πληροφορίες και το νέο αμυντικό σκηνικό

Πληροφορίες για παρεμβάσεις Ισραήλ και Εμιράτων απέναντι στις πιέσεις της Άγκυρας παρουσίασε το «Direct News». Στο επίκεντρο οι συζητήσεις για...

Γενικά θέματα1 ώρα πριν

Θρίλερ στα βάθη της Τουρκίας με 58χρονο Έλληνα μοναχό από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών! Αγνοείται από τον Ιούλιο

Ο 58χρονος μοναχός έφυγε από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών, με προορισμό την Τουρκία, αποφασισμένος να φτάσει στον Πόντο και την...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Καλεντερίδης: Η Ουκρανία στο έλεος του «διακόπτη» – Το μάθημα για την ελληνική άμυνα

Οι περιορισμοί στις δορυφορικές υπηρεσίες, η πίεση του Τραμπ στον Ζελένσκι και η ανάγκη για εγχώρια αμυντική παραγωγή στο επίκεντρο...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Ποιος είναι σκληρότερος; Η Προεκλογική μάχη Νετανιάχου – Άιζενκοτ

Ο Γκάντι Άιζενκοτ, κορυφαίος Ισραηλινός πολιτικός που ελπίζει να ανατρέψει τον Πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου στις εκλογές στα τέλη αυτού του...

Δημοφιλή