Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η στάση της Κίνας στην Ουκρανία καθορίζει τη νέα διεθνή τάξη

Δημοσιεύτηκε στις

Υπό δοκιμασία το παγκόσμιο ηγεμονικό μοντέλο του Πεκίνου – Το μήνυμα Δύσης για Ταϊβάν

Μάριος Πούλλαδος

Η στάση της Κίνας για την Ουκρανία έχει βρεθεί στο προσκήνιο τις τελευταίες ημέρες, καθώς πολλοί αναλυτές εκτιμούν πως η στάση του κινεζικού Δράκου θα καθορίζει το αύριο της παγκόσμιας διεθνούς τάξης.

Κάποιοι υποστηρίζουν ότι η Κίνα θα οικοδομήσει στην προπολεμική φιλία της με τη Ρωσία, που δεν γνωρίζει «όρια», για να δημιουργήσει έναν άξονα απολυταρχίας. Άλλοι απαντούν ότι η Αμερική μπορεί να ντροπιάσει την Κίνα με το να έρθει σε ρήξη με τη Ρωσία, απομονώνοντας τον Πρόεδρό της Βλαντιμίρ Πούτιν. O Economist θεωρεί πως κανένα σενάριο δεν είναι πιθανό. Όπως σημειώνει, η εμβάθυνση των δεσμών με τη Ρωσία θα καθοδηγείται από προσεκτικό προσωπικό συμφέρον, καθώς η Κίνα εκμεταλλεύεται τον πόλεμο στην Ουκρανία για να επισπεύσει αυτό που θεωρεί ως αναπόφευκτη παρακμή της Αμερικής.

Η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος τόσο της Ρωσίας, όσο και της Ουκρανίας και ο μεγαλύτερος εισαγωγέας αργού πετρελαίου και φυσικού αερίου στον κόσμο. Με αυτά τα δεδομένα, η σύγκρουση μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας δεν φαίνεται να είναι προς όφελος της Κίνας.

Ποντιοπιλατική διαχείριση

Αναφορικά με τη στάση της Κίνας για τη ρωσική εισβολή, ο Κινέζος Πρέσβης στις ΗΠΑ, Qin Gang, σε άρθρο του στη Wall Street Journal (15/3/22), σημειώνει: «Για την Ουκρανία, η θέση της Κίνας είναι αντικειμενική και αμερόληπτη: Οι σκοποί και οι αρχές του ΟΗΕ. Ο Χάρτης πρέπει να τηρείται πλήρως. Η κυριαρχία και εδαφική ακεραιότητα όλων των χωρών, συμπεριλαμβανομένης της Ουκρανίας, πρέπει να γίνεται σεβαστή· οι θεμιτές ανησυχίες για την ασφάλεια όλων των χωρών πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψη· και όλες οι προσπάθειες που ευνοούν την ειρηνική διευθέτηση της κρίσης πρέπει να υποστηριχθούν», προσθέτοντας λίγο πιο κάτω πως «ούτε ο πόλεμος, αλλά ούτε οι κυρώσεις μπορούν να επιφέρουν ειρήνη».

Αυτήν την εβδομάδα, οι Financial Times αποκάλυψαν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είπαν σε συμμάχους τους στο ΝΑΤΟ και σε αρκετές ασιατικές χώρες ότι η Κίνα είχε εκφράσει την προθυμία της να παράσχει στρατιωτική και οικονομική βοήθεια στη Ρωσία, για να υποστηρίξει τον πόλεμό της στην Ουκρανία. Η Μόσχα αρνήθηκε ότι ζήτησε από την Κίνα στρατιωτική βοήθεια και η Κίνα επίσης απέρριψε τους ισχυρισμούς και προειδοποίησε αυτήν την εβδομάδα για “ψευδείς πληροφορίες”.

Ο Τζέικ Σάλιβαν, σύμβουλος εθνικής ασφάλειας του Μπάιντεν, είχε συνάντηση στη Ρώμη τη Δευτέρα με τον Γιανγκ Τζιέτσι, κορυφαίο στέλεχος εξωτερικής πολιτικής της Κίνας. Ο Σάλιβαν είχε προειδοποιήσει πριν από τις συνομιλίες ότι η Κίνα θα αντιμετωπίσει «σκληρές» συνέπειες, εάν βοηθήσει τη Μόσχα να αποφύγει τις σαρωτικές κυρώσεις για την Ουκρανία.

Το δίλημμα του Πεκίνου

Εάν η Κίνα υποστηρίξει περαιτέρω την επιθετικότητα της Ρωσίας με σημαντική νομισματική βοήθεια ή -ακόμα πιο ανησυχητικά- με όπλα, το οικονομικό χτύπημα από τις ΗΠΑ και τις ευρωπαϊκές χώρες θα μπορούσε να απειλήσει τη μακροπρόθεσμη προσπάθεια της Κίνας να αναδειχθεί ως η κυρίαρχη παγκόσμια δύναμη. Σε γενικό πλαίσιο, ο Κινέζος Πρόεδρος Xi Jinping δείχνει να ποντάρει στο γεγονός ότι οι ΗΠΑ βρίσκονται σε παρακμή και οι Δυτικές δημοκρατίες έχουν ουσιαστικά αποτύχει. Επιπλέον έβλεπε στο πρόσωπο της Ρωσίας του Πούτιν έναν αξιόλογο σύμμαχο, που μπορεί να εργαστεί μαζί με την Κίνα για να δημιουργήσει ένα διαφορετικό διεθνές σύστημα, που είναι πιο ευνοϊκό για την Ευρασία. Ωστόσο, με την εξέλιξη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, φαίνεται πως η πιο πάνω αξιολόγηση ενέχει σημαντικό κίνδυνο για την Κίνα. Εάν η Ρωσία βγει πιο αδύναμη από τον πόλεμο στην Ουκρανία, και η Κίνα την υποστηρίξει ανοικτά, η Κίνα θα μπορούσε να υποστεί μεγάλη οικονομική ζημιά. Η Κίνα βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις εμπορικές της σχέσεις με τις ευρωπαϊκές χώρες και έχει εργαστεί σκληρά για να εμποδίσει την Ευρώπη να περιορίσει το εμπόριο.

Ακόμα κι αν ο Πούτιν ελέγξει κάποια εδάφη στην Ουκρανία, η Ρωσία θα έχει να διαχειριστεί μια καταρρέουσα οικονομία και μια συνεχή «αιμορραγία» στο εσωτερικό της Ουκρανίας. Αυτό θα ήταν μάλλον ένα εφιαλτικό σενάριο για το Πεκίνο, καθώς θα επιτρέψει στις Ηνωμένες Πολιτείες να ανακτήσουν την παγκόσμια ηγεμονία και να ενώσουν τη Δύση. Οι περισσότερες αναπτυσσόμενες χώρες του κόσμου θα αγκαλιάσουν εκ νέου τις δυτικές αξίες και θεσμούς και η Κίνα θα βρει τον εαυτό της πιο απομονωμένο.

Δοκιμάζεται το κινεζικό ηγεμονικό μοντέλο

Αυτό που θα αποφασίσει τελικά να κάνει η Κίνα θα μπορούσε να αποτελέσει σημείο καμπής τόσο στον πόλεμο στην Ουκρανία, όσο και στις σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας, και «το αποτέλεσμα της επιλογής του Πεκίνου θα καθορίσει το πώς θα μοιάζει μια νέα παγκόσμια τάξη πραγμάτων», σημειώνουν οι Times. Θα συνεχίσει η Κίνα να προσπαθεί να αναδιαμορφώσει την τρέχουσα παγκόσμια οικονομία στην εικόνα της συμμετέχοντας σε αυτήν; Ή μήπως η Κίνα θα συμπαραταχθεί με τη Ρωσία πίσω από ένα νέο Σιδηρούν Παραπέτασμα κυρώσεων, αποκομμένη από τις ΗΠΑ και την Ευρώπη και θα αφεθεί να περιηγηθεί σε ένα νέο νομισματικό σύστημα και ένα νέο εμπορικό πλαίσιο;

Η άσχημη εικόνα ενός αδίστακτου και απολυταρχικού Πούτιν βαραίνει παράλληλα και τη δημόσια εικόνα του Σι. Σε αντίθεση με τον Πούτιν, ο Κινέζος Πρόεδρος έχει κτίσει μια διεθνή εικόνα προσεκτικά, που παρουσιάζει την Κίνα ως μια ήπια δύναμη. Καθώς έρχεται σε επαφή με τη Ρωσία, το Πεκίνο μοιράζεται τη σκηνή με χώρες όπως η Βόρεια Κορέα, η Συρία και η Λευκορωσία, γεγονός που καθιστά δύσκολο να αυτοπροβληθεί ως εναλλακτική ηγεμονική δύναμη .

Η υποστήριξη της Κίνας προς τη Ρωσία δύσκολα ταυτίζεται με τους ακρογωνιαίους λίθους της ηγεσίας του Xi: τη χρήση του κρατικού καπιταλισμού ως ακρογωνιαίου λίθου για την προσέλκυση άλλων στην τροχιά της Κίνας, τον σεβασμό της εθνικής κυριαρχίας και την ειρηνική ανάδυση στην παγκόσμια ηγεσία.

Η περίπτωση της Ταϊβάν

Ακόμη και προτού η Ρωσία ξεκινήσει την εισβολή της στην Ουκρανία τον περασμένο μήνα, οι Δυτικοί εξέφραζαν αυξημένη ανησυχία για το ότι το Πεκίνο θα μπορούσε να καταλάβει την Ταϊβάν με τη βία. Τους τελευταίους μήνες, το Πεκίνο διεξάγει ασκήσεις πολεμικής ετοιμότητας κοντά στο νησί – συμπεριλαμβανομένης της τακτικής πτήσης στρατιωτικών αεροσκαφών στη ζώνη αναγνώρισης αεράμυνας της Ταϊβάν, καθώς και κοινών αεροπορικών και ναυτικών ασκήσεων γύρω από τα στενά της Ταϊβάν, ανέφεραν κινεζικά κρατικά μέσα ενημέρωσης.

Η Ταϊπέι απάντησε δεσμεύοντας ένα ποσό ρεκόρ αμυντικών δαπανών φέτος και επιπλέον 8,7 δισεκατομμύρια δολάρια τα επόμενα πέντε χρόνια για να ενισχύσει τις ασύμμετρες πολεμικές της ικανότητες – συμπεριλαμβανομένης της ανάπτυξης νέων πυραύλων μακράς εμβέλειας, που μπορούν να στοχεύουν στρατιωτικές εγκαταστάσεις της Κίνας σε περίπτωση πολέμου.

Ενώ η εισβολή στην Ουκρανία βρίσκεται ακόμη στις πρώτες τις βδομάδες, η αντίδραση της Δύσης, ΗΠΑ-Ε.Ε., στέλνει ένα μήνυμα για το τι μπορεί να προκύψει σε ενδεχόμενη κινεζική εισβολή στην Ταϊβάν.

Από την πλευρά του το Πεκίνο ισχυρίζεται ότι δεν υφίσταται οποιοσδήποτε παραλληλισμός της περίπτωσης της Ουκρανίας και της Ταϊβάν. «Η Ουκρανία είναι ένα κυρίαρχο κράτος, ενώ η Ταϊβάν είναι αναπόσπαστο μέρος του εδάφους της Κίνας. Το ζήτημα της Ταϊβάν είναι μια κινεζική εσωτερική υπόθεση. Δεν έχει νόημα οι άνθρωποι να δίνουν έμφαση στην αρχή της κυριαρχίας στην Ουκρανία, ενώ βλάπτουν την κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα της Κίνας στην Ταϊβάν», έγραψε ο Κινέζος πρέσβης στις ΗΠΑ, στο άρθρο του στην Washington Post.

Σημερινή

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις5 λεπτά πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Αναλύσεις35 λεπτά πριν

Ινδικά πολεμικά πλοία στην Κύπρο; Οι πληροφορίες και το νέο αμυντικό σκηνικό

Πληροφορίες για παρεμβάσεις Ισραήλ και Εμιράτων απέναντι στις πιέσεις της Άγκυρας παρουσίασε το «Direct News». Στο επίκεντρο οι συζητήσεις για...

Γενικά θέματα1 ώρα πριν

Θρίλερ στα βάθη της Τουρκίας με 58χρονο Έλληνα μοναχό από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών! Αγνοείται από τον Ιούλιο

Ο 58χρονος μοναχός έφυγε από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών, με προορισμό την Τουρκία, αποφασισμένος να φτάσει στον Πόντο και την...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Καλεντερίδης: Η Ουκρανία στο έλεος του «διακόπτη» – Το μάθημα για την ελληνική άμυνα

Οι περιορισμοί στις δορυφορικές υπηρεσίες, η πίεση του Τραμπ στον Ζελένσκι και η ανάγκη για εγχώρια αμυντική παραγωγή στο επίκεντρο...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Ποιος είναι σκληρότερος; Η Προεκλογική μάχη Νετανιάχου – Άιζενκοτ

Ο Γκάντι Άιζενκοτ, κορυφαίος Ισραηλινός πολιτικός που ελπίζει να ανατρέψει τον Πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου στις εκλογές στα τέλη αυτού του...

Δημοφιλή