Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η διπλωματική ευελιξία του Ερντογάν αποδίδει καρπούς σε βάρος μας…

Δημοσιεύτηκε στις

Η ευελιξία του Ταγίπ Ερντογάν μετέτρεψε το αρνητικό σκηνικό το οποίο είχε διαμορφωθεί κατά της Τουρκίας σε θετικό

Γράφει η Κρινιώ Καλογερίδου

Το ότι η ιστορική γνώση οπλίζει τον άνθρωπο με διορατικότητα (ενίοτε διαισθητική) είναι γεγονός αναμφισβήτητο. Γι’ αυτό και θεωρώ ”αναγκαία συνθήκη” για μια επιτυχημένη Εξωτερική πολιτική τη στελέχωση του ΥΠΕΞ με ιστορικά καταρτισμένο προσωπικό όποιο κι αν είναι το κόμμα που εκλέγεται για να κυβερνήσει.

Απτό παράδειγμα της αμοιβαίας σχέσης μεταξύ ιστορικής γνώσης και διορατικότητας αποτελεί η προσέγγιση Ρωσίας-Τουρκίας από το 2014, χρονιά προσάρτησης την Κριμαίας στη Ρωσία. Προσάρτησης η οποία προκάλεσε τις κυρώσεις της Δύσης σε βάρος της Μόσχας έως το 2018.

Γεγονός ιδιαίτερα επιβαρυντικό για την ρωσική Οικονομία, σε βαθμό που ανάγκασε τον Βλαντιμίρ Πούτιν να τείνει ευήκοα ώτα στον Ταγίπ Ερντογάν (μετά την ανάδειξή του στην Προεδρία της Τουρκίας τον Αύγουστο του 2014), όταν έγινε φανερή η επιδίωξη του δεύτερου για στρατηγική προσέγγιση των χωρών τους.

Τώρα θα μου πείτε ότι αυτή η προσέγγιση τινάχτηκε στον αέρα την επόμενη κιόλας χρονιά με αφορμή την κατάρριψη ενός ρωσικού βομβαρδιστικού Sukhoi Su-24M από τουρκικό μαχητικό F-16 την ώρα που το δεύτερο επιχειρούσε κατά Σύρων Τουρκμένων ανταρτών στη Βόρεια Συρία (Νοέμβριος του 2015).

Ωστόσο, παρά την εκρηκτική περίοδο που ακολούθησε, οι διαβεβαιώσεις του Ταγίπ Ερντογάν ότι όλα οφείλονταν σε… τραγικό λάθος και το γεγονός ότι εκδήλωσε επανειλημμένα και επίμονα την μεταμέλειά του για το ”ατυχές γεγονός”, άμβλυναν τις τεταμένες σχέσεις των δύο ανδρών.

Έπειτα δεν έπαψε να ισχύει στις διακρατικές σχέσεις η σοφή ρήση του Λόρδου Palmerston ότι ”τα έθνη δεν έχουν σταθερούς φίλους ή εχθρούς. Έχουν μόνο σταθερά συμφέροντα”. Και ο ”τσάρος” διέβλεψε καθαρά, σ’ αυτήν την περίπτωση. ότι θα ήταν πολλά τα οφέλη για τη Ρωσία απ’ τη συνεργασία της με την Τουρκία.

Κι αυτό γιατί — πέραν του ότι υπήρχε αμοιβαίο συμφέρον, καθώς η Ρωσία (μέσω Τουρκίας) θα αποκτούσε πρόσβαση σε χώρες της πρώην ΕΣΣΔ (Γεωργία-Αζερμπαϊτζάν-Αρμενία) και η Τουρκία (μέσω αυτής) στους τουρκικούς πληθυσμούς του Καυκάσου — η Ρωσία θα αποκτούσε σταθερή πρόσβαση από την Μαύρη Θάλασσα στη Μεσόγειο μέσω των Στενών της Τουρκίας (Βόσπορος-Δαρδανέλια).

Επιπλέον, η συνεργασία με την Τουρκία και το Ιράν στη Συρία θα εδραίωνε τον ρόλο της Ρωσίας στη Μέση Ανατολή, έστω κι αν οι στόχοι της ήταν εκ διαμέτρου αντίθετοι με εκείνους των μουσουλμανικών αυτών κρατών, αφού οι μεν Ρώσοι ήθελαν να στηρίξουν τον Άσαντ, ενώ οι Τούρκοι και οι Ιρανοί να περιορίσουν τη δράση των Κούρδων της Συρίας οι οποίοι υποστηρίζονταν από τις ΗΠΑ.

Οι συγκυρίες ωστόσο ήταν τέτοιες που οι υπάρχουσες διαφορές παρακάμφθηκαν, με αποτέλεσμα να αναθερμανθούν οι προσπάθειες επαναπροσέγγισης Ρωσίας-Τουρκίας, οι οποίες απέφεραν αρχικά για αμφότερες κέρδη ύψους 1 δισ. απ’ την επενδυτική συνεργασία τους για μια σειρά έργων.

Την εμπορική συνεργασία ακολούθησε στη συνέχεια μια στρατιωτικής φύσεως συμφωνία για ενίσχυση της αμυντικής ισχύος της Τουρκίας μέσω των ρωσικών πυραύλων εδάφους-αέρος S-400, η οποία συμπεριλάμβανε και μεταφορά τεχνογνωσίας και εκπαίδευσης του τουρκικού προσωπικού.

Κερασάκι στην τούρτα της στρατηγικής προσέγγισης των δύο χωρών ήταν η κατασκευή (σε συνεργασία με την Gazprom) του τουρκικού αγωγού φυσικού αερίου Turkstream (ο οποίος ”τρέχει” από τη Ρωσία στην Τουρκία) και η δημιουργία τουρκικού πυρηνικού εργοστασίου στο Ακούγιου από την ρωσική Rosatom.

Με δεδομένα αυτά, η άνθιση στις ρωσοτουρκικές σχέσεις κλιμακώθηκε ”επικίνδυνα” για τα εθνικά μας θέματα πολύ πριν εκδηλωθεί η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Για πολλούς ασφαλώς ήταν ιστορικά προδιαγεγραμμένο αυτό, αφού η ένταξη της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ (1952) έδωσε επιπλέον ώθηση στη σύμπλευση Ρωσίας-Τουρκίας σε ζητήματα που μετά το 1920 απέβησαν ζημιογόνα για τον Ελληνισμό (βλ. σύμπραξη Ρώσων Μπολσεβίκων με τον Κεμάλ για παρεμπόδιση της προέλασης του Ελληνικού Στρατού στην Μικρασιατική εκστρατεία, 1922).

Ωστόσο, κάνοντας άλμα μέσα στον χρόνο που μας έφερε τρέχοντας στη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα, ευελπιστούσαμε εμείς οι Έλληνες να ατονίσει η προσέγγιση της Ρωσίας του Πούτιν με την Τουρκία του Ερντογάν.

Βασική προϋπόθεση όμως γι’ αυτό ήταν να φροντίσουν οι ελληνικές κυβερνήσεις να αξιοποιήσουν τις ευκαιρίες που είχαν για σύσφιξη των ελληνορωσικών σχέσεων επί τη βάσει των ίδιων αρχών που είχε επιδείξει η Μόσχα απ’ το 1974 και εντεύθεν με αφορμή το Κυπριακό.

Αρχών υπέρ του δικαίου και της νομιμότητας που εκδηλώθηκαν με πολλούς τρόπους προς όφελος των κυπριακών συμφερόντων (βλ. βέτο της Ρωσίας στο Συμβούλιο Ασφαλείας με αίτημα την απομάκρυνση του τουρκικού στρατού κατοχής από τη Βόρεια Κύπρο, κριτική του ΥΠΕΞ της Σεργκέι Λαβρόφ κατά του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ Μπαν Γκι Μουν στις αναφορές του περί ανάγκης άρσης της απομόνωσης των Τουρκοκυπρίων, στήριξη του ψηφίσματος του Συμβουλίου Ασφαλείας στην απόφασή του για ανανέωση της θητείας της UNFICYP [Ειρηνευτική Δύναμη των ΗΕ στην Κύπρο] κλπ).

Αυτές οι ευκαιρίες ελληνορωσικής προσέγγισης δεν ευοδώθηκαν δυστυχώς λόγω της πρόσδεσης της Ελλάδας στο άρμα των ΗΠΑ με τη δικαιολογία της ένταξής της στο ΝΑΤΟ και των ιστορικών σχέσεων που αναπτύχθηκαν μεταξύ των δύο κρατών στα νεότερα χρόνια. Γεγονός που δεν το άφησε να περάσει ανεκμετάλλευτο η Τουρκία, η οποία — χάρη στις διπλωματικές ικανότητες του Ταγίπ Ερντογάν — πέτυχε να γίνει στρατηγική σύμμαχος της Ρωσίας όντας στο ΝΑΤΟ όπως εμείς.

Εμείς που, εν τη αφελεία μας, βιαστήκαμε να εκδηλώσουμε αντιρωσικά συναισθήματα με αποτέλεσμα να κόψουμε τις γέφυρες με τη Ρωσία (οι οποίες είχαν μετουσιωθεί στον άξονα Ελλάδας-Ρωσίας-Σερβίας το ’15 προκαλώντας την οργή της Γερμανίας), με αποτέλεσμα να μας εντάξει ο Πούτιν στους εχθρικά διακείμενους προς τη χώρα του με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε εμπορικό και γεωπολιτικό επίπεδο…

Βγάλαμε τα μάτια μας μόνοι μας μ’ άλλα λόγια και κατόπιν αυτού — με δεδομένη την πρόκληση της νέας αμερικανικής βάσης στην Αλεξανδρούπολη απ’ όπου οι Αμερικανοί ”σημαδεύουν” τη Ρωσία — ανοίξαμε τον δρόμο στη Μόσχα για να μας επιβάλει και ”γεωπολιτικά αντίποινα” μετά τα εμπορικά τα οποία επέβαλε προς τη Δύση.

”Αντίποινα” τα οποία έχουν να κάνουν με την αποσύνδεση της Ρωσίας από δολάριο και ευρώ στις πωλήσεις του ρωσικού φυσικού αερίου και την πληρωμή του τελευταίου από τα κράτη-μέλη της ΕΕ σε ρούβλια.

Στα ”γεωπολιτικά αντίποινα εντάσσεται, δυστυχώς, η απόφασή της να… ”προμοτάρει” τον αγώνα της Άγκυρας ως ηγέτιδας Περιφερειακής δύναμης της Μεσογείου. Και είμαστε ακόμα στην αρχή της… ”εκδίκησης”.

Αρχή που εκδηλώνεται παράλληλα με την κλιμάκωση του ”ειδυλλίου” Ρωσίας-Τουρκίας σε βαθμό που να εκφράζουν ανακούφιση τα φιλικά Μέσα της πρώτης (τα οποία τέτοιο καιρό πέρυσι πανηγύριζαν γιατί η δεύτερη ”ξηλώνει τους δυτικούς θεσμούς” και ”ανήκει στην Ανατολή” [βλ. Κομερσάντ: ”Η Τουρκία στην Ανατολή”] κλπ) με αφορμή το ταξίδι του Έλληνα πρωθυπουργού στην Κωνσταντινούπολη.

Ταξίδι που παρουσιάστηκε υπό την οπτική του Τούρκου ΥΠΑΜ Χουλουσί Ακάρ και με πηγή την πρότασή του για από κοινού εκμετάλλευση των φυσικών πόρων του Αιγαίου Ελλάδας-Τουρκίας.

– Άγκυρα και Αθήνα βρίσκονται επιτέλους στο δρόμο για έναν φιλικό διαμοιρασμό των παράκτιων υδάτων τους […] όπου έχουν ανακαλυφθεί μεγάλα κοιτάσματα φυσικού αερίου τα τελευταία χρόνια. […] Η Τουρκία έχει επανειλημμένα δηλώσει την ετοιμότητά της να συμφιλιωθεί και να επιλύσει όλες τις υπάρχουσες αντιθέσεις με την Ελλάδα…, ανέφερε μεταξύ άλλων πρόσφατα η Αζέρα δημοσιογράφος Σόνια Ρουστάμοβα από τη Μόσχα μοιράζοντας προκαταβολικά σε Τούρκους και Έλληνες το Αιγαίο.

Οι οιωνοί διαφαίνονται κακοί, δυστυχώς, σβήνοντας απ’ τη μνήμη μας τις ελπίδες για επαναπροσέγγιση της Ελλάδας με τη Ρωσία την οποία επιχείρησε ο Κυριάκος Μητσοτάκης τον περασμένο Δεκέμβριο κατά τη συνάντησή του στο θέρετρο Σότσι με τον Βλαντιμίρ Πούτιν .

Φρούδες ελπίδες, ανώφελες, εξαιτίας των κυβερνητικών λαθών στην Εξωτερική μας πολιτική (με τελευταίο και καθ’ όλα απαράδεκτο το λεχθέν του ΑΝΥΠΕΞ Μ. Βαρβιτσιώτη στην ιστοσελίδα Hill ότι ”Σκοπός των κυρώσεων της Δύσης κατά της Ρωσίας είναι να πέσει ο Πούτιν λόγω εσωτερικής αναταραχής”). Λαθών που επιβεβαιώνουν την ανεπάρκεια κυβερνητικών στελεχών η οποία κρύβεται πίσω απ’ την διπλωματική ακαμψία και έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την τουρκική ευελιξία η οποία αποδίδει καρπούς.

Ευελιξία του Ταγίπ Ερντογάν ουσιαστικά, που μετέτρεψε το αρνητικό σκηνικό το οποίο είχε διαμορφωθεί κατά της Τουρκίας σε θετικό, μέχρι σημείου να πλέκει το εγκώμιό της ένας Ευρωπαίος πρωθυπουργός (ο Ολλανδός Μαρκ Ρούτε) αποκαλώντας την ”πολύ σημαντική χώρα για το ΝΑΤΟ και την ΕΕ).

Μέχρι σημείου να της δίνει ”ψήφο εμπιστοσύνης” ένας Ρώσος πολιτικός επιστήμονας (ο Yuriy Mavashev, Διευθυντής του Κέντρου μελετών της νέας Τουρκίας) ο οποίος, σε συνέντευξή του στο NEWSru.com (ρωσικό διαδικτυακό ιστότοπο της Μόσχας), εξύμνησε το… φιλειρηνικό προφίλ της λέγοντας ότι ”Η Άγκυρα επιδιώκει να δημιουργήσει σχέσεις με άλλες χώρες και να ελαχιστοποιήσει τις αντιθέσεις με τα γειτονικά κράτη…”.

Και όλα αυτά ενώ ο Τσαβούσογλου μιλά διεθνώς για ”Τούρκους” στη Θράκη που ”καταπιέζονται απ’ το ελληνικό κράτος” και ο Ακάρ για συνεκμετάλλευση του Αιγαίου με την Ελλάδα με στόχο την επιβίωση και ευημερία της Τουρκίας…

Τα συμπεράσματα δικά σας…

Κρινιώ Καλογερίδου (Βούλα Ηλιάδου, συγγραφέας)

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις3 λεπτά πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Αναλύσεις32 λεπτά πριν

Ινδικά πολεμικά πλοία στην Κύπρο; Οι πληροφορίες και το νέο αμυντικό σκηνικό

Πληροφορίες για παρεμβάσεις Ισραήλ και Εμιράτων απέναντι στις πιέσεις της Άγκυρας παρουσίασε το «Direct News». Στο επίκεντρο οι συζητήσεις για...

Γενικά θέματα1 ώρα πριν

Θρίλερ στα βάθη της Τουρκίας με 58χρονο Έλληνα μοναχό από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών! Αγνοείται από τον Ιούλιο

Ο 58χρονος μοναχός έφυγε από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών, με προορισμό την Τουρκία, αποφασισμένος να φτάσει στον Πόντο και την...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Καλεντερίδης: Η Ουκρανία στο έλεος του «διακόπτη» – Το μάθημα για την ελληνική άμυνα

Οι περιορισμοί στις δορυφορικές υπηρεσίες, η πίεση του Τραμπ στον Ζελένσκι και η ανάγκη για εγχώρια αμυντική παραγωγή στο επίκεντρο...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Ποιος είναι σκληρότερος; Η Προεκλογική μάχη Νετανιάχου – Άιζενκοτ

Ο Γκάντι Άιζενκοτ, κορυφαίος Ισραηλινός πολιτικός που ελπίζει να ανατρέψει τον Πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου στις εκλογές στα τέλη αυτού του...

Δημοφιλή