Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Χρυσή βίζα: Τι σηματοδοτεί η σύσταση της ΕΕ – Οι επιπτώσεις για την Ελλάδα

Δημοσιεύτηκε στις

Τι σηματοδοτεί η απόφαση της Κομισιόν – Η αντίδραση της Μόσχας και ποιες οι επιπτώσεις για τη χώρα μας

Η διαδικασία της «χρυσής βίζας» ή του «χρυσού διαβατηρίου» έχει εξελιχθεί σε μια βιομηχανία 20 δισεκατομμυρίων δολαρίων, ωστόσο σήμερα βρίσκεται στο στόχαστρο στο πλαίσιο των κυρώσεων που επιβάλλονται για να πληγούν οι Ρώσοι ολιγάρχες.

Σήμερα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εξέδωσε σύσταση προς όλα τα κράτη μέλη να καταργήσουν αμέσως κάθε υφιστάμενο πρόγραμμα χορήγησης ιθαγένειας σε επενδυτές και να διασφαλίσουν τη διενέργεια αυστηρών ελέγχων για την αντιμετώπιση των κινδύνων που ενέχουν τα προγράμματα χορήγησης άδειας διαμονής σε επενδυτές.

Απαντώντας η Ρωσία, δήλωσε δια στόματος του υπουργού Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ, ότι προετοιμάζει αντίποινα για την έκδοση βίζας που θα περιόριζε την είσοδο πολιτών από «μη φιλικές χώρες».

Η Κομισιόν έχει επανειλημμένως εκφράσει τις σοβαρές ανησυχίες της σχετικά με τα προγράμματα χορήγησης ιθαγένειας και άδειας διαμονής σε επενδυτές και τους εγγενείς κινδύνους που αυτά ενέχουν.

Οι χρυσές βίζες

Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία οι Ρώσοι δισεκατομμυριούχοι ήταν από τους μεγαλύτερους αγοραστές πολλαπλών υπηκοοτήτων στον κόσμο, χρησιμοποιώντας εναλλακτικά διαβατήρια για να βοηθήσουν στην προστασία των περιουσιακών τους στοιχείων και να μπορούν να ταξιδεύουν πιο ελεύθερα. Ωστόσο, οι σαρωτικές κυρώσεις κατά των ολιγαρχών του Πούτιν οδήγησαν τις κυβερνήσεις να περιορίσουν και σε ορισμένες περιπτώσεις να τερματίσουν «τα επικερδή αυτά προγράμματα πληρωμής για την απόκτηση διαβατηρίων».

Στο στόχαστρο Ρώσοι και Λευκορώσοι

Όπως αναφέρεται στη σχετική ανακοίνωση της Κομισιόν ορισμένοι Ρώσοι ή Λευκορώσοι υπήκοοι που υπόκεινται σε κυρώσεις ή που παρέχουν σημαντική υποστήριξη στον πόλεμο στην Ουκρανία ενδέχεται να έχουν αποκτήσει την ιθαγένεια της ΕΕ ή προνομιακή πρόσβαση στην ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας να ταξιδεύουν ελεύθερα στον χώρο Σένγκεν, βάσει αυτών των προγραμμάτων.

Για την αντιμετώπιση των εν λόγω άμεσων κινδύνων, η Επιτροπή συνιστά επίσης σήμερα στα κράτη μέλη να αξιολογήσουν κατά πόσον η ιθαγένεια που έχει χορηγηθεί βάσει προγράμματος «χρυσού διαβατηρίου» σε Ρώσους ή Λευκορώσους υπηκόους που περιλαμβάνονται σε κατάλογο κυρώσεων της ΕΕ σε σχέση με τον πόλεμο στην Ουκρανία θα πρέπει να ανακληθεί.

Προγράμματα χορήγησης ιθαγένειας σε επενδυτές

Κάθε πρόσωπο που έχει την ιθαγένεια κράτους μέλους της ΕΕ είναι ταυτόχρονα πολίτης της ΕΕ. Η ιθαγένεια της ΕΕ παρέχει αυτομάτως το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας, πρόσβασης στην εσωτερική αγορά της ΕΕ, καθώς και το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι στις ευρωπαϊκές και στις τοπικές εκλογές. Η χορήγηση των δικαιωμάτων αυτών επηρεάζει όλα τα κράτη μέλη, ενώ οι εγγενείς κίνδυνοι των εν λόγω προγραμμάτων έχουν εκ νέου υπογραμμιστεί στο πλαίσιο της ρωσικής επίθεσης κατά της Ουκρανίας.

Η σημερινή σύσταση τονίζει ότι:

  • Κάθε κράτος μέλος που εξακολουθεί να εφαρμόζει προγράμματα χορήγησης ιθαγένειας σε επενδυτές πρέπει να τα τερματίσει αμέσως. Τα προγράμματα αυτά δεν συνάδουν με την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας και με την έννοια της ιθαγένειας της ΕΕ, που κατοχυρώνονται στις Συνθήκες της ΕΕ. Στις 20 Οκτωβρίου 2020 η Επιτροπή κίνησε διαδικασία επί παραβάσει κατά δύο κρατών μελών σχετικά με τα προγράμματά τους χορήγησης ιθαγένειας σε επενδυτές. Επιπλέον, η Επιτροπή έχει επανειλημμένα προτρέψει ένα άλλο κράτος μέλος να τερματίσει το αντίστοιχο πρόγραμμά του. Δύο κράτη μέλη κατήργησαν εν τω μεταξύ τα προγράμματά τους ή βρίσκονται στη διαδικασία κατάργησής τους.
  • Τα σχετικά κράτη μέλη θα πρέπει να διενεργήσουν αξιολογήσεις προκειμένου να αποφασίσουν κατά πόσον η ιθαγένεια που έχει χορηγηθεί στο παρελθόν σε Ρώσους ή Λευκορώσους υπηκόους που υπόκεινται σε κυρώσεις ή που παρέχουν σημαντική υποστήριξη στον πόλεμο στην Ουκρανία θα πρέπει να ανακληθεί. Κατά τη διενέργεια των αξιολογήσεων, τα σχετικά κράτη μέλη πρέπει να λάβουν υπόψη τις αρχές που έχει διατυπώσει το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε σχέση με την απώλεια της ιθαγένειας της ΕΕ.

Προγράμματα χορήγησης άδειας διαμονής σε επενδυτές

Τα προγράμματα χορήγησης άδειας διαμονής σε επενδυτές ενέχουν εγγενείς κινδύνους ασφάλειας, νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, φοροδιαφυγής και διαφθοράς για τα κράτη μέλη και για την ΕΕ στο σύνολό της. Η επίθεση της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας ανέδειξε εκ νέου τους κινδύνους αυτούς.

Στη σύσταση που εκδόθηκε σήμερα, η Επιτροπή καλεί τα κράτη μέλη:

  • Να καθιερώσουν και να διενεργούν αυστηρούς ελέγχους πριν από την έκδοση οποιασδήποτε άδειας διαμονής μέσω επένδυσης: Τα κράτη μέλη θα πρέπει να λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να αποτρέψουν κάθε κίνδυνο ασφάλειας, νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, φοροδιαφυγής και διαφθοράς που μπορεί να ενέχουν τα προγράμματα χορήγησης άδειας διαμονής σε επενδυτές. Στα μέτρα αυτά περιλαμβάνονται η καθιέρωση και η διενέργεια ελέγχων σχετικά με τους όρους διαμονής και την ασφάλεια πριν από την έκδοση τέτοιων αδειών διαμονής, καθώς και η εξακρίβωση του κατά πόσον η διαμονή είναι συνεχής.
  • Να ανακαλέσουν αμέσως ή να αρνηθούν την ανανέωση των αδειών διαμονής που έχουν χορηγηθεί βάσει προγράμματος χορήγησης άδειας διαμονής σε επενδυτές σε Ρώσους ή Λευκορώσους υπηκόους που υπόκεινται σε κυρώσεις της ΕΕ σε σχέση με τον πόλεμο στην Ουκρανία, έπειτα από αξιολόγηση. Το ίδιο μέτρο θα πρέπει επίσης να εφαρμοστεί σε όσους παρέχουν σημαντική υποστήριξη στον πόλεμο στην Ουκρανία ή σε άλλες συναφείς δραστηριότητες της ρωσικής κυβέρνησης ή του καθεστώτος Λουκασένκο που παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο.
  • Να αναστείλουν την έκδοση αδειών διαμονής βάσει προγραμμάτων χορήγησης άδειας διαμονής σε επενδυτές για όλους τους Ρώσους και Λευκορώσους υπηκόους.
  • Όλα τα μέτρα πρέπει να εφαρμοστούν σε συμμόρφωση με την αρχή της αναλογικότητας, τα θεμελιώδη δικαιώματα και το εθνικό δίκαιο των κρατών μελών.

Η κατάσταση στην Ελλάδα

Όπως είχε γράψει ο ΟΤ, εκατοντάδες ρώσοι πολίτες αναζητώντας μια διέξοδο στην Ευρώπη και έναν δεύτερο τόπο διαμονής έχουν «κυνηγήσει» τη «χρυσή βίζα» στην Ελλάδα. Τα τελευταία χρόνια επένδυσαν στην αγορά ακινήτων στο πλαίσιο του προγράμματος Golden Visa για να αποκτήσουν το πολυπόθητο ευρωπαϊκό διαβατήριο για τους ίδιους και την οικογένειά τους.

Οι Ρώσοι βρίσκονται στην τρίτη θέση, αρκετά μακριά βέβαια από τους Κινέζους που κάνουν πρωταθλητισμό στην απόκτηση άδειας διαμονής στη χώρα μας, ενώ στη δεύτερη θέση με μικρή διαφορά από τους Ρώσους βρίσκονται οι τούρκοι επενδυτές.

Οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους. Το 66,44% (6.391) των επενδυτών που έχουν λάβει άδεια διαμονής με ελάχιστη επένδυση ύψους 250.000 ευρώ σε ακίνητη περιουσία είναι κινεζικής υπηκοότητας, ενώ μόλις το 6,43% (619 επενδυτές)είναι τουρκικής υπηκοότητας, καταλαμβάνοντας τη δεύτερη θέση, και το 6,22% (599 επενδυτές) είναι ρωσικής υπηκοότητας, που καταλαμβάνουν την τρίτη θέση. Μέχρι σήμερα έχουν χορηγηθεί 1.689 άδειες διαμονής σε ρώσους επενδυτές-αγοραστές ακινήτων και μέλη της οικογένειάς τους. 

Το ενδιαφέρον των ρώσων επενδυτών στην ελληνική αγορά ακινήτων επικεντρώνεται κυρίως σε ακίνητα υψηλών προδιαγραφών στα κοσμοπολίτικα νησιά (Μύκονο, Σαντορίνη, Ρόδο), καθώς και στα νότια προάστια της Αττικής. Πιο έντονο καταγράφεται το επενδυτικό αποτύπωμα των Ρώσων στο εγχώριο real estate σε παραθεριστικές κατοικίες στη Χαλκιδική και στην Κρήτη.

Πηγή ot.gr

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις4 λεπτά πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Αναλύσεις33 λεπτά πριν

Ινδικά πολεμικά πλοία στην Κύπρο; Οι πληροφορίες και το νέο αμυντικό σκηνικό

Πληροφορίες για παρεμβάσεις Ισραήλ και Εμιράτων απέναντι στις πιέσεις της Άγκυρας παρουσίασε το «Direct News». Στο επίκεντρο οι συζητήσεις για...

Γενικά θέματα1 ώρα πριν

Θρίλερ στα βάθη της Τουρκίας με 58χρονο Έλληνα μοναχό από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών! Αγνοείται από τον Ιούλιο

Ο 58χρονος μοναχός έφυγε από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών, με προορισμό την Τουρκία, αποφασισμένος να φτάσει στον Πόντο και την...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Καλεντερίδης: Η Ουκρανία στο έλεος του «διακόπτη» – Το μάθημα για την ελληνική άμυνα

Οι περιορισμοί στις δορυφορικές υπηρεσίες, η πίεση του Τραμπ στον Ζελένσκι και η ανάγκη για εγχώρια αμυντική παραγωγή στο επίκεντρο...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Ποιος είναι σκληρότερος; Η Προεκλογική μάχη Νετανιάχου – Άιζενκοτ

Ο Γκάντι Άιζενκοτ, κορυφαίος Ισραηλινός πολιτικός που ελπίζει να ανατρέψει τον Πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου στις εκλογές στα τέλη αυτού του...

Δημοφιλή