Διεθνή
Φινλανδοποίηση και Ουκρανοποίηση
Μια συγκριτική αποτίμηση των εννοιών εν μέσω καταιγιστικών ανακατατάξεων του Διεθνούς Συστήματος
Μέρος Ι
Του Δημητρίου Καρατζίδη ⃰
Την παρούσα μελέτη, δεδομένης της μεγάλης της έκτασης, θα την παρουσιάσω σε δυο μέρη.
Στο πρώτο μέρος θα αναλύσω τον όρο «φινλανδοποίηση» («finlandisation», «suomettuminen»), ως μια περιπτωσιολογική μελέτη (Case Stady). Αφού προβώ σε μια σύντομη θεωρητική τοποθέτηση για την αρμονία συμφερόντων θα παραθέσω τους πλέον αποδεκτούς από τη διεθνή βιβλιογραφία ορισμούς. Στη συνέχεια θα προβώ σε μια σύντομη ιστορική αναδρομή των σχέσεων Φινλανδίας και Σοβιετικής Ένωσης (ΣΕ) της επίμαχης περιόδου εμφάνισης και καθιέρωσης του όρου και θα αναλύσω την ιδεολογικοποίησή του και τις επιπτώσεις που είχε η διεθνής καθιέρωσή του στη Φινλανδία. Τελικώς κι αφού εκθέσω τις διαπιστώσεις και τα συμπεράσματά μου, θα παρουσιάσω έναν καινοφανή ορισμό για τον όρο «φινλανδοποίηση».
Στο δεύτερο μέρος, που θα ακολουθήσει προσεχώς, αφού αναλύσω τις Ρωσο-Ουκρανικές σχέσεις υπό το φως των τελευταίων δραματικών γεγονότων, θα καταθέσω έναν ορισμό για τον όρο «ουκρανοποίηση» (ukrainisation). Στη συνέχεια θα προχωρήσω σε μια σύγκριση των δυο εννοιών φινλανδοποίηση-ουκρανοποίηση και θα παραθέσω τα συμπεράσματά μου.
Βασική παραδοχή της παρούσας ανάλυσης είναι ότι σε ορισμένες περιπτώσεις, στις σχέσεις ακόμη και μεταξύ δυο άνισων σε ισχύ κρατών, είναι δυνατόν να επέλθει μια αρμονία συμφερόντων και να υπάρξει μια αγαστή συνεργασία που να αποσκοπεί στο κοινό όφελος/συμφέρον (win-win situation). Εξυπακούεται ότι τα κράτη δρουν ορθολογικά, λαμβάνοντας τις αποφάσεις εξωτερικής πολιτικής με γνώμονα την προάσπιση των εθνικών τους συμφερόντων.
Την παραπάνω τοποθέτηση την εξάγω και την στηρίζω έχοντας υπόψη τις θέσεις των μεγαλύτερων θεωρητικών της Θουκυδίδειας Παράδοσης των διεθνών σχέσεων. Ο «κλασικός ρεαλιστής» Χανς Μοργκεντάου (Hans Morgenthau), στο βιβλίο του «Η Πολιτική μεταξύ των Εθνών. Ο αγώνας για ισχύ και ειρήνη» μας διαμηνύει ότι τα κράτη θα έπρεπε να προσπαθούν να σέβονται τα συμφέροντα των άλλων κρατών. Εκτιμά ότι, εφόσον τα κράτη ακολουθήσουν τα δικά τους συμφέροντα ασφαλείας και σεβαστούν τα ζωτικά συμφέροντα των άλλων κρατών, είναι δυνατή η δημιουργία μιας βάσης για έναν συμβιβασμό.
Επίσης σύμφωνα με τον Ρόμπερτ Γκίλπιν (Robert Gilpin), η πρόοδος της ανθρώπινης λογικής και κατανόησης δεν θα τερματίσει τον αγώνα για ισχύ, αλλά είναι δυνατόν να δημιουργήσει μια πιο πεφωτισμένη κατανόηση και προώθηση του εθνικού ιδίου συμφέροντος, στα πλαίσια ενός συμβιβασμού.
Ακόμη και ο θεωρητικός του «επιθετικού ρεαλισμού», Τζόν Μερσχάιμερ (John Mearsheimer), αν και αναφέρεται στις μεγάλες δυνάμεις στο βιβλίο του «Η Τραγωδία της Πολιτικής των Μεγάλων Δυνάμεων», επισημαίνει ότι υπό ορισμένες προϋποθέσεις, «Τα κράτη μπορούν να συνεργασθούν, μολονότι η συνεργασία είναι ενίοτε δύσκολο να επιτευχθεί και πάντοτε δύσκολο να διατηρηθεί».
Έχοντας επίγνωση ότι η παραπάνω ερμηνεία περί της αρμονίας συμφερόντων δεν είναι ούτε αυτονόητη ούτε εύκολη, κατανοούμε γιατί δεν αποτελεί τον κανόνα στις διεθνείς σχέσεις. Γι’ αυτό και θα πρέπει πάντα να έχουμε υπόψη μας τη διαπίστωση του Καρ Έντουαρντ (Carr Edward) ότι, «Το να καταστήσουμε την εναρμόνιση των συμφερόντων στόχο της πολιτικής δράσης δεν είναι το ίδιο με το να θεωρήσουμε δεδομένο ότι υπάρχει μια φυσική αρμονία συμφερόντων».
Παρατηρούμε ότι στη διεθνή βιβλιογραφία καθιερώθηκαν διάφοροι ορισμοί του όρου «φινλανδοποίηση». Καταθέτω στη συνέχεια τους κυριότερους, σύμφωνα με τους οποίους «φινλανδοποίηση» είναι:
– Η επιβολή περιορισµού κινήσεων ενός αδύνατου κράτους στην εξωτερική του πολιτική από ένα ισχυρό γειτονικό κράτος (όπως παλαιότ. ο περιορισμός της Φινλανδίας από τη Σοβιετική Ένωση). (Λεξικό Γεωργίου Μπαμπινιώτη, 2008).
– Όρος στην διεθνή πολιτική σκηνή που περιγράφει την κατάσταση στην οποία περιήλθε η Φινλανδία μετά το τέλος του Β΄ΠΠ. Δηλαδή στην διατήρηση ύστερα από ακρωτηριασμό, της εδαφικής ανεξαρτησίας αλλά με τίμημα την πειθήνια στάση της στη Σοβιετική Ένωση. (Βικιπαιδεια).
– Μια πολιτική ευμενούς ουδετερότητας απέναντι στην Σοβιετική Ένωση, η οποία μέσα από ένα πλέγμα «φιλικών» συμφώνων συνεργασίας, καθώς και τη σύναψη προνομιακών οικονομικών σχέσεων, οδήγησε στο «συντονισμό» της εξωτερικής και εν μέρει της εσωτερικής πολιτικής της Φινλανδίας με τις απαιτήσεις της Σοβιετικής Ένωσης. (Scruton 1982).
– Μια αξιοθρήνητη κατάσταση όπου ένας μικρός και αδύναμος γείτονας, τρομαγμένος από τη δύναμη και την πολιτική σκληρότητα μιας ολοκληρωτικής υπερδύναμης, κάνει εξευτελιστικές και επαίσχυντες παραχωρήσεις των κυριαρχικών ελευθεριών του. Η στάση αυτή είναι μία στάση δειλίας». (New York Times, 1979).
Προκειμένου να κατανοήσουμε πώς δημιουργήθηκε και καθιερώθηκε αυτό ο όρος, οφείλουμε να προβούμε σε μια κατά το δυνατόν σύντομη ιστορική αναδρομή.
Μετά την υπογραφή του συμφώνου Ρίμπεντροπ – Μολότωφ (Αύγουστος 1939), η ΣΕ με πρόσχημα την ασφάλεια του Λένινγκραντ (Αγία Πετρούπολη), πρότεινε στη Φινλανδία μια αμοιβαία ανταλλαγή εδαφών. Η πρόταση αυτή απορρίφθηκε, κυρίως λόγω της ρωσοφοβίας που επικράτησε στη Φινλανδία μετά τον εμφύλιο πόλεμο του 1917-1918.
Έως το τέλος του Οκτωβρίου 1939 η ΣΕ είχε ήδη αποκτήσει το δικαίωμα να σταθμεύουν στρατεύματά της στις χώρες της Βαλτικής (Εσθονία, Λετονία και Λιθουανία), με την υπογραφή ειδικών συμφωνιών με κάθε μια από αυτές τις χώρες. Στις 28 Νοεμβρίου 1939 η ΣΕ κατήγγειλε τη συνθήκη μη επιθέσεως του 1932 με τη Φινλανδία και δυο ημέρες μετά, με αφορμή ένα μεθοριακό επεισόδιο, ο σοβιετικός στρατός εισέβαλε στη χώρα, χωρίς να έχει κηρύξει πόλεμο.
Ο φινλανδικός στρατός, υπό τις διαταγές του Καρλ Γκούσταβ Μάνερχαϊμ (Karl Gustav Mannerheim) και έχοντας ως σύμμαχο το δριμύ χειμώνα (ο χειρότερος από το 1828, μέχρι και -40 C ), πρόβαλε σθεναρή αντίσταση για 105 ημέρες, προκαλώντας τεράστιες απώλειες στον εισβολέα. Ο πόλεμος αυτός έμεινε στην ιστορία ως «Χειμερινός Πόλεμος, Talvisota».
Στις 14 Δεκεμβρίου 1939, μετά από καταγγελία της Φινλανδίας, η Κοινωνία των Εθνών (ΚτΕ), αποβάλει την ΣΕ, λόγω παραβίασης των διμερών και διεθνών συνθηκών.
Παρά τις συνεχείς εκκλήσεις των Φινλανδών, η εξωτερική βοήθεια που έφθασε στην χώρα από την Σουηδία, Δανία, Νορβηγία, Ουγγαρία, Ιταλία, Εσθονία και ΗΠΑ, ήταν ελάχιστη. Η Γαλλία απέστειλε πεπαλαιωμένο οπλισμό του Α΄ΠΠ και η Αγγλία ορισμένα αντιαεροπορικά όπλα. Αξίζει να σημειωθεί ότι είχε ήδη απορριφθεί από τη Σουηδία και τη Νορβηγία η πρόταση Γαλλίας και Αγγλίας για την αποστολή εκστρατευτικής δύναμης στη Φινλανδία, με το σκεπτικό της αποφυγής κλιμάκωσης του πολέμου στη περιοχή. Την εξέλιξη αυτή σχολίασε τότε με νόημα ο Μάνερχαϊμ: «Τα ίδια έλεγαν και στους Πολωνούς. Στο τέλος, θα μείνουμε μόνοι μας».
Μην διαθέτοντας επαρκείς εφεδρείες σε προσωπικό και μέσα, οι Φινλανδοί δέχθηκαν τη διαμεσολάβηση της Σουηδίας και στις 12 Μαρτίου του 1940 υπογράφηκε η Συνθήκη Ειρήνης της Μόσχας. Η Φινλανδία διατήρησε την ανεξαρτησία της, όμως απώλεσε περίπου το 10% των εδαφών της στα οποία κατοικούσε το 12% του πληθυσμού της. Όπως ήταν αναμενόμενο, οι όροι της ανακωχής ήταν πιο επώδυνοι από αυτούς που είχε απορρίψει η Φινλανδία πριν τον πόλεμο. Οι απώλειες των Φινλανδών στον «Χειμερινό Πόλεμο» ανέρχονται σε 25.904 και των Σοβιετικών σε 169.976 νεκρούς και αγνοούμενους. (Wikipedia).
Στην «Προσωρινή Ειρήνη» των 15 μηνών που ακολούθησε, η Φινλανδία συνεργάστηκε με τους Γερμανούς, με την ελπίδα να βοηθηθεί και κάποια στιγμή να ανακτήσει τα χαμένα εδάφη της στη Καρελία.
Τον Ιούνιο του 1941, εκμεταλλευόμενη την έναρξη του πολέμου Γερμανίας–ΣΕ, η Φινλανδία υποστήριξε τον αγώνα των Γερμανών εναντίον των Σοβιετικών, στον λεγόμενο «Συνεχιζόμενο Πόλεμο» (Continuation War). Για να δικαιολογήσει αυτή την απόφαση, η πολιτική ηγεσία της χώρας (Ρίστο Ρίτι) με τη σύμφωνη γνώμη της στρατιωτικής ιεραρχίας (Μάνερχαϊμ), δήλωσε: «Είχαμε μπροστά μας μόνο απαίσιες επιλογές. Όλες τους πολύ κακές. Καταλήξαμε σε αυτήν που φαινόταν η λιγότερο κακή». Εκτός από αυτή τη δήλωση όμως προχώρησε και ένα βήμα παρακάτω. Επικαλέστηκε όχι μόνο το δικαίωμα της αυτοάμυνας έναντι της ΣΕ, αλλά και την πολιτική των ίσων αποστάσεων από τους εμπόλεμους, με το αιτιολογικό ότι δεν συμμετείχε ποτέ επίσημα στο «Τριμερές Σύμφωνο» του Άξονα.
Μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1941, η Φινλανδία όχι μόνο ανάκτησε τα χαμένα της εδάφη από τον «Χειμερινού Πολέμου», αλλά προχώρησε και παραπέρα εντός του εδάφους της ΣΕ. Όμως ο Μάνερχαϊμ παρά τη στενή προσωπική του σχέση με τον Χίτλερ, στόχευε μόνο το εθνικό συμφέρον της πατρίδας του. Γι’ αυτό και διατηρούσε με τους Γερμανούς μια καθαρά τυπική σχέση, απορρίπτοντας τις προτάσεις τους για σύναψη επίσημης συμμαχίας. Όταν στις 4 Ιουνίου 1942 του απονεμήθηκε από τη κυβέρνηση της Φινλανδίας ο τίτλος του Στρατάρχη, ο Χίτλερ επιθυμούσε να τον συναντήσει ιδιαιτέρως για να του ευχηθεί. Ο Μάνερχαϊμ απέφυγε να γίνει επίσημα αυτή η συνάντηση, η οποία οργανώθηκε και πραγματοποιήθηκε μυστικά σε ένα βαγόνι τραίνου, σε στρατιωτικό αεροδρόμιο της νοτιοανατολικής Φινλανδίας και διήρκησε 5 ώρες.
Ο Φινλανδικός στρατός με εντολή του Μάνερχαϊμ δεν ακολούθησε τις επιταγές των Γερμανών στην πολιορκία του Λένινγκραντ. Ενέργεια η οποία δυσαρέστησε σφόδρα την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία των ναζί ενώ αντίθετα αξιολογήθηκε πολύ θετικά από το Στάλιν. Αυτή η ψυχρότητα οδήγησε ακόμη και σε μια τοπική σύγκρουση στη Λαπωνία τον χειμώνα του 1943, μεταξύ φινλανδικών και γερμανικών στρατευμάτων, με αποτέλεσμα την καταστροφή μιας γερμανικής μεραρχίας με τη βοήθεια μάλιστα και των Σοβιετικών.
Αρχές του 1944 ο Φινλανδός πρόεδρος Ρίστο Ρίτι, υποχρεώθηκε να υπογράψει με τους Γερμανούς το Σύμφωνο Ρίτι-Ρίμπεντροπ, το οποίο όμως κατήγγειλε ο Μαννερχάιμ μόλις ανέλαβε τα καθήκοντα του προέδρου τον Αύγουστο του 1944. Ο Στρατάρχης, έχοντας υπόψη την διαφαινόμενη μελλοντική νίκη των Συμμάχων εναντίων του Άξονα, προετοίμαζε το έδαφος για την ομαλοποίηση των σχέσεων Φινλανδίας–ΣΕ. Ίσως και να γνώριζε ότι στη διάσκεψη της Τεχεράνης του 1943 ο Στάλιν είχε ήδη πετύχει να γίνει αποδεκτό από τους Συμμάχους ότι η Φινλανδία θα ανήκε μεταπολεμικά στη σφαίρα επιρροής της ΣΕ.
Στις 19 Σεπτεμβρίου 1944 τερματίζονται επίσημα οι εχθροπραξίες Φινλανδίας–ΣΕ, με την υπογραφή της Ανακωχής της Μόσχας, η οποία και έτυχε καθολικής αποδοχής από τους Φινλανδούς, οι οποίοι έχουν πειστεί πλέον ότι «έχουν μπροστά τους πάντα μόνο απαίσιες επιλογές» και αναγκάστηκαν να αποδεχθούν αυτήν που φαινόταν η λιγότερο κακή, με γνώμονα πάντα το εθνικό τους συμφέρον. Η συμφωνία αυτή προέβλεπε την απέλαση ή τον αφοπλισμό των γερμανικών στρατευμάτων που βρίσκονταν εντός της Φινλανδίας. Η εφαρμογή αυτού του όρου της συμφωνίας οδήγησε σε σύγκρουση τους πρώην συνεργάτες Φινλανδία και Γερμανία στη περιοχή της Λαπωνίας (Πόλεμος της Λαπωνίας ή Πόλεμος του Βορρά). Σε αυτόν τον πόλεμο η Φινλανδία είχε τη βοήθεια της ΣΕ, η οποία όμως εκμεταλλευόμενη την υποχώρηση των Γερμανών κατόρθωσε να επαναφέρει τα σύνορα εκεί που ήταν μετά τον «Χειμερινό Πόλεμο» του 1939-40. Οι συγκρούσεις στο Βορρά τελείωσαν στις 25 Απριλίου 1945, με την αποχώρηση και των τελευταίων Γερμανών από το έδαφος της Φινλανδίας.
Τον επόμενο χρόνο (1946) πρόεδρος της χώρας ανέλαβε ο Γιούχο Παασικίβι (Juho Paasikivi), ο οποίος έχοντας υπόψη του ότι «η αναγνώριση των γεγονότων είναι η αρχή κάθε σοφίας», δήλωσε ότι ο στόχος των Φινλανδών ήταν «να συνυπάρξουν με τους γείτονες, διδασκόμενοι από τα λάθη του παρελθόντος. Όλων μας τα λάθη».
Με τη Συνθήκη των Παρισίων του 1947, η Φινλανδία τιμωρήθηκε για τη συνεργασία της με τους Γερμανούς. Αποδέχθηκε τα νέα της σύνορα με την ΣΕ (Ρωσία σήμερα) μήκους 1340 χιλιομέτρων και της επιβλήθηκαν υπέρογκες πολεμικές αποζημιώσεις, τις οποίες και κατέβαλε στο ακέραιο και εντός του προβλεπόμενου χρόνου (1952).
Η κυβέρνηση Παασικίβι, πιεζόμενη από τη ΣΕ, υπέγραψε τον Απρίλιο του 1948 με την Μόσχα τη Συνθήκη Φιλίας, Συνεργασίας και Αμοιβαίας Βοήθειας (Treaty of Friendship, Cooperation and Mutual Assistance), αποδεχόμενη ένα ιδιότυπο καθεστώς «καλοπροαίρετης ουδετερότητας» (benevolent neutrality) στην εξωτερική της πολιτική. Εξυπακούεται ότι η ουδετερότητα αυτή κατά τη διάρκεια του Ψυχρού πολέμου, εξυπηρετούσε με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα της ΣΕ. Η πολιτική αυτή του Παασικίβι αποσκοπούσε στη διατήρηση της ανεξαρτησίας της χώρας του, διατηρώντας παράλληλα καλές σχέσεις και εκτεταμένες εμπορικές συναλλαγές τόσο με τις χώρες του ΝΑΤΟ όσο και του Συμφώνου της Βαρσοβίας.
Το 1956 τον Παασικίβι διαδέχθηκε ο Ούρχο Κέκονεν (Urho Kekkonen), που παρέμεινε στην προεδρία έως και το 1982. Και οι δυο, γνωρίζοντας άριστα τη ρωσική γλώσσα, ακολούθησαν την ίδια πολιτική της «συνύπαρξης με τους γείτονες», η οποία και έμελλε να καθιερωθεί στη Φινλανδία ως το «Δόγμα Παασικίβι-Κέκονεν».
Το 1952 υπογράφηκε συμφωνία ειρήνης με τη ΣΕ, με την οποία επεστράφησαν στη Φινλανδία το λιμάνι του Χάνκο και η χερσόνησος Πόρκαλα. Την ίδια χρονιά η Φινλανδία φιλοξένησε τους Ολυμπιακούς αγώνες.
Ο Κέκονεν δεν ενέδωσε στις αφόρητες πιέσεις που δεχόταν από τους Σοβιετικούς για να έρθει εγγύτερα στο Σύμφωνο της Βαρσοβίας. Μάλιστα κατά τη διάρκεια της κρίσης του Βερολίνου του 1962 δήλωσε: «Η ουδετερότητα της Φινλανδίας αποτελεί βασικό στόχο του έργου της ζωής μου. Θα πολεμήσω για αυτό μέχρι την τελευταία μου πνοή». Ως πολιτικός όμως χρησιμοποίησε έντεχνα το φόβο της Σοβιετικής ισχύος, για να επιβάλει τις πολιτικές του εντός της χώρας του. (Jukka Tarkka). Γι’ αυτό και το 1968 στο Κρεμλίνο ο Λεονίντ Μπρέζνιεφ τον αποκάλεσε «απατεώνα, αλλά και ήρωα» («crook but also hero», Jouko Rönkä).
Το 1994 με δημοψήφισμα εγκρίθηκε η ένταξη της Φινλανδίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία και πραγματοποιήθηκε το επόμενο έτος (1995). Το δημοψήφισμα αυτό σήμαινε και το πέρας της εποχής του δόγματος της «φινλανδοποίησης», την αφετηρία οικοδόμησης του οποίου την τοποθετώ μετά την Ανακωχή της Μόσχας (Σεπ. 1944).
Ο όρος «φινλανδοποίηση» χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά με ιδεολογικό πρόσημο στην Αυστρία τη δεκαετία του 50΄ για να χαρακτηρίσει με υποτιμητική και απαξιωτική χροιά, την πολιτική ουδετερότητας της χώρας έναντι της ΣΕ.
Ένας από τους πρώτους ακαδημαϊκούς που χρησιμοποίησε τον όρο ήταν ο καθηγητής Richard Loewenthal σε άρθρο του Encounter (Δεκ. 1962) με τίτλο «After Cuba, Berlin?». Στη συνέχεια έγινε ευρεία εκμετάλλευση του όρου στη Δύση τόσο από πολιτικούς, όπως τον Γερμανό Γιόζεφ Στράους έναντι του αντιπάλου του και υπέρμαχου της Ostpolitic Βιλλυ Μπραντ, όσο και από δημοσιογράφους. Στην Βρετανία χρησιμοποιήθηκε στο τέλος 70΄ αρχές 80΄ για να κατηγορηθούν οι Εργατικοί οι οποίοι είχαν την πρόθεση να συνεργαστούν με την ΣΕ.
Τον υποτιμητικό, και απαξιωτικό όρο «φινλανδοποίηση» χρησιμοποίησαν ευρέως και οι Αμερικανοί με την έννοια της δορυφοροποίησης, κυρίως μετά την επέμβαση της ΣΕ στην Ουγγαρία (1956). Προφανώς εξυπηρετούσε όχι μόνο τα δικά τους συμφέροντα, αλλά και όλων των χωρών του ΝΑΤΟ και της Δύσης γενικότερα, γιατί ενίσχυε το ιδεολογικό τους οπλοστάσιο στον πόλεμο της προπαγάνδας εναντίον της Κομουνιστικής ΣΕ και των χωρών του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Η χρήση του όρου ενίσχυε τη ρητορική του αντικομουνισμού και την προσπάθεια δαιμονοποίησης των αντιπάλων της Δύσης κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου.
Η στρατηγική της «καλοπροαίρετης ουδετερότητας» των Φινλανδών που είχε καθιερωθεί διεθνώς ως «φινλανδοποίηση», είχε αρκετές αρνητικές επιπτώσεις στη Φινλανδία.
Στα πλαίσια της εφαρμογής του «Δόγματος Πάασικιβ-Κέκονεν», αποσύρθηκαν από τις βιβλιοθήκες της Φινλανδίας χιλιάδες βιβλία, επικριτικά για την ΣΕ και απαγορεύτηκε η προβολή κινηματογραφικών ταινιών, όπως The Manchurian Candidate (1962).
Μέσω της προπαγάνδας έγινε προσπάθεια ακόμη και ορισμένες λέξεις να αλλάξουν το νόημά τους. Η λέξη «εθελοδουλία» έτεινε να γίνει συνώνυμη με τη «καλή γειτονία» και η απεμπόληση κυριαρχικών δικαιωμάτων κατέληξε να ερμηνεύεται ως «συνεταιρισμός για την ειρήνη»
Η εξωτερική πολιτική της Φινλανδίας έπρεπε να είναι «συγχρονισμένη» με αυτή της ΣΕ. Σε αυτό το πλαίσιο δεν καταδικάστηκε η επέμβαση των Σοβιετικών στην Ουγγαρία (1956), την Τσεχοσλοβακία (1968) καθώς και η εισβολή στο Αφγανιστάν (1979).
Οι Φινλανδοί δημοσιογράφοι, ακολούθησαν το παράδειγμα των Άγγλων και Αμερικάνων συναδέλφων τους, οι οποίοι κατά τη διάρκεια του Β΄ΠΠ πολέμου λειτουργούσαν υπό καθεστώς αυτολογοκρισίας. Όπως ήταν αναμενόμενο, οι αντιφρονούντες περιθωριοποιούνταν, ενώ στην πρεσβεία της ΣΕ στο Ελσίνκι (τη μεγαλύτερη της ΣΕ στο κόσμο), λειτουργούσε ειδική ομάδα ελέγχου των φινλανδικών ΜΜΕ.
Στο κοινωνικό επίπεδο επικρατούσε το «σπιράλ της σιωπής» (Noelle-Neumann, 1984). Οι περισσότεροι άνθρωποι απέφευγαν να καταθέτουν δημόσια την οποιαδήποτε γνώμη/άποψή τους η οποία ήταν αντίθετη από τη «κυρίαρχη άποψη», η οποία και κατευθύνονταν αποκλειστικά από τα κυρίαρχα ΜΜΕ. Σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και οι διορισμοί υπουργών γίνονταν κατόπιν εγκρίσεως από τη Μόσχα. (Pekka Kymäläinen).
Παρά τις παραπάνω αρνητικές επιπτώσεις της πολιτικής «συνύπαρξης με τους γείτονες» και της στρατηγικής της «καλοπροαίρετης ουδετερότητας», στη περίπτωση της Φινλανδίας τα θετικά υπερτερούσαν σαφώς από τα αρνητικά.
Στα πλαίσια των αμοιβαίων υποχωρήσεων, η ΣΕ αποστρατικοποίησε σταδιακά και σε έναν μεγάλο βαθμό τα σύνορά της με τη Φινλανδία και στις αρχές της 1950 ο Στάλιν απέσυρε την υποστήριξή του από το φινλανδικό Κομμουνιστικό Κόμμα, δηλώνοντας: «Τι να τους κάνω τους Φινλανδούς κομμουνιστές, όταν μπορώ να συνεννοηθώ τόσο καλά με τον Παασικίβι;»
Η Φινλανδία διατήρησε όχι μόνο την εθνική της ανεξαρτησία, αλλά και αλώβητο το πολιτικό της σύστημα. Αποδείχθηκε στη πράξη ότι για τους Φινλανδούς αυτά είχαν τη μεγαλύτερη αξία και σημασία. (Jouko Rönkä). Μπορεί η Φινλανδία να ενέδωσε σε αρκετές περιπτώσεις σε δευτερεύουσες απαιτήσεις της ΣΕ, όμως αντιστάθηκε και σε πολλές άλλες πιέσεις, όπως για παράδειγμα σε πιέσεις για συμμετοχή σε κοινές στρατιωτικές ασκήσεις με το σοβιετικό στρατό το 1978. Επίσης στα τέλη του 1970 απορρίφθηκε από τη φινλανδική βουλή η πρόταση αριστερών κομμάτων για τη ψήφιση ειδικού νόμου που να απαγορεύει την κριτική της ΣΕ από τα ΜΜΕ. (Pekka Kymäläinen). Αυτά της έδωσαν τη δυνατότητα να οικοδομήσει πολιτιστικές και οικονομικές σχέσεις με τα κράτη της Δύσης, διατηρώντας ένα δικό της ανεξάρτητο αμυντικό σύστημα. (Jukka Tarkka).
Η τακτική που ακολουθούσε η Φινλανδία ήταν διπλωματική, του τύπου «ναι αλλά» (yes but), όπου στο τέλος το «αλλά» υπερίσχυε του «ναι». (Pekka Kymäläinen).
Ως δείγμα της καθολικής αποδοχής από τη φινλανδική κοινωνία του «Δόγματος Παασικίβι-Κέκονεν» είναι και το υψηλό ποσοστό των νέων (90%) που επιθυμούσε να καταταγεί και να υπηρετήσει τη θητεία του στο στρατό.
Ο Χένρυ Κίσινγκερ αναφερόμενος στη πολιτική της Φινλανδίας («πολιτική της σιωπής», «Policy of silence»), την χαρακτήρισε ως μια πολιτική συνεργασίας, χωρίς όμως την απώλεια του ηθικού πλεονεκτήματος (χωρίς να πουλήσεις την ψυχή σου).
Η οικονομική συνεργασία με την ΣΕ ήταν τεράστιας σημασίας για την οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Η μεταπολεμική Φινλανδία ήταν μια φτωχή χώρα. Λόγω όμως των ειδικών εμπορικών και ενεργειακών σχέσεων με την ΣΕ, η οικονομία της Φινλανδίας δεν επηρεάστηκε από την πετρελαϊκή κρίση της δεκαετίας του 1970. Η ΣΕ ήταν ένας σημαντικός οικονομικός εταίρος και απορροφούσε μεγάλο ποσοστό των εξαγωγών της Φινλανδίας. Η δεκαετία του 1980 χαρακτηρίστηκε από μια σταθερή οικονομική ανάπτυξη, με αποτέλεσμα η Φινλανδία να χαρακτηρισθεί ως «Βόρειος Τίγρης». Όμως στη συνέχεια, λόγω της κατάρρευσης της ΣΕ μετά το 1989, η οικονομία της Φινλανδίας χτυπήθηκε από μια βαθιά κρίση, τη χειρότερη μετά το 1918 και χρειάστηκαν 7 χρόνια για να τη ξεπεράσει. (Χρίστος Γαλλής).
Η απόφαση της Φινλανδίας να μην καταδικάσει την εισβολή των Σοβιετικών στο Αφγανιστάν το 1979, οδήγησε στη δημοσίευση ενός προσβλητικού άρθρου των New York Times για τη «φινλανδοποίηση». Η διαχρονικής αξίας απάντηση του προέδρου Κέκονεν ήταν άμεση: «Κανένα κράτος, καμία χώρα δεν απολαμβάνει την απόλυτη ανεξαρτησία. Δεν υπάρχει ούτε ένα κράτος που να μη χρειάστηκε να υποκύψει σε ιστορικά αναπόφευκτα. Το πόσο δειλοί είναι οι Φινλανδοί, το έχουν αποδείξει όταν χρειάστηκε να υπερασπιστούν την πατρίδα τους. Το πόσο απέφυγαν να μας βοηθήσουν κάποιοι εκείνη την κρίσιμη ώρα, την ώρα της ανάγκης, το απέδειξε η ιστορία. Έχουμε συγκεκριμένους γείτονες και συγκεκριμένο πολιτικό και γεωπολιτικό παρελθόν, όπως δεν το έχουν οι ΗΠΑ και η Δυτική Γερμανία όπου σήμερα μας επικρίνουν. Σε όλους αυτούς, λέμε τούτο: ως χώρες που εισάγετε τα πολλά, πρωτότυπα και αξιόπιστα, βιομηχανικά και τεχνολογικά προϊόντα μας, σκεφτείτε ότι αυτά οφείλονται στις θυσίες, την εργασία, αλλά και την ειρήνευση και την ηρεμία της φινλανδικής κοινωνίας. Αλλά δεν τρέφουμε και αυταπάτες – η φινλανδοποίηση δεν είναι προϊόν προς εξαγωγή».
Κατόπιν των παραπάνω μπορούμε με ευκολία να διαπιστώσουμε ότι οι Φινλανδοί έχουν αποδείξει στην πράξη ότι όταν χρειαστεί υπερασπίζονται την πατρίδα τους με όλες τους τις δυνάμεις.
Με τη στάση τους κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και αργότερα, οι Φινλανδοί απέδειξαν ότι είναι οι καλύτεροι μαθητές του Θουκυδίδη, καθόσον πέρα από τις οποιεσδήποτε ιδεολογικές τους διαφορές, ακολουθούν τις βασικές παραδοχές του Θουκυδίδειου Παραδείγματος των διεθνών σχέσεων. Στόχος τους πάντα είναι η υπεράσπιση του εθνικού τους συμφέροντος. Γνωρίζουν πολύ καλά ότι στο άναρχο διεθνές σύστημα, τα κράτη τα οποία είτε αμελούν να περιφρουρήσουν τα ζωτικά τους συμφέροντα είτε ενεργούν πέραν των δυνατοτήτων τους (στρατηγική υπερεπέκταση), τιμωρούνται αμείλικτα.
Η πολιτική και η στρατιωτική τους ηγεσία, καθώς και ο φινλανδικός λαός διαθέτει υπερανεπτυγμένη αίσθηση εθνικού συμφέροντος, θέτοντας κατά μέρος αιόλους συναισθηματισμούς. Γνωρίζουν πολύ καλά ότι δεν υπάρχουν μόνιμοι εχθροί και φίλοι, αλλά μόνο μόνιμα εθνικά συμφέροντα. Τολμώ να συμπεράνω ότι θα συμμαχούσαν ακόμη και με το διάβολο για το συμφέρον της πατρίδας τους.
Εκτιμώ ότι εφόσον κρίνουν ότι η ένταξη της χώρας τους στο ΝΑΤΟ θα εξυπηρετούσε πρωτίστως το εθνικό τους συμφέρον, θα επιδίωκαν να το κάνουν χωρίς κανένα δισταγμό. Δεν θα το επιχειρήσουν όμως ποτέ με σκοπό να εξυπηρετήσουν κατά προτεραιότητα τα συμφέροντα της συμμαχίας. Όταν πρόκειται για την υπεράσπιση του εθνικού τους συμφέροντος δρουν όχι μόνο ορθολογικά, αλλά έως και καιροσκοπικά, γιατί γνωρίζουν ότι έτσι «παίζεται το παιχνίδι» στο άναρχο διακρατικό διεθνές σύστημα.
Ο πρώην πρέσβης της Ελλάδος στη Φινλανδία, Πρέσβης ε.τ. Γεώργιος Αϋφαντής, δήλωσε πρόσφατα: «Από τους Φινλανδούς θα πρέπει να πάρουμε ένα μάθημα. Είναι ένας λαός που έχει δείξει ότι ακόμη και στην αγκαλιά των Ρώσων που είναι δεν έχουν παραιτηθεί της ανεξαρτησίας τους και του αιτήματος να είναι ανεξάρτητοι. Και το έχουν επιτύχει με συμβιβασμούς, γιατί τους είχαν εγκαταλείψει όλοι. Και το 1939 και αργότερα».
Κατόπιν των παραπάνω θεωρώ ότι αποτελεί μομφή για τους Φινλανδούς η ρετσινιά του όρου «φινλανδοποίηση», ο οποίος και «δεν είναι προϊόν προς εξαγωγή». Ως εκ τούτου, με τον ορισμό που δίνω στη συνέχεια επιχειρώ να θεραπεύσω κατά το δυνατόν αυτή την αδικία, η οποία τους επιβλήθηκε κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, για να εξυπηρετήσει ξένα προς αυτούς συμφέροντα.
Εν κατακλείδι επανακαθορίζω ως φινλανδοποίηση στις διακρατικές σχέσεις την ειδική σχέση που δημιουργείται με κοινή συναίνεση και με γνώμονα το κοινό συμφέρον μεταξύ ενός ανίσχυρου κράτους και μιας υπερδύναμης σε μια δεδομένη ιστορική συγκυρία. Στα πλαίσια αυτής της ειδικής σχέσης το αδύναμο κράτος διατηρώντας την κυριαρχία του και στοχεύοντας στην προάσπιση του εθνικού του συμφέροντος, υποχωρεί σε ορισμένες από τις απαιτήσεις του πανίσχυρου κράτους και μέχρι στο σημείο εκείνο όπου η συνολική βλάβη από αυτή την υποχώρηση να είναι σαφώς μικρότερη από τη βλάβη την οποία και θα είχε υποστεί εάν παρέμεινε απολύτως ανυποχώρητο στις αξιώσεις της υπερδύναμης. Το σχετικό όφελος του αδύναμου κράτους από την παραπάνω συμπεριφορά είναι σαφώς μεγαλύτερο από αυτό που θα είχε εάν επέλεγε μια άκαμπτη και ανυποχώρητη στάση, η οποία και αναμένεται να του επέφερε δυσανάλογο κόστος από τις εχθρικές ενέργειες που αδιαμφισβήτητα δύναται να του επιβάλει το πανίσχυρο κράτος ως αντίπαλός του.
Εντός αυτής της ειδικής σχέσης, το πανίσχυρο κράτος αν και υπερδύναμη επιλέγει να προσαρμόζει τις απαιτήσεις του, έτσι ώστε η επιβολή αυτών των απαιτήσεών του να μη κινδυνεύσει εν τέλει να διαταράξει την ισορροπία αυτής της σχέσης, με αποτέλεσμα το συνολικό-διαχρονικό αμοιβαίο όφελος των δυο μερών, να είναι σαφώς μεγαλύτερο.
Εξάλλου στο μύθο του Αισώπου ο Λέων σώθηκε εν τέλει από ένα … ποντίκι.
⃰ Ο Δημήτριος Καρατζίδης είναι Ταξίαρχος ε.α. και απόφοιτος της Σχολής Εθνικής Αμύνης. Έχει μεταπτυχιακό στην Εφαρμοσμένη Στρατηγική και στις Διεθνείς Σχέσεις από το Πανεπιστήμιο του Πλύμουθ, μεταπτυχιακό στις Διεθνείς Σχέσεις και Στρατηγικές Σπουδές από το Πάντειο Πανεπιστήμιο και είναι απόφοιτος του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Παναπιστημίου.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
