Διεθνή
Φινλανδία και Σουηδία στο “κατώφλι” του ΝΑΤΟ – Γιατί έχει σημασία η ένταξή τους
Οι πρωθυπουργοί της Σουηδίας και της Φινλανδίας δήλωσαν ότι εξετάζουν το ενδεχόμενο οι χώρες τους να ενταχθούν στο ΝΑΤΟ
Της Alison Durkee
Οι πρωθυπουργοί της Σουηδίας και της Φινλανδίας δήλωσαν σε συνέντευξη Τύπου την Τετάρτη ότι εξετάζουν το ενδεχόμενο οι χώρες τους να ενταχθούν στο ΝΑΤΟ – μια κίνηση που θα εξασφάλιζε ότι τα μέλη της Βορειο-Ατλαντικής Συμμαχίας θα συνέδραμαν τη Στοκχόλμη και το Ελσίνκι στην άμυνας τους κατά μιας ενδεχόμενης ρωσικής εισβολής. Την ίδια ώρα, η Μόσχα απειλεί με αντίποινα εάν οι δύο σκανδιναβικές χώρες ενταχθούν στο ΝΑΤΟ.
Ως γνωστόν, τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ συνδέονται με μια συμφωνία “συλλογικής άμυνας”, που σημαίνει ότι “η επίθεση εναντίον ενός συμμάχου θεωρείται επίθεση εναντίον όλων των συμμάχων” και απαιτεί από τις υπόλοιπες χώρες να βοηθήσουν στρατιωτικά εκείνη που δέχεται την επίθεση.
Φινλανδία και Σουηδία τήρησαν στάση ουδετερότητας απέναντι στη Σοβιετική Ένωση κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, στο πλαίσιο του οποίου δημιουργήθηκε και η Βορειο-Ατλαντική Συμμαχία. Μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, οι δύο χώρες εξετάζουν το ενδεχόμενο να ενταχθούν στη Συμμαχία αφού έχουν γεννηθεί φόβοι ότι η Μόσχα θα μπορούσε να εισβάλει και στις σκανδιναβικές χώρες. Υπενθυμίζεται η τρίτη της χώρα της Σκανδιναβικής Χερσονήσου, η Νορβηγία, είναι ήδη μέλος του ΝΑΤΟ.
Η Φινλανδία, που συνορεύει στα ανατολικά με τη Ρωσία, κύρυξε την εναξαρτησία της από τη Μόσχα το 1917 και το 1939 δέχθηκε εισβολή από τη Σοβιετική Ένωση. Η Σουηδία δεν έχει κοινά χερσαία σύνορα με τη Ρωσία, ωστόσο, σύμφωνα με την Deutsche Welle, η Μόσχα θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει το σουηδικό νησί Γκότλαντ, στη Βαλτική Θάλασσα, για να επιτεθεί στη Στοκχόλμη, εάν ξεσπούσε πολεμική σύρραξη στην περιοχή.
Η πρωθυπουργός της Σουηδίας Μαγκνταλένα Άντερσον και η Φνλανδή ομόλογός της Σάνα Μάριν δήλωσαν στους δημοσιογράφους την Τετάρτη ότι και οι δύο χώρες επανεξετάζουν την ένταξή τους στο ΝΑΤΟ, με τη Μάριν να σημειώνει χαρακτηριστικά: “Όλα άλλαξαν όταν η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία”.
Η Φινλανδή πρωθυπουργός τόνισε ότι η σχετική απόφαση θα ληφθεί “εντόςτων επόμενων εβδομάδων”, ενώ το Reuters μετέδωσε ότι η επανεξέταση του θέματος από τη Στοκχόλμη αναμένεται να ολοκληρωθεί έως τα τέλη Μαΐου. Δημοσίευμα της DW εκτιμά ότι οι δύο χώρες πιθανόν να αποφασίσουν την ένταξή τους στη Συμμαχία έως τον Ιούνιο.
Απέναντι σε αυτό το ενδεχόμενο, η Ρωσία δεν θα μείνει αδρανής. Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου Ντμίτρι Πεσκόφ έχει διαμηνύσει ότι η Ρωσία θα “επαναφέρει την ισορροπία της κατάστασης” εάν Φινλανδία και Σουηδία εισέλθουν στον ΝΑΤΟϊκό κύκλο, ενώ η εκπρόσωπος του ρωσικού Υπουργείου Εξωτερικών Μαρία Ζαχάροβα τόνισε τον Φεβρουάριο ότι μια τέτοια κίνηση θα έχει “στρατιωτικές και πολιτικές συνέπειες”.
“Υπάρχει η ημερομηνία-οροσημο της 24ης Φεβρουαρίου”, σχολίασε την Τετάρτη η Άντερσον, αναφερόμενη στην ημέρα που ξεκίνησε η ρωσική εισβολή. “Από εκείνη την ημέρα και μέτα, το τοπίο της ασφάλειας έχει αλλάξει εντελώς”.
Νωρίτερα μες στον Απρίλιο, ο Πεσκόφ επανέλαβε “ότι το ΝΑΤΟ είναι ουσιαστικά ένα μέσο αντιπαράθεσης”, σχολιάζοντας την πιθανή ένταξη Φινλανδίας και Σουηδίας στη Συμμαχία. “Το ΝΑΤΟ δεν διασφαλίζει την ειρήνη και σταθερότητα. Ασφαλώς και η διεύρυνσή του δεν θα ενισχύσει το κλίμα ασφάλειας στην Ευρώπη”.
Η ένταξη στο ΝΑΤΟ θα είναι πολύμηνη ή πολυετής διαδικασία για το Ελσίνκι και τη Στοκχόλμη, καθώς τα υποψήφια κράτη-μελη θα έχουν επίσημες διαβουλεύσεις με την ηγεσία της Συμμαχίας και στη συνέχια θα πρέπει να λάβουν έγκριση από όλα τα υφιστάμενα μέλη. (Στις ΗΠΑ, θα πρέπει να ψηφίσουν υπέρ της ένταξης των χωρών τα 2/3 των Γερουσιαστών). Ωστόσο, Φινλανδία και Σουηδία μάλλον θα περάσουν τη διαδικασία αυτή πιο εύκολα από ό,τι άλλες χώρες, καθώς ήδη ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ Γενς Στόλτενμπεργκ έχει δηλώσει ότι οι εν λόγω χώρες έχουν πληρούν τα πρότυπα της Συμμαχίας για “πολιτικό και δημοκρατικό έλεγχο των θεσμών ασφαλείας και των ενόπλων δυνάμεων από τους πολίτες”. Η Ελίζαμπεθ Μπρόου, συνεργάτης του American Enterprise Institute, υπογράμμισε σε άρθρο της στο Politico ότι είναι πιθανό οι δύο χώρες να λάβουν πρόσκληση από το ΝΑΤΟ για να ξεκινήσουν τη διαδικασία πολύ πιο γρήγορα από την πολυετή αναμονή που ίσχυσε για άλλα κράτη. Ο Στόλτενμπεργκ εμφανίστηκε “βέβαιος ότι η Συμμαχία θα βρει τρόπους να αντιμετωπίσει τις ανησυχίες σχετικά με την περίοδο μεταξύ του πθανού αιτήματος και της έγκρισή του”, σύμφωνα με την εφημερίδα Washington Post, που σημαίνει ότι το ΝΑΤΟ θα μπορούσε να παρέχει κάποιου είδους προστασία εάν η Ρωσία προχωρήσει σε αντίποινα κατά της Φινλανδίας ή της Σουηδίας προτού οι δύο χώρες γίνουν επίσημα μέλη.
Φινλανδία και Σουηδία θα έχουν συμμαχική υποστήριξη -στρατιωτικά- καθώς είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και όλα τα μέλη της ΕΕ έχουν την υποχρέωση βάσει της συνθήκης του μπλοκ να βοηθούν έτερα μέλη εάν δεχθούν στρατιωτική επίθεση. (Το ΝΑΤΟ θα υποχρέωνε επίσης τις ΗΠΑ να παρέχουν στρατιωτική υποστήριξη.) Με επιστολή τους στον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, οι Μάριν και Άντερσον υπενθύμισαν στην ΕΕ αυτήν τη δέσμευση, εφόσον χρειαστεί.
Το ΝΑΤΟ υπήρξε σημαντικός παράγοντας στην κλιμάκωση της επιθετικής στάσης της Ρωσίας απέναντι στην Ουκρανία τα τελευταία 14 χρόνια, αλλά και στη στήριξη του Κίεβου κατά τις 50 ημέρες εχθροπραξιών. Η επιμονή του πρώην προέδρου των ΗΠΑ Τζορτζ Μπους να επεκταθεί το ΝΑΤΟ απευθύνοντας ανοιχτή πρόσκληση ένταξης στην Ουκρανία και στη Γεωργία προκάλεσε την έντονη αντίδραση του Βλαντίμιρ Πούτιν, ο οποίος εξοργίστηκε με την προοπτική η Βορειο-Ατλαντική Συμμαχία να φτάσει έως τα σύνορα της Ρωσίας. Τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ δεν παρεμβαίνουν στρατιωτικά στην Ουκρανία, δεδομένου ότι η χώρα δεν ανήκει στη Συμμαχία, ωστόσο έχουν προσφέρει σημαντική υποστήριξη στο Κίεβο κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων. Το ΝΑΤΟ έχει διπλασιάσει τη στρατιωτική του παρουσία στην Ανατολική Ευρώπη ως απάντηση στη ρωσική εισβολή, όπως τονίζει το BBC, και τα κράτη-μέλη έχουν δωρίσει στρατιωτικό εξοπλισμό στις ένοπλες δυνάμεις της Ουκρανίας.
Η Ουκρανία είναι απίθανο να ενταχθεί σύντομα στο ΝΑΤΟ. Αν και το Σύνταγμα της Ουκρανίας περιλαμβάνει τροπολογία που τη δεσμεύει να επιδιώξει την ένταξή στο ΝΑΤΟ, η προσπάθεια του Κίεβου εμποδίζεται από το γεγονός ότι δεν πληροί ακόμη τις απαιτήσεις της Συμμαχίας όσον αφορά τους δημοκρατικούς θεσμούς, σημειώνουν οι New York Times, και θα πρέπει να προχωρήσει σε περισσότερες μεταρρυθμίσεις κατά της διαφθοράς για να ανοίξει ο δρόμος της ένταξης. Το ΝΑΤΟ θέλει επίσης τα μέλη του να “ενισχύουν την ασφάλεια της Συμμαχίας και όχι να την υπονομεύουν”, δήλωσε στο Euronews ο Ράφαελ Λος, συντονιστής Διεθνών Σχέσεων στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Η Συμμαχία δεν δείχνει διατεθειμμένη να εμπλακεί στις αδιέξοδες εδαφικές διαφορές της Ουκρανίας με τη Ρωσία για την Κριμαία και την περιοχή του Ντονμπάς.
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

