Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Τι θα σήμαινε για την Ευρώπη εάν η Λεπέν κέρδιζε τις εκλογές;

Δημοσιεύτηκε στις

Ένα σενάριο το οποίο αποφεύγουν να αναλύσουν στην Ευρώπη

Των Ian Bond και John Springford

Για μήνες, η Ευρώπη υπέθετε αυτάρεσκα ότι ο Εμμανουέλ Μακρόν θα κέρδιζε τις προεδρικές εκλογές της Γαλλίας τον Απρίλιο του 2022, με τη Μαρία Λεπέν, επικεφαλής του δεξιού λαϊκιστικού κόμματος Εθνικό Μέτωπο, να περνά στον δεύτερο γύρο της 24ης Απριλίου, αλλά χωρίς να απειλεί τον Μακρόν. Το αποτέλεσμα του πρώτου γύρου των εκλογών στις 10 Απριλίου ωστόσο, δείχνει ότι η κούρσα μεταξύ των δύο έχει περιοριστεί σημαντικά -στο σημείο που η Λεπέν έχει ρεαλιστικές πιθανότητες να κερδίσει. Εάν θα γινόταν αυτό, η επίπτωση στην ΕΕ κι στο ΝΑΤΟ και στην ευρωπαϊκή ασφάλεια, θα ήταν βαθιά αποσταθεροποιητική.

Στις εκλογές του 2017, η υπόσχεση της Λε Πεν να διεξάγει δημοψήφισμα για την ένταξη της Γαλλίας στο ευρώ, ήταν άκαιρη. Ερχόταν δύο χρόνια μετά το ελληνικό δημοψήφισμα που οδήγησε σε άλλη μια ύφεση εκεί. Και η ευρωζώνη άρχιζε μια διετή περίοδο ανάπτυξης που υπονόμευσε το μήνυμα της ότι οι Γάλλοι θα μπορούσαν να ευημερήσουν μόνο εκτός του ευρώ. Πέρασε στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών αλλά ηττήθηκε εύκολα από τον Μακρόν. Πέντε χρόνια αργότερα, η Λεπέν δεν υπόσχεται δημοψήφισμα για το ευρώ, αλλά ο ευρωσκεπτικισμός της παραμένει. Η νέα της στρατηγική ακολουθεί τις τακτικές των κυβερνήσεων της Πολωνίας και της Ουγγαρίας. Αρνείται να εφαρμόσει τους νόμους της ΕΕ που δεν της αρέσουν, ιδιαίτερα εκείνους που την αποτρέπουν από το να ευνοήσει τους Γάλλους πολίτες έναντι άλλων κρατών μελών. Η διαφορά είναι πως η Γαλλίας (σε αντίθεση με την Πολωνία, την Ουγγαρία ή στα αλήθεια και με το Ηνωμένο Βασίλειο), είναι αναπόσπαστη από την ΕΕ.

Στο μανιφέστο της, “Το πλάνο μου για την προεδρία”, η Λεπέν γράφει λίγα πράγματα για την ΕΕ, εκτός από μερικές ακρότητες για την Κομισιόν και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Δεσμεύεται για “μια Ευρωπαϊκή Συμμαχία των Εθνών, που προορίζεται να αντικαταστήσει σταδιακά την Ευρωπαϊκή Ένωση”, αλλά δεν γίνεται σίγουρη ότι θα πετύχει ή ποιος θα είναι σε αυτό. Γράφει ότι οι επαφές που έχει κάνει σε άλλα κράτη-μέλη, “συμπεριλαμβανομένων αρκετών αρχηγών κυβερνήσεων, μου δίνουν ελπίδα ότι αυτό το έργο θα πετύχει μεσοπρόθεσμα”.

Σε κάποιους τομείς, η Λεπέν επιδιώκει μεταρρυθμίσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Υπόσχεται να επαναδιαπραγματευτεί τη συνθήκη Σένγκεν, η οποία προσφέρει την ελεύθερη μετακίνηση πολιτών μεταξύ των 27 χωρών της ΕΕ, υποστηρίζοντας ότι η απουσία συνοριακών ελέγχων “δεν είναι προς όφελος των κρατών”. Αλλά θα αποδεχόταν απροσδιόριστες “απλοποιημένες διαδικασίες” για τους πολίτες της ΕΕ. Οι πιθανότητες της για επιτυχή επαναδιαπραγμάτευση είναι μηδενικές: τα άλλα μέλη της Σένγκεν δεν θέλουν μόνιμους ελέγχους στα σύνορα (αν και πολλές, συμπεριλαμβανομένης της Γαλλίας, έχουν χρησιμοποιήσει τον μηχανισμό διασφάλισης της συμφωνίας για την εκ νέου επιβολή συνοριακών ελέγχων τα τελευταία επτά χρόνια).

Υπάρχουν αρκετοί άλλοι τομείς πολιτικής όπου η Λεπέν θα παραβίαζε τη νομοθεσία της ΕΕ, αντί να προσπαθήσει να τους αλλάξει. Θέλει να μειώσει μονομερώς τις πληρωμές της Γαλλίας στον προϋπολογισμό της ΕΕ μονομερώς. Οι αποσπασμένοι εργαζόμενοι από άλλα κράτη-μέλη δεν θα επιτρεπόταν πλέον. Εκτιμά ότι αυτό δημιουργεί “μια άβυσσο στα δημοσιονομικά” (οι αποσπασμένοι εργαζόμενοι πληρώνουν φόρους στο κράτος προέλευσης). Θέλει να δώσει προτεραιότητα στους Γάλλους πολίτες για πρόσβαση στην κοινωνική και φοιτητική στέγαση. Στα νεαρά ζευγάρια, τουλάχιστον ένας εκ των οποίων θα πρέπει να είναι Γάλλος πολίτης, θα δίνονται δάνεια με μηδενικό επιτόκιο για να τους βοηθήσουν να αγοράσουν ένα σπίτι -και το δάνειο δεν θα πρέπει να αποπληρωθεί εάν έχουν τρία ή περισσότερα παιδιά. Οι κανόνες της ΕΕ αποτρέπουν τις κυβερνήσεις από το να προτιμούν τους δικούς τους πολίτες έναντι άλλων της ΕΕ, διότι οι υπήκοοι τους έχουν καλύτερη πρόσβαση σε στέγαση και συνεπώς στις θέσεις εργασίας. Η Λεπέν θα αγνοούσε επίσης τους κανόνες της ΕΕ για τις δημόσιες συμβάσεις και τις κρατικές ενισχύσεις. Θέλει να κάνει τις κεντρικές και τοπικές κυβερνήσεις να “αγοράζουν γαλλικά”, να εξασφαλίσει ότι οι εστιάτορες θα παίρνουν το 80% των τροφίμων τους από Γάλλους αγρότες και θα παράσχουν περισσότερη βοήθεια στους γεωργούς από τις επιδοτήσεις που παρέχονται στο πλαίσιο της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (αυτό το τελευταίο μπορεί να παραβιάσει τους κανόνες της ΕΕ για την κρατική βοήθεια, αναλόγως από το πώς είναι σχεδιασμένη”.

Εάν η Λεπέν εφάρμοζε τις πολιτικές της, οι συνέπειες για την ΕΕ θα ήταν πολιτικό χάος. Η Γαλλία δεν θα εγκατέλειπε την ΕΕ και το ευρώ βραχυπρόθεσμα, κάτι που θα σημαίνει -με λίγη τύχη- ότι οι χρηματοπιστωτικές αγορές δεν θα τρομοκρατηθούν. Αλλά τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και τα κράτη-μέλη έχουν αδύναμες εξουσίες για να την υποχρεώσουν να κάνει πίσω: τα πρόστιμα που επιβάλλονται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, θα μπορούσαν απλώς να αγνοηθούν και η Γαλλία έχει αρκετή δημοσιονομική ικανότητα να δεχτεί το πάγωμα του προϋπολογισμού της ΕΕ και των χρημάτων του ταμείου ανάκαμψης με βάση τον νέο μηχανισμό, ο οποίος τιμωρεί τις χώρες που παραβιάζουν το κράτος δικαίου. Η ΕΕ θα βρισκόταν αντιμέτωπη με αδιέξοδο σε μια ολόκληρη σειρά ζητημάτων πολιτικής: χωρίς τη Γερμανία και τη Γαλλία να διαπραγματεύονται συμβιβασμούς μεταξύ τους στους μεγάλους τομείς πολιτικής, λίγοι νέοι νόμοι θα εγκρινόταν. Αλλά το μεγαλύτερο πρόβλημα θα ήταν ότι η ΕΕ μπορεί να έχει περιορισμένες ικανότητες να επιβάλλει τους δικούς της νόμους σε ένα απαραίτητο κράτος-μέλος, ενώ οι εθνικιστικές κυβερνήσεις στην ΕΕ θα είχαν πολύ μεγαλύτερο κρίσιμο μέγεθος, και θα ενεργούσαν από κοινού για να υπονομεύσουν περαιτέρω την ΕΕ.

Αν και θέλει να αυξήσει τον αμυντικό προϋπολογισμό της Γαλλίας από 41 δισ. Ευρώ φέτος σε 55 δισ. Ευρώ το 2027, η Λεπέν δεν διευκρινίζει ποιες στρατιωτικές απειλές αντιμετωπίζει η Γαλλία και σχεδόν ποτέ δεν αναφέρει τη Ρωσία. Αυτό ίσως αποτυπώνει την ασάφεια της σχέσης της με τον Πούτιν. Τον Σεπτέμβριο του 2014 (μετά την προσάρτηση της Κριμαίας, τη ρωσική εισβολή στο Ντονμπάς και την κατάρριψη από ομάδες προσκείμενες στη Ρωσία της πτήσεις ΜΗ17 των Μαλαισιανών αερογραμμών, με την απώλεια 298 ζωών), το Εθνικό Μέτωπο της Λεπέν, έλαβε δάνειο 9,4 εκατ, ευρώ από ρωσική τράπεζα που θεωρείται ύποπτη για δεσμούς με τις ρωσικές αρχές.

Ο Πούτιν είχε μία συνάντηση με τη Λεπέν στο Κρεμλινο κατά τη διάρκεια της προεκλογικής της εκστρατείας το 2017, και την περιέγραψε ότι αντιπροσωπεύει “μια σειρά πολιτικών δυνάμεων που κερδίζουν δυναμική”. Η Λεπέν και οι κομματικοί της συνάδελφοί της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχουν αντιταχθεί σθεναρά στις κυρώσεις απέναντι στη Ρωσία.

Στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας αυτού του έτους, αν και έχει ασκήσει κριτική στην εισβολή στην Ουκρανία, έχει επίσης δηλώσει ότι ο Πούτιν θα μπορούσε να γίνει ένας σύμμαχος της Γαλλίας ξανά εάν τελείωνε ο πόλεμος -μια θέση που έρχεται σε αντίθεση με αυτή του Αμερικάνου προέδρου Μπάιντεν και άλλων δυτικών ηγετών που έχουν κατηγορήσει τον Πούτιν ως υπεύθυνο για εγκλήματα πολέμου.

Εάν εκλεγεί η Λεπέν, υπάρχει κίνδυνος να ασκήσει βέτο στις κυρώσεις ή απλώς θα τις επιβάλλει ασθενώς, και οι σχέσεις της Γαλλίας με τους περισσότερους συμμάχους της θα διαταρασσόταν.

Οι Γάλλοι ψηφοφόροι, όπως εκείνοι σε άλλες χώρες, είναι απίθανο να κάνουν την επιλογή τους με βάση την πολιτική τους προς την ΕΕ ή το ΝΑΤΟ. Δεν θα ενδιαφερθούν πολύ για τις υποσχέσεις της Λεπέν να διασφαλίσει τη γαλλική κυριαρχία σε διάφορες ακατοίκητες περιοχές του Ειρηνικού. Ο κίνδυνος για τον Μακρόν ότι ότι η -όπως γίνεται αντιληπτή- υπεροψία του, σε συνδυασμό με την άνοδο των τιμών και την μείωση του βιοτικού επιπέδου, θα οδηγήσει τους ψηφοφόρους να στραφούν εναντίον του, με τη Λεπέν να είναι η περισσότερο ωφελημένο. Η Ευρώπη, που απειλείται από ανατολικά από τον Πούτιν, μπορεί να βρεθεί σε σοβαρά προβλήματα από το εσωτερικό της, από μια θαυμάστρια του Πούτιν, τη Λεπέν. Οι άλλοι δυτικοί ηγέτες μπορούν μόνο να ελπίζουν ότι οι Γάλλοι ψηφοφόροι θα βρουν εναλλακτικούς τρόπους για να εκφράσουν τη δυσαρέσκεια τους και να επανεκλέξουν τον Μακρόν.

Μπορείτε να δείτε το κείμενο εδώ: https://www.cer.eu/insights/what-would-president-le-pen-mean-europe-manifesto-trouble

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO53 δευτερόλεπτα πριν

Από την Τουρκία τα 60 νέα λεωφορεία των ΜΑΤ!

Ερωτήματα για την προμήθεια 60 λεωφορείων Mercedes-Benz που, σύμφωνα με δημοσίευμα, κατασκευάζονται στην Τουρκία και προορίζονται για τις ειδικές μονάδες...

Αναλύσεις16 λεπτά πριν

Καμπουρίδης: Τι συμβαίνει με Τουρκία και Αλίεφ

Η προσπάθεια της Άγκυρας να επιβάλει την επιρροή της στο Μπακού, ο παράγοντας Ισραήλ και οι επιπτώσεις στις τουρκικές επιδιώξεις...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Καλεντερίδης: «Παγίδα» η τουρκική άδεια για το καλώδιο – «Η Ελλάδα πού είναι στη Λιβύη;»

Προειδοποίηση για τους χειρισμούς στην ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, πρόταση για ευρωπαϊκές κυρώσεις και αιχμές για την ελληνική παρουσία στη Λιβύη...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

«Αθηναϊκή δημοκρατία»: Κακομεταχειρισμένο ένδυμα ή πρόταγμα εθνικής κυριαρχίας;

Η επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα, η επίκληση της αρχαίας ελληνικής δημοκρατίας από το βήμα της...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Από Αυτοκρατορία… επαίτης των Ταλιμπάν: Το οικονομικό ναυάγιο του Ιράν

Πώς έφτασε το Ιράν στο σημείο όπου η προοπτική επενδύσεων από το Αφγανιστάν των Ταλιμπάν θεωρείται επιτυχία;

Δημοφιλή