Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Σκόπια και Σόφια: Χορός κατασκόπων και στη μέση η Μόσχα

Δημοσιεύτηκε στις

Η απογραφή πληθυσμού στα Σκόπια δημιουργεί κραδασμούς

Σοφία Βούλτεψη

Η Σόφια δυσφορεί για το μικρό ποσοστό Βουλγάρων. Οι Αλβανοί πανηγυρίζουν για το μεγάλο. Οι κραδασμοί που έχουν προκληθεί μετά την ανακοίνωση του αποτελέσματος της απογραφής στα Σκόπια, αποτελεί την πιο τρανταχτή απόδειξη ότι οι συγκρούσεις στα Βαλκάνια έχουν μεγάλο βάθος. Και το μίγμα γίνεται ακόμη πιο εκρηκτικό εξαιτίας των ρωσικών παρεμβάσεων στην περιοχή…

Αλλά και στο εσωτερικό της γειτονικής χώρας η απογραφή (που επί μία δεκαετία καθυστερούσε για τον φόβο του αποτελέσματος) έχει προκαλέσει διαφωνίες και δημόσιες συγκρούσεις – ως προς την μεθοδολογία που ακολουθήθηκε από την κυβέρνηση.

Η απογραφή πραγματοποιήθηκε τον Σεπτέμβριο του 2021 και σύμφωνα με τις ανακοινώσεις της Στατιστικής Υπηρεσίας ο μόνιμος πληθυσμός ανέρχεται σε 1.836.713 άτομα – μια μείωση της τάξης του 9,2% σε σχέση με την προηγούμενη, αυτή του 2002.

Σύμφωνα με τα επίσημα αποτελέσματα, το 58,44% δήλωσαν «Μακεδόνες», το 24,30% δήλωσαν «Αλβανοί», το 3,86% δήλωσαν «Τούρκοι», το 2,53% δήλωσαν «Ρομά», το 1,3%«Σέρβοι», το 0,87% «Βόσνιοι» (0,85%), το 0,47% «Βλάχοι» και μόνο το 0,19% δήλωσαν «Βούλγαροι», ενώ 294 άτομα (ποσοστό 0,02%) δήλωσαν «Έλληνες».

Αμέσως, η Βουλγαρία αντέδρασε για το αποτέλεσμα με τον πιο επίσημο τρόπο: Δια του βουλγαρικού υπουργείου των Εξωτερικών, το οποίο αμφισβήτησε το γεγονός ότι μόλις 3.504 πολίτες αυτοπροσδιορίστηκαν ως Βούλγαροι.

«Η Δημοκρατία της Βουλγαρίας έχει επανειλημμένως τονίσει ότι έχει πολύ μεγάλη σημασία να δημιουργηθούν οι συνθήκες για τον ελεύθερο αυτοπροσδιορισμό των πολιτών με βουλγαρική συνείδηση στη Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας και για την εγγύηση των δικαιωμάτων τους. Από αυτή την άποψη, βλέπουμε με μεγάλη έκπληξη τα δημοσιευμένα στοιχεία για τον αριθμό των πολιτών που δηλώθηκαν ως Βούλγαροι στην απογραφή στη χώρα. Επισημαίνουμε ότι υπάρχει δραματική απόκλιση μεταξύ αυτών και των στοιχείων για τον αριθμό των περισσότερων από 100.000 πολιτών της Βόρειας Μακεδονίας οι οποίοι έχουν προσωπικώς καταθέσει έγγραφα που αποδεικνύουν βουλγαρική καταγωγή και συνείδηση με σκοπό να αποκτήσουν βουλγαρική υπηκοότητα», υπογραμμιζόταν στην ανακοίνωση του υπουργείου Εξωτερικών της Βουλγαρίας.

Ο συγκεκριμένος αριθμός προκύπτει από το γεγονός ότι η Βουλγαρία έχει τα τελευταία 15 χρόνια χορηγήσει πάνω από 100.000 διαβατήρια σε πολίτες των Σκοπίων. Αλλά η αναντιστοιχία ανάμεσα στον αριθμό αυτό και την απογραφή φαίνεται ότι οφείλεται στο γεγονός ότι τα αιτήματα για βουλγαρικά διαβατήρια οφείλεται λιγότερο σε θέματα εθνικής συνείδησης και περισσότερο στην επιδίωξη απόκτησης ενός ευρωπαϊκού διαβατηρίου.

Ο ίδιος ο Βούλγαρος Πρόεδρος εξέφρασε την δυσφορία του στον Ευρωπαίο Επίτροπο για τη Διεύρυνση Όλιβερ Βαρχέλι, μιλώντας για αδικία κατά των Βουλγάρων των οποίων «παραβιάζονται τα δικαιώματα και στους οποίους δεν επιτρέπεται να δηλώσουν δημόσια την εθνική τους καταγωγή». Κατά την γνώμη του, τα πάνω από 120.000 διαβατήρια (ανέβασε κάπως τον αριθμό σε σχέση με το υπουργείο των Εξωτερικών) αποτελούν «έγγραφη απόδειξη της βουλγαρικής συνείδησης των κατόχων τους».

Και κατόπιν τούτου, ορθώς κατά τη γνώμη του η Σόφια θέτει βέτο στην έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων των Σκοπίων, με την Βουλγαρία να επιμένει σε «διορθώσεις» όσον αφορά σε εθνικά, γλωσσικά και ιστορικά ζητήματα.

Καρφιά Αχμέτι: «Ενοικιαστές» στα σπίτια τους…

Στον αντίποδα, ο αρχηγός του αλβανικού κόμματος DUI Αλή Αχμέτι, δεν έκρυψε την ικανοποίησή του. Σε ανάρτησή του στο FB, ανέφερε: «Σήμερα, μετά από 20 χρόνια, τα πράγματα έχουν ξεκαθαρίσει. Οι Αλβανοί αποτελούν το 29,5% του συνολικού πληθυσμού και το 24,3% των κατοίκων της χώρας, ενώ το ποσοστό στην πόλη των Σκοπίων έφθασε στο 22,8% (από 20,04% το 2002). Συγχαρητήρια σε όλους τους θεσμούς που έφεραν σε πέρας την διαδικασία η οποία ξεκίνησε πέρσι τον Μάρτιο με την Διασπορά και ολοκληρώθηκε τον Σεπτέμβριο με την απογραφή των κατοίκων της χώρας. Μια διαδικασία και μια πρόκληση καθόλου εύκολες, αλλά καταφέραμε να ολοκληρωθεί με επιτυχία».

Εντελώς διαφορετική άποψη εξέφρασε το VMRO, που υποστηρίζει ότι η απογραφή δεν αντανακλά την πραγματικότητα. Όπως αναφέρει, 132.000 πολίτες δεν απογράφηκαν, δηλαδή το 7,2% του συνολικού αριθμού των κατοίκων. Κατηγόρησαν μάλιστα την Στατιστική Υπηρεσία ότι προκάλεσε ένα χάος όσον αφορά στην καταγραφή των Ορθόδοξων Χριστιανών και πως είναι γνωστό ότι τα τελευταία χρόνια έχει μεταναστεύσει το 10% του πληθυσμού – και επομένως είναι εκατοντάδες χιλιάδες εκείνοι που δεν απογράφηκαν,

Ο Αχμέτι σήκωσε αμέσως το γάντι, καλώντας να αναλάβουν τις ευθύνες τους τα κόμματα που μποϊκοτάρισαν την απογραφή και υποστηρίζοντας πως όσοι δεν απογράφηκαν απλά ακολούθησαν τις οδηγίες τους. «Είναι υπεύθυνοι για αυτό το 10% που δεν έλαβε μέρος στην απογραφή. Κάθε υπόθεση για την εθνική τους καταγωγή εκ των υστέρων είναι λανθασμένη και δεν μπορεί πια να προσδιοριστεί», είπε.

Και πράγματι, το αριστερό κόμμα «Λέβιτσα» και μερικά ακόμη μικρότερα κάλεσαν σε μποϊκοτάζ όταν ο Αχμέτι πίεσε την κυβέρνηση να υπολογίσει τα μέλη της διασποράς ως κατοίκους της χώρας. Με αποτέλεσμα οι ομογενείς να αντιδράσουν και να μην προσέλθουν στην διαδικασία.

Μάλιστα, ο Αχμέτι έγινε ακόμη πιο επιθετικός. Σε συνέντευξή του στο RTV21 του Κοσόβου, δεν παρέλειψε να σχολιάσει την υποστήριξη μεγάλου μέρους του πληθυσμού προς την Ρωσία, με κάποιους αναλυτές να προσδιορίζουν τους υποστηρικτές του Πούτιν στα… δύο τρίτα του πληθυσμού.

Όπως είπε, «οι Μακεδόνες είχαν με κάποιο τρόπο συμμαχήσει με την Σερβία στην διάρκεια των βομβαρδισμών του ΝΑΤΟ το 1999, υπάρχει μια νοσταλγία εξαιτίας του γεγονότος ότι επί εξήντα χρόνια ζούσαν μαζί στην Γιουγκοσλαβία. Ήταν προνομιούχοι σ’ εκείνη την Γιουγκοσλαβία, διότι οι Αλβανοί καταπιέζονταν, ήταν “ενοικιαστές” στα σπίτια τους. Και αυτή η νοσταλγία δεν τους επιτρέπει να δουν ότι το μέλλον, η ασφάλεια, η ειρήνη και η σταθερότητα αυτής της χώρας είναι η ένταξή της στην ΕΕ, όπως ενταχθήκαμε στο ΝΑΤΟ».

Ναι για τσάρο Σαμουήλ, όχι για Γκότσε Ντέλτσεφ

Στο μεταξύ η πορεία των διαπραγματεύσεων Σόφιας και Σκοπίων μέσω της κοινής επιστημονικής επιτροπής ακολουθεί αμφιλεγόμενη πορεία. Η επιτροπή συνεδρίασε για 18η φορά, ενώ σύμφωνα με το πρόγραμμα οι ιστορικοί των δύο πλευρών θα συναντηθούν άλλες τέσσερις, με την επόμενη να έχει οριστεί για τις 12 και 13 Μαΐου στη Σόφια.

Οι συζητήσεις περιστρέφονται γύρω από αμφισβητούμενα ιστορικά θέματα του 11ου και 12ου αιώνα, καθώς και σχετικά με πέντε διεκδικούμενες ιστορικές και θρησκευτικές προσωπικότητες – Τσάρος Σαμουήλ, αδελφοί Κύριλλος και Μεθόδιος, Άγιος Κλημέντιος και Άγιος Ναούμ της Αχρίδας.

Οι Βούλγαροι της επιτροπής υποστηρίζουν ότι υπάρχει συμφωνία για τον Τσάρο Σαμουήλ, για τον οποίο η Σόφια απαιτεί να αναφέρεται στα σχολικά βιβλία ως Βούλγαρος βασιλιάς. Παραμένει ωστόσο ανοιχτό το θέμα του Γκότσε Ντέλτσεφ, κομιτατζή που σκοτώθηκε έξω από τις Σέρρες και διεκδικούν και οι δύο χώρες.

Είναι σαφές ότι τα πράγματα δεν είναι καθόλου απλά. Και συχνά ξεσπούν πυρκαγιές – από την απογραφή ως την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία.

Κατηγορίες για «αντιβουλγαρική προπαγάνδα»

Πρόσφατα, η Σόφια κατηγόρησε τα Σκόπια για «αντιβουλγαρική προπαγάνδα», εξαιτίας μιας «κακόβουλης και ενορχηστρωμένης εκστρατείας, στην οποία λαμβάνουν μέρος και δημόσια πρόσωπα, που σκοπό έχει τα υποδαυλίσει τα αντιβουλγαρικά αισθήματα».

Οι Βούλγαροι μιλούν για σκόπιμη κατάχρηση των τραγικών γεγονότων στην Ουκρανία «με αλαζονικό και ανήθικο τρόπο» – όπως αναφέρθηκε σε ανακοίνωση του βουλγαρικού υπουργείου των Εξωτερικών.

Κι’ αυτό διότι στα συγκεκριμένα σχόλια παραλληλίζεται η στάση της Ρωσίας έναντι της Ουκρανίας με αυτή της Σόφιας έναντι των Σκοπίων.

Σε όλα αυτά έχει προστεθεί και ένα σκάνδαλο κατασκοπείας που προς στιγμήν ένωσε τις δύο πλευρές.

Ο υπουργός των Εξωτερικών της γειτονικής χώρας Μπουχάρ Οσμάνι κατήγγειλε πως «ανώνυμα πρόσωπα και θεσμοί» που βρίσκονται σε διασύνδεση με την Ρωσία εμποδίζουν την συμφωνία με τη Σόφια. Όπως είπε κάποιοι επικοινωνούν με την Σόφια και υποστηρίζουν πως κάθε συμφωνία με την κυβέρνηση Κοβατσέφσκι δεν θα είχε νόημα διότι στα Σκόπια θα υπάρξουν πρόωρες εκλογές.

Ο Οσμάνι αποκάλυψε πως αυτοί που τηλεφωνούν βρίσκονται σε ανοιχτή γραμμή με την Μόσχα.

Κατά την πρόσφατη παρουσία της στο 7ο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, η υπουργός Άμυνας της χώρας, Σλαβγιάνκα Πέτροφσκα, υποστήριξε πως «η Ρωσία συνεχίζει να έχει την επιρροή της στη χώρα μας. Είναι υβριδικές απειλές που εστιάζουν στα Δυτικά Βαλκάνια. Η ενταξιακή διαδικασία σε ΝΑΤΟ και ΕΕ αντανακλά και την ασφάλεια της περιοχής».

Στην ίδια συζήτηση, ο Βούλγαρος πρώην πρόεδρος Πέταρ Στογιάνοφ παραδέχθηκε πως «υπάρχουν φιλορωσικές αντιλήψεις στη Βουλγαρία. Δεν είναι κάτι καινούργιο γιατί πολιτικά, ιστορικά βρίσκεται κοντά στη Ρωσία».

Αλλά και ο Βούλγαρος πρωθυπουργός Κίριλ Πέτκοφ ανακοίνωσε πως δύο αξιωματούχοι των βουλγαρικών μυστικών υπηρεσιών αποκαλύφθηκε ότι δούλευαν για την Ρωσία, προσπαθώντας να εμποδίσουν μια συμφωνία ανάμεσα στις δύο χώρες.

Μάλιστα, κατηγόρησε ευθέως την Μόσχα ότι έχει εγκαταστήσει στην χώρα του πράκτορες η αποστολή των οποίων είναι η περαιτέρω επιδείνωση των σχέσεων των δύο χωρών. Με απώτερο σκοπό την καθυστέρηση της ένταξης των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων στην ΕΕ.

Όπως είπε, οι εμπλεκόμενοι σ’ αυτό το σκάνδαλο επανέφεραν την συζήτηση για την έκταση των ρωσικών συμφερόντων στην περιοχή με συγκεκριμένο προσανατολισμό.

Μπρος πίσω για το βέτο

Προς στιγμήν αυτό αναζωπύρωσε τις ελπίδες για άρση του βουλγαρικού βέτο. Πλην όμως, δύο σημαντικοί κυβερνητικοί εταίροι του Πέτκοφ, το BSP και το ITN επιμένουν στο βέτο, παρά το γεγονός ότι ο Βούλγαρος πρωθυπουργός τους καλεί να αναλογιστούν πόσο σημαντική είναι η σταθερότητα στα Βαλκάνια, κάτι που θα επιτευχθεί με την είσοδο όλων των βαλκανικών χωρών στην ΕΕ.

Παρ’ όλα αυτά, ο Πέτκοφ υποχρεώθηκε τελικά να ανακρούσει πρύμναν. Στις 8 Απριλίου δήλωσε πως το ζήτημα του βέτο αποτελεί τμήμα της συμφωνίας μεταξύ των κομμάτων του κυβερνητικού συνασπισμού, στον οποίο συμμετέχουν κόμματα περισσότερο σκληροπυρηνικά από το δικό του.

«Η συμφωνία θα τηρηθεί αυστηρά», είπε. «Όλες οι πράξεις μας θα ευθυγραμμίζονται με την συμφωνία. Ως πρωθυπουργός δεν έχω το δικαίωμα να υπογράφω συμφωνίες και δεν θα το κάνω». Για να προχωρήσει ακόμη περισσότερο, λέγοντας ότι τα Σκόπια πρέπει να σεβαστούν τα δικαιώματα της βουλγαρικής μειονότητας, κάτι που παρακολουθείται από την ΕΕ.

Λίγες μέρες νωρίτερα, ο πρόεδρος Ράντεφ ζήτησε να απλουστευθεί η διαδικασία έκδοσης διαβατηρίων σε πολίτες και άλλων χωρών, όπως η Μολδαβία και η Ουκρανία. Μίλησε για σοβαρά γραφειοκρατικά εμπόδια, τα οποία καταγγέλλουν στο γραφείο του «συμπατριώτες μας από το εξωτερικό».

Ο Βούλγαρος πρόεδρος επιθυμεί να χαραχθεί μια νέα πολιτική απονομής διαβατηρίων, πιστεύοντας ότι έτσι θα σφυρηλατηθεί ακόμη περισσότερο η εθνική σχέση με την Βουλγαρία.

Και σα να μην έφθαναν όλα αυτά, μια νέα διένεξη έχει ξεσπάσει: Η μετονομασία της Λεωφόρου «Μακεδονίας» στην Βάρνα της Βουλγαρίας σε… Λεωφόρο Ουκρανίας!

Στα Σκόπια, ο σάλος προκάλεσε την παρέμβαση της Ένωσης Ουκρανών «Λέσγια Ουκραϊνκα» (που πήρε το όνομά της από την μεγάλη Ουκρανή λογοτέχνιδα, πολιτικό, ακτιβίστρια και φεμινίστρια του 19ου αιώνα).

Όπως διευκρίνισαν, η σκέψη ήταν να μετονομαστεί μόνο ο μισός δρόμος, στην πλευρά όπου βρίσκεται το ρωσικό προξενείο στη Βάρνα…

*Βουλευτής Β3 Νοτίου Τομέα Αθηνών, υφυπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου, δημοσιογράφος

liberal.gr

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις30 λεπτά πριν

Ινδικά πολεμικά πλοία στην Κύπρο; Οι πληροφορίες και το νέο αμυντικό σκηνικό

Πληροφορίες για παρεμβάσεις Ισραήλ και Εμιράτων απέναντι στις πιέσεις της Άγκυρας παρουσίασε το «Direct News». Στο επίκεντρο οι συζητήσεις για...

Γενικά θέματα60 λεπτά πριν

Θρίλερ στα βάθη της Τουρκίας με 58χρονο Έλληνα μοναχό από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών! Αγνοείται από τον Ιούλιο

Ο 58χρονος μοναχός έφυγε από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών, με προορισμό την Τουρκία, αποφασισμένος να φτάσει στον Πόντο και την...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Καλεντερίδης: Η Ουκρανία στο έλεος του «διακόπτη» – Το μάθημα για την ελληνική άμυνα

Οι περιορισμοί στις δορυφορικές υπηρεσίες, η πίεση του Τραμπ στον Ζελένσκι και η ανάγκη για εγχώρια αμυντική παραγωγή στο επίκεντρο...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Ποιος είναι σκληρότερος; Η Προεκλογική μάχη Νετανιάχου – Άιζενκοτ

Ο Γκάντι Άιζενκοτ, κορυφαίος Ισραηλινός πολιτικός που ελπίζει να ανατρέψει τον Πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου στις εκλογές στα τέλη αυτού του...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Από την Τουρκία τα 60 νέα λεωφορεία των ΜΑΤ!

Ερωτήματα για την προμήθεια 60 λεωφορείων Mercedes-Benz που, σύμφωνα με δημοσίευμα, κατασκευάζονται στην Τουρκία και προορίζονται για τις ειδικές μονάδες...

Δημοφιλή