Ακολουθήστε μας

Διεθνή

«L’état, c’est qui?»: Μια συζήτηση για τις γαλλικές εκλογές και το διακύβευμά τους

Δημοσιεύτηκε στις

Σκληρή μονομαχία Μακρόν – Λεπέν στο δεύτερο γύρω των εκλογών στη Γαλλία

Μιχάλης Σταυρή

Στις 24 Απριλίου 2022 διεξάγεται ο δεύτερος γύρος των γαλλικών προεδρικών εκλογών. Εμμανουέλ Μακρόν και Μαρίν Λε Πεν διεκδικούν το χρίσμα σε μια διαδικασία, το αποτέλεσμα της οποίας κρίνεται εξαιρετικά σημαντικό σε μια περίοδο έντονων αναταραχών και σημαντικών μεταβολών στην Ευρώπη και στο εσωτερικό της χώρας

Εμμανουέλ Μακρόν και Μαρίν Λε Πεν, όπως συνέβη το 2017, θα αναμετρηθούν στον δεύτερο γύρο των γαλλικών προεδρικών εκλογών (24 Απριλίου 2022), συγκεντρώνοντας περίπου 28% και 23% αντιστοίχως στον πρώτο γύρο (10 Απριλίου 2022). Στην εκλογική αναμέτρηση είχαν κατέλθει δώδεκα υποψήφιοι. Τρίτος στις προτιμήσεις των εκλογέων αναδείχθηκε ο Ζαν-Λυκ Μελανσόν, ενώ ο συντηρητικός Ερίκ Ζεμούρ (που παρουσιαζόταν αρκετά ψηλά στις δημοσκοπήσεις λίγους μήνες προηγουμένως) κατετάγη τέταρτος, με περίπου 7%. Η Βαλερί Πεκρές της Δεξιάς έλαβε περίπου 5%. Η συμμετοχή στον πρώτο γύρο υπολογίζεται περίπου στο 73%.

Στον απόηχο της πρώτης αναμέτρησης, ο Μακρόν επιχείρησε να παρουσιάσει το τελικό αποτέλεσμα των εκλογών ως άμεσα συσχετισμένο με το μέλλον, τόσο της Γαλλίας όσο και της Ευρώπης. Είναι βάσιμη (και σε ποιον βαθμό) η δήλωση του Γάλλου Προέδρου; Τι αντίκτυπο μπορεί να έχουν οι γαλλικές εκλογές σε ευρωπαϊκό, αλλά και ελληνικό επίπεδο; Πώς κινήθηκαν οι Γάλλοι ψηφοφόροι και τι σημαίνουν τα αποτελέσματα αναφορικά με το παραδοσιακό κομματικό φάσμα; Ο αναλυτής, σύμβουλος στρατηγικής και Διδάκτωρ συμπεριφοράς ψηφοφόρων, Απόστολος Πιστόλας, απαντά στα ερωτήματα της «Σ».

Απόστολος Πιστόλας
Απόστολος Πιστόλας: Αναλυτής, σύμβουλος στρατηγικής και Διδάκτωρ συμπεριφοράς ψηφοφόρων

Μπορείτε, κατ’ αρχάς, να προβείτε σε ένα γενικό σχόλιο για το αποτέλεσμα του πρώτου γύρου των εκλογών; Παρατηρήθηκε κάτι μη αναμενόμενο ή οι εκλογείς κινήθηκαν στο αναμενόμενο πλαίσιο;

Τα αποτελέσματα του πρώτου γύρου ήταν σε μεγάλο βαθμό τα αναμενόμενα. Ο Πρόεδρος Μακρόν και η διεκδικήτρια της Προεδρίας Λε Πεν κινήθηκαν μέσα στο εύρος που έδιναν όλες οι δημοσκοπήσεις. Υπήρχαν όμως και στοιχεία που δεν παρατηρήθηκαν στις δημοσκοπήσεις, κυρίως διότι σε μεγάλο βαθμό αυτά δημιουργήθηκαν τις τελευταίες ημέρες. Για παράδειγμα, ο Μελανσόν, ενώ στις δημοσκοπήσεις κυμαινόταν στο 18%, βρέθηκε να απειλεί τη Λε Πεν για τη δεύτερη θέση και τελικά έλαβε το 22% των ψήφων. Αυτό συνέβη διότι απ’ όσους ψηφοφόρους αποφάσισαν το ποιον θα ψηφίσουν τις τελευταίες ημέρες ή και τελευταίες στιγμές (20% του εκλογικού σώματος) περίπου το 30% ψήφισαν τον Μελανσόν. Επίσης τα ποσοστά της Πεκρές ήταν αρκετά χαμηλότερα του αναμενομένου (5% από 8%). Αυτό θεωρώ πως συνέβη διότι μια μερίδα ψηφοφόρων αποφάσισαν να δώσουν την ψήφο τους από τον πρώτο γύρο στον Πρόεδρο Μακρόν ώστε να μην περάσει πρώτη η Λε Πεν. Ήταν δηλαδή μια αντίδραση μιας μερίδας ψηφοφόρων της κεντροδεξιάς, η οποία αναμενόταν στον δεύτερο γύρο, αλλά λόγω της έκβασης της αναμέτρησης προεκλογικά έκαναν την κίνηση στον πρώτο γύρο.

Ποια ζητήματα απασχόλησαν την κοινή γνώμη προεκλογικά; Πόσο μετέβαλαν οι εξελίξεις στην Ουκρανία τις ισορροπίες το τελευταίο διάστημα;

Το ζήτημα της αγοραστικής δύναμης ήταν το πρώτο ζήτημα σε σημαντικότητα πριν ακόμα από τον πόλεμο. Όμως αρχικά δεν είχε την ένταση που απέκτησε μετά από αυτόν. Πριν από την εισβολή στην Ουκρανία, μάλιστα, τα ζητήματα ταυτότητας ήταν σταθερά υψηλά στις συζητήσεις στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Ήταν η περίοδος που ο κύριος εκφραστής τους, ο Ερίκ Ζεμούρ, έδινε μάχη με τη Λε Πεν για τη δεύτερη θέση.

Όταν ήρθε ο πόλεμος έφερε αρχικά την κρίση «προστασίας». Αυτό διότι δημιούργησε στους ψηφοφόρους αβεβαιότητα και φόβο για μια γενίκευση του πολέμου. Αυτός ο φόβος οδήγησε στο λεγόμενο «rally round the flag»φαινόμενο, το οποίο ουσιαστικά είναι μια βραχυχρόνια συσπείρωση γύρω από έναν «Προεδρικό» ηγέτη, όπως το 71% των Γάλλων θεωρούν πως είναι ο Πρόεδρος Μακρόν (έναντι 18% της Λε Πεν), με κύρια χαρακτηριστικά την αποφασιστικότητα και τη δυναμικότητα. Αυτό φάνηκε και δημοσκοπικά, καθώς ο επί μήνες καθηλωμένος στα ποσοστά του 24%-25% Γάλλος Πρόεδρος βρέθηκε μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα στο 31%, με τη Λε Πεν να βρίσκεται στο 15,5%.

Η απότομη όμως αύξηση των τιμών ενέργειας και τροφίμων πέρασε το προεκλογικό πλαίσιο σε μια νέου είδους κρίση, την κρίση «βοήθειας». Η αγοραστική δύναμη ανέβηκε ακόμα περισσότερο ως καθοριστικό κριτήριο ψήφου και κυριάρχησε στο πλαίσιο. Πλέον η αβεβαιότητα και ο φόβος μιας μεγάλης μερίδας ψηφοφόρων αφορά στη δική τους ζωή, στο πορτοφόλι τους, στο νοικοκυριό τους. Ένας στους δύο Γάλλους ψηφοφόρους λίγες ημέρες πριν από τον πρώτο γύρο των εκλογών είχε μόνο αρνητικά συναισθήματα, με κυρίαρχα την αβεβαιότητα και την ψυχολογική κόπωση.Έτσι οι ψηφοφόροι θεωρούν πως χρειάζονται έναν ηγέτη που θα τους βοηθήσει να κατευνάσουν την αβεβαιότητά τους, δίνοντάς τους μια λύση για έξοδο από την κρίση. Οι δύο υποψήφιοι που είχαν δυνατή τοποθέτηση στο συγκεκριμένο θέμα ήταν ο Μελανσόν και η Λε Πεν. Εξάλλου, σε τέτοιου είδους κρίση τα βασικά χαρακτηριστικά προσωπικότητας που επιζητούν οι ψηφοφόροι από έναν υποψήφιο είναι το να κατανοεί τα προβλήματά τους και να νοιάζεται γι’ αυτούς. Μεγάλη μερίδα των ψηφοφόρων θεωρούν πως αυτό το καταφέρνουν ο Μελανσόν και η Λε Πεν (άνω του 40% και για τους δύο). Από την άλλη ο Πρόεδρος Μακρόν βαθμολογείται χαμηλά σε αυτό το χαρακτηριστικό προσωπικότητα (μόλις 3% θεωρούν πως κατανοεί τα προβλήματα των πολιτών). Όπως είναι λογικό λοιπόν απ’ όταν μπήκαμε σε αυτό το πλαίσιο είχαμε μεγάλη δημοσκοπική άνοδο Μελανσόν και Λε Πεν και πτώση Μακρόν. Ο πόλεμος και οι επιπτώσεις του δηλαδή μετέβαλαν καθοριστικά το εκλογικό σκηνικό.

Πού επικεντρώθηκε η ρητορική της Λε Πεν; Εστίασε στους βασικούς ιδεολογικούς πυλώνες του κόμματός της ή επιχείρησε κοινωνικό «άνοιγμα»;

Μετά το 2017 η Λε Πεν έκανε στροφή προς πιο μετριοπαθείς θέσεις στα ταυτοτικά ζητήματα, την ώρα που αρκετοί ψηφοφόροι έκαναν αντίθετη στροφή, γεγονός που σε μεγάλο βαθμό οδήγησε στην υποψηφιότητα Ζεμούρ. Με στρατηγική να καταφέρει να «μη φοβίζει» τους ψηφοφόρους και με στόχο τον δεύτερο γύρο των εκλογών του 2022 εστίασε περισσότερο σε κοινωνικά ζητήματα, όπως αυτά της αγοραστικής δύναμης και της ανεργίας. Ας μην ξεχνάμε πως η Λε Πεν έχει πολύ καλές επιδόσεις στους νέους αλλά και σε ψηφοφόρους με χαμηλά εισοδήματα. Η έλευση του Ζεμούρ στο πολιτικό σκηνικό βοήθησε επίσης στην κανονικοποίησή της, καθώς δεν ήταν πλέον το «άκρο» του πολιτικού συστήματος. Μη έχοντας ενθουσιώδες κοινό αρχικά ώστε να μπορεί να κάνει μεγάλες συγκεντρώσεις και να προκαλέσει την προσοχή των μεγάλων μέσων μαζικής ενημέρωσης, όπως έκανε ο Ζεμούρ, η Λε Πεν αποφάσισε να οδηγηθεί σε τοπικές καμπάνιες. Επί μήνες πήγαινε από χωριό σε χωριό, από μικρή πόλη σε μικρή πόλη συνομιλώντας με τους ψηφοφόρους. Αυτό την βοήθησε να φτιάξει το προφίλ της. Ενδεικτικά να αναφέρω πως 60% θεωρούν πως η Λε Πεν βρίσκεται κοντά στον κόσμο (το ποσοστό αυτό ήταν 39% το 2017). Επίσης, 50% θεωρούν πως μπορεί να σταθεί ως Πρόεδρος (34% το 2017). Η μετατόπιση και το κοινωνικό άνοιγμα που έκανε δηλαδή φαίνεται πως έχει πιάσει, μένει να φανεί εάν μέσω αυτού μπορεί να κάνει την υπέρβαση.

Στο διάστημα μέχρι τον δεύτερο γύρο θεωρείτε ότι θα μετατοπιστεί το επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης, δεδομένου ότι πλέον είναι πιο ξεκάθαρες οι στοχεύσεις ψηφοφόρων;

Η καμπάνια β’ γύρου είναι μια ξεχωριστή καμπάνια, με συγκεκριμένες αφετηρίες για κάθε υποψήφιο και νέες ομάδες ψηφοφόρων ως στόχους. Το γεγονός πως ο Μελανσόν έλαβε 22% καθιστά τους ψηφοφόρους του κλειδί για το αποτέλεσμα του β’ γύρου, οπότε είναι λογικό οι υποψήφιοι να προσπαθήσουν να τους προσεγγίσουν. Η Λε Πεν δεν έχει κανένα λόγο να αλλάξει τον τρόπο μέσω του οποίου θα προσπαθήσει να κάνει την προσέγγιση, καθώς μπορεί να το κάνει με την ίδια τοποθέτηση και τρόπο που προσέγγιζε και τους ψηφοφόρους στον α’ γύρο. Από την άλλη ο Πρόεδρος Μακρόν έχει δύο κινήσεις που μπορεί να κάνει. Η πρώτη είναι το να προσπαθήσει να αλλάξει το πλαίσιο και να αυξήσει τη σημαντικότητα του πολέμου ως κριτηρίου ψήφου, μειώνοντας παράλληλα τη σημαντικότητα της αγοραστικής δύναμης – ουσιαστικά δηλαδή να προσπαθήσει να επιστρέψει το προηγούμενο πλαίσιο. Η δεύτερη, είναι η προσπάθεια αλλαγής των δεδομένων του πλαισίου. Ο Πρόεδρος Μακρόν φαίνεται να προσπαθεί να προσεγγίσει τους ψηφοφόρους μέσα στο πλαίσιο της ακρίβειας, μιλώντας για αύξηση μισθών και πιθανή υπαναχώρηση στο ασφαλιστικό. Το εάν θα πετύχει αυτό με τους ψηφοφόρους Μελανσόν μένει να φανεί. Το σίγουρο είναι πως σε ποσοστά έχει το πάνω χέρι αλλά λειτουργεί μέσα σε πλαίσιο που δεν τον ευνοεί.

Έχει επισημανθεί ότι ο Μελανσόν προέτρεψε μεν σε μη υπερψήφιση της Λε Πεν, αλλά δεν παρακίνησε τους υποστηρικτές του να στηρίξουν τον Μακρόν. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι οι ψηφοφόροι του αναμένεται να καθορίσουν το τελικό αποτέλεσμα, πώς κρίνεται η στάση του ηγέτη της (ριζοσπαστικής) Αριστεράς;

Ο Μελανσόν έκανε μια κίνηση που δεν είχε κάνει το 2017 και η οποία είναι αρκετά πιθανό να αποδειχθεί καθοριστική για το αποτέλεσμα του δευτέρου γύρου. Είναι σαφές πως δεν θα μπορούσε να προτρέψει ψηφοφόρους να ψηφίσουν τον Μακρόν καθώς τους χωρίζει μεγάλο χάσμα σε μια σειρά θεμάτων. Από την άλλη η Λε Πεν είναι μια ανταγωνίστρια, η οποία μέσα σε ένα πλαίσιο όπου κυριαρχεί το θέμα της αγοραστικής δύναμης – και άρα χάνεται η σημαντικότητα των υπολοίπων θεμάτων ως κριτηρίων ψήφου – ουσιαστικά «πουλάει» ένα παρόμοιο με τον Μελανσόν προϊόν σε μια μερίδα του εκλογικού κοινού. Εάν την ψηφίσουν μία φορά ενδεχομένως κάποιοι να μείνουν, κι αυτό δεν το θέλει ο Μελανσόν. Σκεφτείτε το σαν δύο ανταγωνιστικά προϊόντα. Θα ήθελε ο διευθυντής του Α προϊόντος να δοκιμάσουν οι πελάτες του το ανταγωνιστικό προϊόν Β; Αυτή του η κίνηση είναι πολύ σημαντική καθώς η Λε Πεν, ενώ την Κυριακή φαινόταν να λαμβάνει το 30% των ψηφοφόρων του, πλέον λαμβάνει το 18%. Ενώ δηλαδή χρειάζεται να προσεγγίσει ώστε να λάβει περισσότερους για να εκλεγεί Πρόεδρος, λαμβάνει λιγότερους. Μένει να φανεί εάν αυτό θα συνεχιστεί μέχρι τις 24 Απριλίου.

Σε ενδεχόμενη εκλογή Λε Πεν, πόσο εκτιμάτε ότι μπορεί ν’ αλλάξουν τα δεδομένα για την Ελλάδα και την Κύπρο, δεδομένης της συνεργασίας που αναπτύχθηκε σε διακρατικό επίπεδο τα τελευταία χρόνια;

Θεωρώ τον Πρόεδρο Μακρόν την κεφαλή της Ευρώπης. Στην περίπτωση που ηττηθεί η Ευρώπη, θα μείνει ακέφαλη. Σε μια εποχή, μάλιστα, που χρειάζεται η γεωστρατηγική του σκέψη και ο δυναμισμός του. Σε μια εποχή που απαιτείται σταθερότητα και που ο Πρόεδρος Μακρόν προωθεί την εμβάθυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με μια εκλογή Λε Πεν αυτό θα σταματήσει. Όσον αφορά Ελλάδα και Κύπρο, θεωρώ πως ναι μεν τα συμφέροντα των χωρών παραμένουν ίδια ανεξαρτήτως του ποιος εκλέγεται στην ηγεσία της χώρας, η συνεννόηση όμως που έχει σε προσωπικό επίπεδο ο Πρόεδρος Μακρόν με τον Πρωθυπουργό της Ελλάδος και τον Πρόεδρο της Κύπρου θα εκλείψει. Και αυτό ίσως παίξει τον ρόλο του σε μια περίοδο αβεβαιότητας και μεγάλων και συνεχών αλλαγών.

Σημερινή

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις4 λεπτά πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Αναλύσεις34 λεπτά πριν

Ινδικά πολεμικά πλοία στην Κύπρο; Οι πληροφορίες και το νέο αμυντικό σκηνικό

Πληροφορίες για παρεμβάσεις Ισραήλ και Εμιράτων απέναντι στις πιέσεις της Άγκυρας παρουσίασε το «Direct News». Στο επίκεντρο οι συζητήσεις για...

Γενικά θέματα1 ώρα πριν

Θρίλερ στα βάθη της Τουρκίας με 58χρονο Έλληνα μοναχό από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών! Αγνοείται από τον Ιούλιο

Ο 58χρονος μοναχός έφυγε από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών, με προορισμό την Τουρκία, αποφασισμένος να φτάσει στον Πόντο και την...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Καλεντερίδης: Η Ουκρανία στο έλεος του «διακόπτη» – Το μάθημα για την ελληνική άμυνα

Οι περιορισμοί στις δορυφορικές υπηρεσίες, η πίεση του Τραμπ στον Ζελένσκι και η ανάγκη για εγχώρια αμυντική παραγωγή στο επίκεντρο...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Ποιος είναι σκληρότερος; Η Προεκλογική μάχη Νετανιάχου – Άιζενκοτ

Ο Γκάντι Άιζενκοτ, κορυφαίος Ισραηλινός πολιτικός που ελπίζει να ανατρέψει τον Πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου στις εκλογές στα τέλη αυτού του...

Δημοφιλή