Διεθνή
Bloomberg: Ποιες συνέπειες θα είχε ένα ενδεχόμενο κλείσιμο της ”στρόφιγγας” του ρωσικού αερίου στην Ευρώπη
Το γεωπολιτικό ”chicken game” θα μπορούσε να οδηγήσει την Ευρώπη στο να θέσει περιορισμούς στη χρήση ενέργειας για πρώτη φορά μετά το ’70
Η προοπτική να αποκοπεί η Ευρώπη από τις προμήθειες ρωσικού φυσικού αερίου αρχίζει να βρίσκονται πιο κοντά στην πραγματικότητα, αναφέρει δημοσίευμα του πρακτορείου Bloomberg.
Ο χρόνος περνάει στην αντιπαράθεση σχετικά με την απαίτηση του Κρεμλίνου να πληρώνουν οι πελάτες του στην Ευρώπη σε ρούβλια για το ρωσικό αέριο, από το οποίο η περιοχή εξαρτάται για το ένα πέμπτο της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση δήλωσε ότι το ρωσικό διάταγμα παραβιάζει τις κυρώσεις και παραχωρεί περισσότερη εξουσία στη Ρωσία. Πρότεινε μια εναλλακτική λύση που αποφεύγει την πληρωμή σε ρούβλια την Παρασκευή, αλλά εναπόκειται στη Μόσχα να αποφασίσει αν αυτό είναι αποδεκτό. Οι πληρωμές λήγουν τον Μάιο, και τότε θα έρθει η στιγμή της αλήθειας.
Η λύση της ΕΕ περιλαμβάνει μια επιπλέον δικλείδα ασφαλείας όσον αφορά την πληρωμή του ρωσικού αερίου, που αφορά την επιβεβαίωση της ρωσικής πλευράς ότι η πληρωμή ολοκληρώνεται όταν αυτή κατατίθεται σε ευρώ ή δολάρια, καθώς όπως δήλωσε η Κομισιόν η διαδικασία μετατροπής σε ρούβλια μπορεί να ολοκληρωθεί σε ένα απροσδιόριστο χρονικό διάστημα κάτι που θα σημαίνει πως οι εταιρείες χορηγούν ουσιαστικά ένα ”δάνειο” στη Ρωσία.
Αρνούμενοι τους όρους πληρωμής του Ρώσου προέδρου οι Ευρωπαίοι αγοραστές “θα διατρέξουν έναν πολύ πραγματικό κίνδυνο να διακοπεί ο εφοδιασμός τους”, δήλωσε η Katja Yafimava, ανώτερη ερευνήτρια στο Ινστιτούτο Ενεργειακών Μελετών της Οξφόρδης.
Το γεωπολιτικό ”chicken game” θα μπορούσε να οδηγήσει την Ευρώπη στο να θέσει περιορισμούς στη χρήση ενέργειας για πρώτη φορά μετά την πετρελαϊκή κρίση της δεκαετίας του 1970. Ως ο μεγαλύτερος καταναλωτής ρωσικού φυσικού αερίου στην Ευρώπη, η Γερμανία είναι περισσότερο εκτεθειμένη, αλλά οι επιπτώσεις θα μπορούσαν να επεκταθούν σε ολόκληρη την ήπειρο και πέραν αυτής.
Τι θα μπορούσε να συμβεί
Κατάρρευση της αγοράς αερίου
Η ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου θα έβλεπε αμέσως τις επιπτώσεις. οι συναλλαγές βρίσκονται ήδη σε ”έξαρση”, με τις τιμές να είναι πέντε φορές υψηλότερες από την ίδια περίοδο πέρυσι. Αυτό θα μπορούσε να χειροτερέψει.
Σε περίπτωση διαταραχής του εφοδιασμού, τα συμβόλαια θα μπορούσαν να υπερτριπλασιαστούν, ειδικά αν η Ευρώπη εισέλθει στον επόμενο χειμώνα με εξαντλημένα αποθέματα, σύμφωνα με τον Kaushal Ramesh, ανώτερο αναλυτή, φυσικού αερίου και LNG στην Rystad Energy.
Ένα τέτοιο κύμα θα έθετε τις κυβερνήσεις και τις κεντρικές τράπεζες υπό πίεση, καθώς προσπαθούν να ελέγξουν την αλματώδη αύξηση του πληθωρισμού. Ο κίνδυνος είναι να ενταθεί η αυξανόμενη κρίση του κόστους ζωής και να μεταφερθεί σε ευρύτερες αναταραχές και βαθύτερη κρίση.
Αλλαγές στην ενεργειακή πολιτική
Με λιγότερα καύσιμα για τις γεννήτριες φυσικού αερίου, οι κίνδυνοι κυλιόμενων διακοπών ρεύματος θα αυξηθούν. Ενώ οι χώρες θα προσπαθήσουν να στραφούν σε άλλες πηγές, οι επιλογές είναι περιορισμένες.
Η Γαλλία θα σταματούσε τις μεγάλες μονάδες ηλεκτροπαραγωγής με φυσικό αέριο για να εξοικονομήσει το καύσιμο για άλλες ανάγκες, η Ιταλία θα μεγιστοποιούσε την παραγωγή από άνθρακα ή μαζούτ και η Γερμανία έχει συζητήσει την καύση περισσότερου τοπικού λιγνίτη. Οι επιλογές αυτές όμως θα είχαν μεγάλο αντίκτυπο το περιβάλλον.
Το θετικό είναι ότι ο θερμότερος καιρός θα μειώσει την κατανάλωση φυσικού αερίου για θέρμανση, καθυστερώντας τις χειρότερες επιπτώσεις τουλάχιστον μέχρι το φθινόπωρο.
Με την ενίσχυση άλλων πηγών ενέργειας, συμπεριλαμβανομένης της επιταχυνόμενης επέκτασης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η ΕΕ στοχεύει να μειώσει την εξάρτησή της από το φυσικό αέριο της Ρωσίας κατά 2/3 φέτος.
Περιορισμοί στη χρήση αερίου στη Γερμανία
Η Γερμανία έχει ενεργοποιήσει ένα σχέδιο έκτακτης ανάγκης, με μια ομάδα εργασίας να συνεδριάζει καθημερινά για να παρακολουθεί την κατανάλωση και τα αποθέματα αερίου. Η ρυθμιστική αρχή ενέργειας παρακολουθεί τις εταιρείες με βάση τη χρήση τους ώστε να βοηθήσει στον καθορισμό του τρόπου διανομής των προμηθειών.
Οι καταναλωτές θα προστατεύονται όσο το δυνατόν περισσότερο, και αυτό σημαίνει ότι η βιομηχανία θα επωμιστεί το μεγαλύτερο βάρος μιας τέτοιας εξέλιξης. Αυτό είναι ένα μεγάλο ρίσκο για τη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης. Η χώρα εξαρτάται από τη Ρωσία για το 40% των προμηθειών της σε φυσικό αέριο και το καύσιμο είναι ζωτικής σημασίας για τις βιομηχανίες χημικών προϊόντων και μετάλλων.
Παράλληλα, τα όσα παράγει η BASF στο μεγαλύτερο χημικό εργοστάσιο της Ευρώπης χρησιμοποιούνται στην κατασκευή αυτοκινήτων, φαρμάκων και λιπασμάτων και όλες τροφοδοτούνται από αγωγούς γεμάτους με ρωσικό αέριο. Η εταιρεία προειδοποιεί ότι μια ξαφνική διακοπή θα έφερνε σε σοκ πολλές βιομηχανίες και θα προκαλούσε μη αναστρέψιμη ζημιά στη γερμανική ανταγωνιστικότητα.
Οι ανησυχίες επαναλαμβάνονται από εταιρείες όπως η χαλυβουργία Thyssenkrupp, η αυτοκινητοβιομηχανία Volkswagen και η επιχείρηση κοινής ωφέλειας RWE.
“Η διακοπή της προμήθειας φυσικού αερίου μέσω αγωγών αυτή τη στιγμή θα είχε δραματικές συνέπειες”, δήλωσε ο διευθύνων σύμβουλος της RWE Markus Krebber σε ένα αντίγραφο ομιλίας για τη συνέλευση των μετόχων της εταιρείας την επόμενη εβδομάδα. Πολλοί κατασκευαστές “δεν θα μπορούσαν πλέον να λειτουργήσουν τα εργοστάσιά τους”.
Ο καγκελάριος Όλαφ Σολτς δήλωσε ότι η διακοπή της ροής φυσικού αερίου από τη Ρωσία θα προκαλούσε σοβαρή οικονομική κρίση στην Ευρώπη, οδηγώντας στην απώλεια εκατομμυρίων θέσεων εργασίας.
Η ξαφνική διακοπή των παραδόσεων ρωσικού φυσικού αερίου θα μπορούσε να κοστίσει στην οικονομία της Γερμανίας 220 δισ. ευρώ, ή περίπου 6,5% του ετήσιου ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος, σύμφωνα με κοινή πρόβλεψη των κορυφαίων οικονομικών ινστιτούτων της χώρας. Η Bundesbank εκτιμά ότι η παραγωγή θα μπορούσε να συρρικνωθεί σχεδόν 2% φέτος σε περίπτωση εμπάργκο στον ρωσικό άνθρακα, το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο.
Αλλά το think tank DIW με έδρα το Βερολίνο αναφέρει ότι ένας συνδυασμός εξοικονόμησης ενέργειας και βελτιστοποίησης των εναλλακτικών προμηθειών θα μπορούσε να φέρει τη Γερμανία σε θέση να αντισταθμίσει το ρωσικό φυσικό αέριο ήδη από αυτόν τον χειμώνα.
Η κυβέρνηση παρεμβαίνει σε μεγαλύτερο βαθμό στον ενεργειακό τομέα με νέους κανόνες για την αποθήκευση φυσικού αερίου. Σχεδιάζει επίσης να θέσει και μερικές κρίσιμες ενεργειακές υποδομές υπό προσωρινό κρατικό έλεγχο.
Συνέπειες και πέρα από τα ευρωπαϊκά σύνορα
Αναδυόμενες οικονομίες θα συναντήσουν μεγαλύτερες δυσκολίες στην αναζήτησ προμηθειών ενέργειας, ιδίως για υγροποιημένο φυσικό αέριο, καθώς θα δυσκολευτούν να ανταγωνιστούν την Ευρώπη, η οποία αντλεί ήδη το μεγαλύτερο μέρος της εφεδρικής προσφοράς υγροποιημένου φυσικού αερίου από τις ΗΠΑ και άλλους κοντινούς εξαγωγείς. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να διατηρεί τις τιμές spot του LNG πολύ πάνω από το κανονικό για αυτήν την εποχή.\
Το Πακιστάν, για παράδειγμα, υποφέρει από διακοπές ρεύματος, εν μέρει λόγω των ευρωπαϊκών χωρών που κάνουν καλύτερες προσφορές για φορτία LNG, από την ασιατική χώρα που αντιμετωπίζει σημαντικά οικονομικά προβλήματα.
Η Αργεντινή εξαρτάται επίσης από το LNG και αναγκάστηκε να δαπανήσει εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια για να εξασφαλίσει παραδόσεις για τον επερχόμενο χειμώνα στο νότιο ημισφαίριο.
”Διπλή μπλόφα”
Όπως σε κάθε chicken game, υπάρχει η πιθανότητα η μία ή και οι δύο πλευρές να απομακρυνθούν από το χείλος του γκρεμού. Ενώ η Ευρώπη χρειάζεται το φυσικό αέριο, η ήπειρος παραμένει η μόνη δυνητική αγορά βραχυπρόθεσμα για τα ρωσικά κοιτάσματα.
Το κλείσιμο της ”στρόφιγγας” τώρα μπορεί να κλείσει οριστικά την πόρτα στις εισαγωγές ρωσικής ενέργειας δίνοντας τέλος σε μια βασική πηγή εσόδων για τη Ρωσία. Η Γερμανία, η οποία έχει επικριθεί για τη συγκρατημένη υποστήριξή της προς την Ουκρανία, θα αντιμετωπίσει νέες πιέσεις για να σταθεί πιο δυναμικά απέναντι στον Πούτιν.
Bloomberg, capital.gr
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας






