Διεθνή
Ποιο θα είναι το αποτέλεσμα για την Ευρώπη από το “διαζύγιο” με τη ρωσική ενέργεια
Η εκτίναξη των τιμών της ενέργειας μπορεί να επιταχύνει τη μετάβαση της ηπείρου σε ένα “πράσινο” ενεργειακό μέλλον.
Γράφει ο James Henderson
![]()
Η Ευρώπη επί δεκαετίες επωφελήθηκε από το σχετικά φθηνό ρωσικό φυσικό αέριο. Αλλά, παρ’ όλη την τρέχουσα συζήτηση για διαφοροποίηση από τη ρωσική εξάρτηση, είναι αληθές πως δεν θα είναι εύκολο να βρεθούν εναλλακτικές λύσεις. Θα χρειαστούν χρόνια.
Η ήπειρος εισάγει περίπου το 40% του φυσικού αερίου της από τη Ρωσία. Πρόκειται για τεράστιο ποσοστό. Το υγροποιημένο φυσικό αέριο από την παγκόσμια αγορά θα αποτελέσει το κύριο υποκατάστατο, αλλά ο ανταγωνισμός θα είναι έντονος και οι τιμές πιθανότατα θα αυξηθούν και θα παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα. Οι καταναλωτές θα επωμιστούν το βάρος. Αλλά, ακόμη κι αν πρέπει να καταβληθεί ένα επιπλέον ποσό για την ενεργειακή ασφάλεια, ένα πρόσθετο όφελος αυτής της διαδικασίας θα μπορούσε να είναι η ταχεία μετάβαση σε καθαρότερα καύσιμα.
Η δεσπόζουσα θέση που κατέχει η Gazprom, ο κρατικός ρωσικός ενεργειακός κολοσσός, ως ο βασικός προμηθευτής φυσικού αερίου της περιοχής, προκαλούσε προβλήματα πριν ακόμη η Ρωσία εισβάλει στην Ουκρανία. Η απόφαση της εταιρείας να σταματήσει την προσφορά φυσικού αερίου στη spot αγορά -η οποία αφορά εφάπαξ συμφωνίες και όχι σε προθεσμιακές συμβάσεις- κατά το τέταρτο τρίμηνο του προηγούμενου έτους συνέβαλε στην ταχεία άνοδο των τιμών. Τώρα, η απαίτηση της Ρωσίας οι πελάτες να πληρώνουν για το φυσικό αέριο που προμηθεύονται σε ρούβλια, ενέχει τον κίνδυνο διακοπής της παροχής αερίου σε κάποιους εξ αυτών ήδη από τον Μάιο, καθώς ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες διστάζουν να συμφωνήσουν σε αυτήν τη μονομερή αλλαγή των όρων στις συμβάσεις τους.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θέλει να μειώσει τις εισαγωγές από τη Ρωσία κατά τα 2/3 εντός του 2022 στρεφόμενη σε εναλλακτικές πηγές και μειώνοντας συνολικά τη ζήτηση για φυσικό αέριο. Αλλά ακόμη και μια γρήγορη ανάλυση αυτής της απόφασης αποκαλύπτει ότι ο βραχυπρόθεσμος αντίκτυπος θα είναι οδυνηρός – για τους καταναλωτές, όχι μόνο στην Ευρώπη αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο.
Ορισμένοι Ευρωπαίοι πολιτικοί υποστηρίζουν ότι αυτό είναι το τίμημα που πρέπει να πληρώσουν για τη διασφάλιση των αξιών της Ευρώπης απέναντι στη ρωσική επιθετικότητα. Αλλά η ουσία είναι ότι ένα πλήρες εμπάργκο στο ρωσικό φυσικό αέριο θα προκαλούσε σοβαρές οικονομικές δυσχέρειες σε πολλές χώρες της ηπείρου. Διότι απλώς δεν υπάρχει διαθέσιμη αρκετή εναλλακτική ποσότητα φυσικού αερίου.
Ωστόσο, το σχέδιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι φιλόδοξο• επιδιώκει να μειώσει την ποσότητα φυσικού αερίου που εισάγει η Ευρώπη από τη Ρωσία κατά περισσότερο από 100 δισ. κυβικά μέτρα φέτος, από τα 155 δισ. κυβικά μέτρα που εισήγατε το προηγούμενο έτος. Ακόμη κι έτσι, οι χώρες της Ε.Ε. θα πρέπει να ξεπεράσουν τους ενδοιασμούς τους και να αγοράσουν από τη Ρωσία σχεδόν το 1/3 της ποσότητας που εισάγουν επί του παρόντος, προκειμένου να κρατήσουν σε λειτουργία τους τομείς της βιομηχανίας και της ενέργειας.
Πώς θα μπορούσε να επιτευχθεί αυτή η μείωση;
Από πλευράς προμηθειών, κύριος στόχος της Επιτροπής είναι να διασφαλίσει επιπλέον 50 δισ. κυβικά μέτρα υγροποιημένου φυσικού αερίου. Πρόκειται για δύσκολο εγχείρημα. Με την υλοποίηση νέων έργων και με την επιστροφή στην αγορά προμηθειών που διαταράχθηκαν λόγω προβλημάτων στην παραγωγή και τεχνικών θεμάτων το 2021, μια ποσότητα επιπλέον 40 δισ. κυβικών μέτρων θα μπορούσε να διατεθεί στην παγκόσμια αγορά, αλλά η Ευρώπη σίγουρα δεν θα είναι ο μόνος δυνητικός αγοραστής. Λόγω της αυξανόμενης ζήτησης από την Ασία, η Ανατολή θα συνεχίσει να απορροφά υγροποιημένο φυσικό αέριο, που σημαίνει ότι η διαθέσιμη ποσότητα για την Ευρώπη θα είναι ίσως μόνο 30 δισ. κυβικά μέτρα. Προκειμένου να διασφαλίσει τα υπόλοιπα 20 δισ. κυβικά μέτρα φυσικού αερίου, η Ευρώπη θα χρειαστεί να διαγκωνιστεί με άλλες χώρες, κι αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα δύο πράγματα – πρώτον υψηλότερες τιμές αγοράς και δεύτερον την αναγκαστική στροφή ορισμένων χωρών σε πιο “βρώμικα” καύσιμα, όπως ο άνθρακας.
Η Ευρώπη ελπίζει, επίσης, να προμηθευτεί 10 δισ. κυβικά μέτρα φυσικού αερίου μέσω χωρών όπως η Νορβηγία, η Αλγερία και το Αζερμπαϊτζάν. Κάτι τέτοιο είναι δυνητικά εφικτό εάν αναβληθεί η συντήρηση υποδομών ορισμένων κοιτασμάτων και μεγιστοποιηθεί η παραγωγή, αλλά θα είναι μια βραχυπρόθεσμη λύση. Κάποια στιγμή οι υποδομές των κοιτασμάτων θα πρέπει να συντηρηθούν ή οι αγωγοί φυσικού αερίου θα φτάσουν το 100% της δυναμικότητάς τους, ή και τα δύο. Επιπλέον, η αύξηση της προσφοράς υγροποιημένου φυσικού αερίου το 2022 αναμένεται να επιβραδυνθεί την επόμενη διετία. Παρότι υπάρχουν υποσχέσεις για την αξιοποίηση νέων πηγών, τέτοιου είδους έργα, κόστους πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων, χρειάζονται χρόνια μέχρι να ολοκληρωθούν. Το 2023 και το 2024, λοιπόν, ενδεχομένως να είναι εξίσου δύσκολα, αν όχι περισσότερο, για την αγορά προμηθειών φυσικού αερίου από ό,τι το 2022.
Ως αποτέλεσμα, η Ευρώπη θα μπορέσει να αναπληρώσει μόνο περίπου το ήμισυ των ρωσικών εισαγωγών από μη ρωσικές πηγές, επομένως θα πρέπει να μειωθεί και η κατανάλωση φυσικού αερίου.
Η στρατηγική της Ε.Ε. προβλέπει τη μείωση της κατανάλωσης φυσικού αερίου κατά 38 δισ. κυβικά μέτρα, ή περίπου κατά 9%, εντός του τρέχοντος έτους. Το πώς θα επιτευχθεί αυτός ο στόχος θα μπορούσε να έχει σημαντικές μακροπρόθεσμες επιπτώσεις για την Ένωση. Η Ένωση θέλει να διαδραματίσουν καταλυτικό ρόλο σε αυτήν τη μείωση οι προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας, οι οποίοι θα επιχειρήσουν να μειώσουν τη χρήση φυσικού αερίου κατά 20 δισ. κυβικά μέτρα αυξάνοντας την αιολική και ηλιακή παραγωγική τους δυναμικότητα. Η αύξηση της χρήσης λιγνίτη μπορεί επίσης να απαιτηθεί βραχυπρόθεσμα, κάτι που ήδη γίνεται σε ορισμένες χώρες, αλλά η αυξημένη εστίαση στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειες θα μπορούσε να επιταχύνει τη στροφή της περιοχής σε πιο “καθαρές” πηγές ενέργειας έως το 2030.
Ορισμένες χώρες επανεξετάζουν, επίσης, την πολιτική τους όσον αφορά την πυρηνική ενέργεια, την οποία απέφευγαν πολλές ευρωπαϊκές χώρες μετά την καταστροφή στη Φουκουσίμα της Ιαπωνίας το 2011. Κάτι τέτοιο όχι μόνο θα ενίσχυε τις προσπάθειες της Ευρώπης να επιτύχει ενεργειακή ανεξαρτησία, αλλά θα μείωνε επίσης τις εκπομπές ρύπων ώστε να επιτευχθεί ο στόχος μηδενικών εκπομπών έως το 2050.
Οι καταναλωτές, επίσης, ενθαρρύνονται να χρησιμοποιούν πιο αποτελεσματικά την ενέργεια. Η μείωση των θερμοστατών ανά την Ευρώπη κατά 1 βαθμό θα μπορούσε να εξοικονομήσει περίπου 10 δισ. κυβικά μέτρα φυσικού αερίου, σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, αν και η επίτευξη του στόχου αυτού θα εξαρτηθεί και από το πόσο βαρύς θα είναι ο επόμενος χειμώνας. Η αύξηση δε της χρήσης φωτοβολταϊκών στις ταράτσες και η εγκατάσταση αντλιών θερμότητας στις κατοικίες μπορούν να εξοικονομήσουν επιπλέον 4 δισ. κυβικά μέτρα φυσικού αερίου, αν και οι κυβερνήσεις της Ε.Ε. θα πρέπει να παράσχουν κίνητρα για να συμβεί κάτι τέτοιο.
Η Ε.Ε. θα επιδιώξει επίσης να αυξήσει την παραγωγή βιομεθανίου -ήτοι φυσικού αερίου που παράγεται από απόβλητα- κατά 3,5 δισ. κυβικά μέτρα, που ισοδυναμεί με αύξηση της τάξης του 120% σε σύγκριση με το 2021. Ο στόχος αυτός θα είναι δύσκολο να επιτευχθεί, αλλά οι ιδιαίτερα υψηλές τιμές του φυσικού αερίου θα συμβάλλουν τουλάχιστον στην ενθάρρυνση επενδύσεων σε αυτήν την πιο ακριβή μεν, αλλά πιο πράσινη, εναλλακτική.
Ως εκ τούτου, αν και πιθανόν το πλήγμα για την Ευρώπη, κατά τη διαδικασία έκδοσης του διαζυγίου της με τη Ρωσία και της απεξάρτησής της από το ρωσικό φυσικό αέριο, βραχυπρόθεσμα θα είναι οδυνηρό, η στρατηγική της Ε.Ε. μπορεί μακροπρόθεσμα να είναι επωφελής.
Από ηθικής πλευράς, η Ευρώπη θα υπερασπιστεί τις αξίες της και θα επιδείξει την ισχύ της απέναντι στη ρωσική επιθετικότητα. Επίσης, η έμφαση στη μείωση της ζήτησης φυσικού αερίου και η ταχύτερη στροφή στην πράσινη ενέργεια θα βοηθήσει την Ευρώπη να μειώσει τις εκπομπές αερίου του θερμοκηπίου, κάτι που καθίσταται όλο και πιο επιτακτικό καθώς η θερμοκρασία του πλανήτη συνεχίζει να ανεβαίνει.
* Ο Τζέιμς Χέντερσον είναι πρόεδρος του προγράμματος φυσικού αερίου και διευθυντής της ερευνητικής πρωτοβουλίας για την ενεργειακή μετάβαση στο Ινστιτούτο Ενεργειακών Μελετών της Οξφόρδης. Είναι επίσης επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Masaryk της Τσεχίας και στο College of Europe της Βαρσοβίας.
© 2022 Διατίθεται από το “The New York Times Licensing Group”
capital.gr
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

