Διεθνή
Πώς ενισχύει τη “Γαλάζια Πατρίδα” η Τουρκία
Η Τουρκία έδεσε Τύμπου και Πενταδάκτυλο στο άρμα της Γαλάζιας Πατρίδας και… ναρκοθετεί τα ΜΟΕ
γράφει ο Γιάννος Χαραλαμπίδης*
-Πώς η Άγκυρα στήνει δίκτυο αεροναυτικού ελέγχου από τη Μαρμαρίδα ώς την Αλεξανδρέττα και θερμό καλοκαίρι στο Αιγαίο και το Κρητικό Πέλαγος
-Ο Ερντογάν γαβγίζει στο Αιγαίο γνωρίζοντας ότι η αχίλλειος πτέρνα της Ελλάδας βρίσκεται στην Κύπρο, και ενώ η Τουρκία ετοιμάζει νέες εισβολές σε Συρία και Β. Ιράκ, η Λευκωσία την χαϊδεύει με ΜΟΕ
-Πώς τα ΜΟΕ μπορούν να περάσουν από τη σφαίρα της ουτοπίας σ’ εκείνην του ρεαλισμού
-Η σημασία του τουρκικού συστήματος ασφάλειας δημιουργεί συνθήκες παζαριών με τις ΗΠΑ
-Τα νομικά και στρατηγικά ζητήματα που προκύπτουν για Τύμπου και Αμμόχωστο
Δίκτυο ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας και ασφάλειας, ενταγμένο στη στρατηγική της Γαλάζιας Πατρίδας με πυλώνες την Τύμπου και τον Πενταδάκτυλο, έχει στήσει η Τουρκία. Αυτή η στρατηγική πραγματικότητα περιορίζει τις πιθανότητες αποδοχής των ΜΟΕ, που εισηγείται η Κυβέρνηση, εκτός και αν γίνει δεκτή η νομιμοποίηση του ψευδοκράτους και του συστήματος ασφάλεια της Άγκυρας, η οποία κλιμακώνει την επιθετική της ρητορική σε βάρος της Ελλάδας, γνωρίζοντας ότι μια κρίση στο Αιγαίο έχει ως αχίλλειο πτέρνα την Κύπρο.
Την ίδια στιγμή -την περασμένη Πέμπτη- το Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας της Τουρκίας, αποφάσισε ότι:
1.Θα εισβάλει στη Συρία και στο Β. Ιράκ, χωρίς αυτό να σημαίνει, κατά τον τουρκικό ισχυρισμό, ότι συνιστά παραβίαση κυριαρχικών δικαιωμάτων, αλλά, όπως τονίζει, ζήτημα ασφάλειας για την ίδια. Κάτι, δηλαδή, ανάλογο που λέει η Ρωσία.
2.Δεν θα «χαριστεί στην Ελλάδα» και δεν θα δεχθεί τη συνέχιση της στρατιωτικοποίησης των νησιών, που αποτελεί, κατά τη θέση της Άγκυρας, παραβίαση των Συνθηκών του ’31 (Λωζάννη) και του ’47.
3.Τα όσα η Αθήνα δηλώνει περί τουρκικού επεκτατισμού είναι ανυπόστατα. Και αντί να απαντήσουν η Ελλάδα (ως εγγυήτρια δύναμη) και η Κύπρος (ως το θύμα) από κοινού για τη συνεχή κατοχή του εδάφους της ως τρανού δείγματος επεκτατισμού, η Λευκωσία επιμένει σε ΜΟΕ… Στην Αθήνα υποστηρίζουν ότι θα έχουμε θερμό καλοκαίρι. Για άλλη μια φορά, αφού η Τουρκία αμφισβητεί νησιά και οι φόβοι που εκφράζονται είναι ότι ενδέχεται να κατεβάσει τρυπάνι στα ανοικτά της Γαύδου ή σε κάποιο σημείου όπου, κατά την άποψη της Άγκυρας, ισχύει το τουρκολιβυκό μνημόνιο.
Τα ραντάρ του Πενταδακτύλου…
Επί τη βάσει στοιχείων, η οροσειρά του Πενταδακτύλου με προέκταση προς την Καρπασία αποτελεί περιοχή, επί της οποίας είναι εγκατεστημένες τουρκικές κεραίες και ραντάρ, που δίνουν εικόνα και έλεγχο στη θάλασσα και στον αέρα στην Ανατολική Μεσόγειο, με στόχο τον πλήρη έλεγχο της κατάστασης σε μια προσπάθεια κυριαρχίας της Τουρκίας, ώστε να αυξήσει τη γεωπολιτική της σημασία εντός και εκτός ΝΑΤΟ και ειδικότερα σε ό,τι αφορά τις σχέσεις της με τις ΗΠΑ. Και συμβαίνει αυτό σε μια περίοδο δομικών αλλαγών στα θέματα της ασφάλειας. Το τουρκικό δίκτυο ξεκινά από το Αιγαίο και επεκτείνεται στην Κύπρο. Και περιλαμβάνει μεταξύ άλλων: 1. Δέκτες παράκτιας επιτήρησης και ναυσιπλοΐας. 2. Ηλεκτρονικά ραδιοβοηθήματα. 3. Συστήματα ζεύξης με δορυφόρο. 4. Ραντάρ επιτήρησης εναέριου χώρου.
Με τα μέσα αυτά, καθώς και με άλλα, όπως τα drones, υπάρχει συλλογή πληροφοριών και εικόνα αεροναυτικού ενδιαφέροντος και έγκαιρης προειδοποίησης σε καθημερινή βάση. Το σύνολο των πληροφοριών φτάνουν στο Κέντρο Διοίκησης των κατεχομένων και από εκεί στο Κέντρο Διοίκησης στην Τουρκία, που έχει τον πρώτο και τελευταίο λόγο ως προς την επεξεργασία, αξιολόγηση και τρόπο ενέργειας, αναλόγως της περίπτωσης.
Η στρατηγική σημασία της Τύμπου…
Η Τύμπου έχει τον δικό της ρόλο ειδικώς μετά τον εκσυγχρονισμό των υποδομών τα τελευταία επτά χρόνια. Στις εκσυγχρονισμένες υποδομές περιλαμβάνονται υπόστεγα συντήρησης και τεχνικής υποστήριξης, καθώς και η επέκταση του διαύλου και άλλων εγκαταστάσεων για την υποδοχή μεγαλύτερων αεροσκαφών, μεταξύ αυτών και στρατιωτικών, τα οποία επί σειρά ετών καταφθάνουν τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα για ανεφοδιασμό του κατοχικού στρατού. Η Τύμπου χαρακτηρίζεται ως μια από τις προβολές της πολιτικής και στρατιωτικής ισχύος της Άγκυρας στην Κύπρο και ευρύτερα και δη εντός του κυπριακού FIR, του οποίου ελέγχει, παρανόμως, ποσοστό της τάξης του 31,86%. Η Τουρκία έχει προσφέρει τμήμα του δικού της FIR για να ενισχύσει το ψευδοκράτος, ενώ στο 31,86% του κυπριακού FIR η Τουρκία προσθέτει το 15% περίπου του ελληνικού FIR που θέτει υπό αμφισβήτηση. Μπορεί μεν το ψευδοκράτος να ισχυρίζεται ότι έχει δικό του Κέντρο Εναέριας Κυκλοφορίας, αλλά τελεί υπό τον έλεγχο της Άγκυρας, η οποία στη στρατηγική λογική της Γαλάζιας Πατρίδας μετατρέπει την περιοχή από τη Μαρμαρίδα ώς την Αλεξανδρέττα σε τουρκική λίμνη, έχοντας ταυτοχρόνως δημιουργήσει στην ίδια περιοχή έναν δικό της εναέριο χώρο, στον οποίο κυριαρχεί:
Α) Πολιτικά διά της Τύμπου και των δικών της αεροδρομίων και μέσων υποστήριξης και δράσης.
Β) Στρατιωτικά και στρατηγικά με την αεροπορία της και τα drones, καθώς και με την εκμετάλλευση σημαντικών περιοχών όπως ο Πενταδάκτυλος, αλλά και στρατηγικών σημείων επί του εδάφους της, όπως το Ικόνιο και τα τουρκικά παράλια, όπου έχει εγκατεστημένα ραντάρ, κεραίες και άλλα μέσα συλλογής και επεξεργασίας πληροφοριών, αναγκαία για την ίδια και τους συμμάχους της. Τώρα άρχισε νέα διαδικασία για την εγκατάσταση ραντάρ και ναυτικής βάσης στην Καρπασία, που θα βρίσκονται σε συντονισμό με τα ανάλογα συστήματα που είναι εγκατεστημένα προς τα σύνορα της Τουρκίας με τη Συρία.
ΜΟΕ, αποδοχή και αναγνώριση
Η πρόταση για τα ΜΟΕ εγείρει τα εξής ζητήματα:
Πόσα FIR και Κέντρα εναερίου κυκλοφορίας θα υπάρχουν; Θα δεχθεί το ψευδοκράτος, δηλαδή η Τουρκία, να υπαχθεί κάτω από την Κυπριακή Δημοκρατία, που είναι το αναγνωρισμένο διεθνώς κράτος; Εάν όχι, τότε τι θα συμβεί; Θα γίνει μήπως συνεργασία μέσω τρίτων, όπως είναι τα Ην. Έθνη και ο ICAO, μεταξύ του νόμιμου και του παράνομου κέντρου εναέριας κυκλοφορίας; Εάν συμβεί αυτό το δεύτερο σενάριο, σημαίνει ότι αποδεχόμαστε το ψευδοκράτος είτε άμεσα είτε μέσω τρίτων, δηλαδή του ΟΗΕ και του ICAO. Όταν αναφερόμαστε σε αποδοχή εννοούμε τη νομική αρχή του διεθνούς δικαίου, δηλαδή του acknowledgement, που είναι το προηγούμενο στάδιο της πλήρους αναγνώρισης.
Στα ανωτέρω μπορούν να προστεθούν τα εξής:
Πρώτον, η διαδικασία αυτή παραπέμπει στη λογική της εν δυνάμει λύσης, την οποία εισήγαγε στο Κυπριακό το 1997 ο μ. Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ. Η διαδικασία αυτή λέει ότι εφόσον έχει γίνει δεκτή ως αρχή της διευθέτησης του προβλήματος ότι ο βορράς θα είναι εσαεί τουρκικός και ο νότος ελληνικός, οι δύο πλευρές θα πρέπει να προχωρούν σε δράσεις και πράξεις αμοιβαίας αποδοχής της μίας από την άλλη, για να προκύψει η τελική πολιτειακή μορφή της ομοσπονδίας, συνομοσπονδιακού χαρακτήρα, επί τη βάσει της πολιτικής ισότητας των δυο ισότιμων συνιστώντων κρατών. Είναι, με άλλα λόγια, μια φόρμουλα νομιμοποίησης των διχοτομικών τετελεσμένων της εισβολής και του ψευδοκράτους.
Αυτήν τη στιγμή η Κυβέρνηση προβάλλει την Τύμπου και την επιστροφή της περίκλειστης πόλης της Αμμοχώστου και το άνοιγμα του λιμανιού της ως εργαλεία μιας τέτοιας διχοτομικής διαδικασίας. Επί του θέματος της Αμμοχώστου προβάλλουν τα εξής ερωτήματα:
α) Θα δεχθεί η τουρκική πλευρά όπως δοθεί εξουσιοδότηση από την Κυπριακή Δημοκρατία στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για το άνοιγμα και τη λειτουργία του λιμανιού; Εάν όχι, ποιο θα είναι το νομικό καθεστώς λειτουργίας; Η Επιτροπή δεν έχει δικαιοδοσία να ενεργεί ως κράτος και δη επί εδάφους κράτους μέλους όπως η Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία εντάχθηκε στο σύνολό της στην ΕΕ με αναστολή, όπως το Πρωτόκολλο 10 καθορίζει, του κεκτημένου στο βορρά λόγω της κατοχής. Επειδή, λόγω της κατοχής, η Κυπριακή Δημοκρατία δεν ασκεί επαρκή εξουσία στον βορρά και επειδή δεν αναγνωρίζεται το ψευδοκράτος, το κεκτημένο δεν μπορεί να εφαρμοστεί στα κατεχόμενα. Για να εφαρμοστεί το κεκτημένο στον βορρά, χρειάζεται ομοφωνία στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, άρα απαιτείται η σύμφωνη γνώμη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Πώς θα δεχθεί κάτι τέτοιο η Τουρκία; Εκτός και αν ταυτοχρόνως γίνει αποδοχή του ψευδοκράτους από την κυπριακή Κυβέρνηση.
β) Τι θα συμβεί με το νομικό καθεστώς της περίκλειστης πόλης; Ποιο δίκαιο θα εφαρμόζεται για διάφορα προβλήματα που θα προκύπτουν; Αυτό της Κυπριακής Δημοκρατίας; Θα το δεχθεί η Άγκυρα και το ψευδοκράτος ή θα αποδεχθούμε εμείς με τον έναν ή τον άλλο τρόπο να εφαρμόζεται το δίκαιο του ψευδοκράτους; Ούτως ή άλλως, εάν γίνει δεκτή η εφαρμογή του δικαίου του ψευδοκράτους, τότε η Κυπριακή Δημοκρατία προχωρεί σε αναγνώριση χωριστής οντότητας.
Δεύτερο, γίνεται λόγος όπως το αεροδρόμιο της Τύμπου τεθεί υπό τη διοίκηση του ΟΗΕ, όπως και η περίκλειστη πόλη της Αμμοχώστου. Ο ΟΗΕ δεν είναι κράτος και δεν μπορεί να έχει κυριαρχικά και άλλα δικαιώματα. Ένα αναγνωρισμένο διεθνώς κράτος μπορεί να προχωρήσει στην απόφαση να επιτρέψει σε τεχνοκράτες του ΟΗΕ να ασκούν καθήκοντα κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες και εντολές με την εμπλοκή του Σ. Ασφαλείας. Όμως, ποιο δίκαιο θα ισχύει στο αεροδρόμιο της Τύμπου; Της Κυπριακής Δημοκρατίας ή του ψευδοκράτους; Ή μήπως θα κηρυχθεί, όπως και η Αμμόχωστος, ως περιοχές χωρίς κυριαρχία; Εάν συμβεί οτιδήποτε, ποιο θα είναι το υποκείμενο διεθνούς δικαίου με δικαιώματα και υποχρεώσεις; Τα τονίζουμε αυτά, διότι εγείρεται ακόμη ένα ζήτημα:
Η λειτουργία ενός αεροδρομίου δεν συνδέεται μόνο με το FIR αλλά και με τα κυριαρχικά δικαιώματα ενός κράτους εντός του εναέριού του χώρου. Στο βόρειο τμήμα της Κύπρου, που σήμερα είναι κατεχόμενο, ποιος θα ασκεί κυριαρχία στον αέρα εντός και εκτός της λειτουργίας του αεροδρομίου; Η Κυπριακή Δημοκρατία, το ψευδοκράτος, ή από κοινού, οπότε θα προχωρήσουμε σε αποδοχή του και μορφή αναγνώρισης; Ο ΟΗΕ πάντως δεν μπορεί να ασκεί κυριαρχία, η οποία, με βάση τη δική του Χάρτα, ασκείται μόνο από κράτη και δη εκείνα από τα οποία αποτελείται. Το ψευδοκράτος δεν μπορεί να αναγνωριστεί ειδικώς λόγω των ψηφισμάτων 541 και 550 του Συμβουλίου Ασφαλείας. Πώς θα λειτουργήσει μια τέτοια φόρμουλα ΜΟΕ στην Τύμπου χωρίς τη διάβρωση του περιεχομένου των ψηφισμάτων αυτών, που οδηγεί σε αλλαγή της βάσης των συνομιλιών;
Διαβάζοντας την Τουρκία…
Υπό αυτές τις συνθήκες, εγείρεται το εξής ερώτημα:
Εφόσον μπορούν να υπάρξουν οφέλη για την Τουρκία και το ψευδοκράτος, γιατί να μη συζητήσει επί των ΜΟΕ; Δεν το πράττει επί του παρόντος διότι:
-Την ομοσπονδία συνομοσπονδιακού χαρακτήρα την έχει κατοχυρώσει μέσω του Κραν Μοντανά, το οποίο -με ό,τι αυτό περιλαμβάνει – η κυπριακή Κυβέρνηση θέτει ως νέα αφετηρία για τη λύση. Συνεπώς, θεωρεί ότι για να υπεισέλθει σε μια νέα διαδικασία θα πρέπει να πάρει μέσω των ΜΟΕ κάτι περισσότερο από αυτό που έχει κατοχυρώσει στο Κραν Μοντανά. Και αυτό το κάτι παραπάνω είναι η ισότιμη κυριαρχία ως συνέχεια και ερμηνεία της πολιτικής ισότητας, την οποία αποδέχεται η Λευκωσία. Συνεπώς, δεν ικανοποιείται με τη λογική της αποδοχής, δηλαδή του acknowledgment, αλλά θέλει βήματα αναγνώρισης.
-Η Τουρκία, που έχει τον πρώτο λόγο ένεκα ισχύος, είτε νόμιμα είτε παράνομα, ελέγχει και τον αέρα και τη θάλασσα και την ξηρά. Στον αέρα χρησιμοποιεί την Τύμπου σε συνδυασμό με τα επί του δικού της εδάφους αεροδρόμια και την πολεμική της μηχανή. Οποιαδήποτε κίνηση της Άγκυρας θα πρέπει να της προσφέρει τη νομική νομιμοποίηση της Γαλάζιας Πατρίδας και τίποτε άλλο, αλλιώς γιατί να εμπλακεί σε μια διαδικασία από την οποία δεν θα έχει όφελος. Θεωρεί ότι τα κατεχόμενα τής ανήκουν, καθώς και ότι ούτε η Ελλάδα ούτε η Κύπρος μπορούν να της τα πάρουν. Άρα μόνο εάν τα ΜΟΕ νομιμοποιούν το τουρκικό σύστημα ασφάλειας στην περιοχή μας, που συνιστά τμήμα της Γαλάζιας Πατρίδας, δηλαδή του Νεο-Οθωμανισμού, θα ήταν δυνατό να γίνουν -δηλαδή τα ΜΟΕ- δεκτά από την Άγκυρα. Διότι μια τέτοια εξέλιξη θα έδινε ώθηση στον Ερντογάν ενόψει των εκλογών του 2023. Αλλιώς, γιατί να προχωρήσει σε κινήσεις που θα δώσουν λαβές στου Κεμαλιστές και σε άλλους αντιπάλους του, οι οποίοι είναι εξίσου ακραίοι στο Κυπριακό, να τον στήσουν στον τοίχο.
Για να περάσουν τα ΜΟΕ από τη σφαίρα της ουτοπίας σε αυτήν του ρεαλισμού πρέπει να εξυπηρετούν την τουρκική στρατηγική της Γαλάζιας Πατρίδας και ειδικότερα το σύστημα ασφάλειας της Άγκυρας στην Ανατολική Μεσόγειο, σε μια εποχή που είναι σε εξέλιξη μια νέα επί του θέματος αρχιτεκτονική.
Κλιμάκωση έντασης
Όσο υπάρχει ένα συντριπτικό ανισοζύγιο δυνάμεων υπέρ της Τουρκίας, χωρίς συμμαχίες και αξιόπιστη αποτροπή, είτε οδηγούμαστε σε αδιέξοδο είτε στις τουρκικές θέσεις. Αυτό διδάσκει και στη θεωρία και στην πράξη ο ρεαλισμός. Λέγονται αυτά διότι είναι συναφή και με τη ρητορική κλιμάκωσης της έντασης από τον Ερντογάν στο Αιγαίο. Επί τούτου επισημαίνουμε τα ακόλουθα:
1.Είναι ενοχλημένος ο Τούρκος Πρόεδρος από τον Έλληνα Πρωθυπουργό λόγω της αγοράς των «Ραφάλ» και άλλων εξοπλιστικών συστημάτων στη θάλασσα, που ενισχύουν την ελληνική αποτροπή. Φωνασκεί όμως ο Ερντογάν διότι διαβάζει την πολιτική των ΗΠΑ, που θέλει να τον τραβήξει από τις αγκαλιές της Μόσχας. Συνεπώς, ο Τούρκος Πρόεδρος εμφανίζεται αδικημένος για να μπορεί να αυξήσει τη διαπραγματευτική του θέση διά της ταυτόχρονης χρήσης του βέτο επί της ένταξης της Φινλανδίας και της Σουηδίας. Ο τουρκικός στρατός είναι ο μεγαλύτερος μετά από εκείνον των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ και μετά τις εξελίξεις στην Ουκρανία η Τουρκία συνιστά τη χώρα εκείνη επί της οποίας μπορεί να οικοδομηθεί ανάσχεση στη Μαύρη Θάλασσα, αλλά και στη Συρία. Γι’ αυτό οι ΗΠΑ στις ανακοινώσεις τους τηρούν ίσες αποστάσεις.
2.Τόσο η Άγκυρα όσο και η Αθήνα γνωρίζουν ότι, ακόμη και αν η κρίση είναι στο Αιγαίο, η αχίλλειος πτέρνα της Ελλάδας βρίσκεται στην Κύπρο. Και δη στο έδαφος. Άρα όταν απειλεί ο Ερντογάν στο Αιγαίο γνωρίζει ότι εάν πάει κάτι στραβά εκεί, θα έχει την πολυτέλεια του εκβιασμού στην Κύπρο, όπου ο τουρκικός στρατός είναι αυτάρκης και μπορεί να δρα χωρίς πρόσθετες ενισχύσεις από την Τουρκία, πλην της αεροπορίας. Και σε αυτήν, όμως, την περίπτωση διαθέτει το πλεονέκτημα της εγγύτητας.
Ασφάλεια και “déjà vu”…
Τα ΜΟΕ λοιπόν αποτυπώνουν την επί μακρόν ουτοπική πολιτική, η οποία για να γίνει ρεαλιστική θα πρέπει να υιοθετηθούν οι θέσεις του ισχυρού. Αλλιώς γιατί να συζητήσει; Εγείρεται, λοιπόν, θέμα ισχύος, ασφάλειας και ισοζυγίου δυνάμεων. Και η Τουρκία… δείχνει τον δρόμο. Εφόσον απειλεί από τη Θράκη ώς την Κύπρο. Μια τέτοια πολιτική δεν μπορεί να προκύψει μέσω των ΜΟΕ, που ανοίγουν την όρεξη στην τουρκική επιθετικότητα, αλλά μέσω του Δόγματος του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου, ενταγμένου, μάλιστα, στην υλοποίηση της στρατηγικής πυξίδας, που συνιστά αμυντικό στρατηγικό σχεδιασμό της ΕΕ, συμπληρωματικό του ΝΑΤΟ. Αυτή η στρατηγική διαδικασία συνιστά μια νέα αρχή στη βάση μιας νέας αρχιτεκτονικής ασφάλειας, που μπορεί να δημιουργήσει συνθήκες αποτροπής, αλλαγής ισοζυγίου δυνάμεων και καλύτερες από τις υφιστάμενες συνθήκες λύσης του Κυπριακού. Αλλιώς, θα ζούμε τα ίδια, ένα déjà vu του τελευταίου μισού αιώνα ή και χειρότερα, αρχίζοντας από το Αιγαίο ή τη Γαύδο. Απευχόμεθα…

Η αναβάθμιση της Τύμπου ως εργαλείου για την προβολή ισχύος της Τουρκίας
Δύο δορυφορικές φωτογραφίες του κατεχόμενου αεροδρομίου της Τύμπου. Η μία λήφθηκε το 2015 και η άλλη το 2022. Η διαφορά σε ό,τι αφορά τις εγκαταστάσεις και το μήκος του δίαυλου είναι εμφανείς. Η Τουρκία θεωρεί την Τύμπου διά του ψευδοκράτους ως δική της προβολή πολιτικής και στρατιωτικής ισχύος και ως ένα από τα εργαλεία τής επεκτατικής της στρατηγικής. Γι’ αυτό και υποστηρίζει ότι μπορεί να συζητήσει ΜΟΕ μόνο στη λογική της αποδοχής και αναγνώρισης εν συνεχεία του ψευδοκράτους, κατά τρόπον ώστε να νομιμοποιηθούν τα διχοτομικά τετελεσμένα της εισβολής.

Η στρατηγική σημασία της Τύμπου και η νομιμοποίηση μέσω ΜΟΕ
Ο χάρτης αυτός αποτυπώνει πού και πώς το ψευδοκράτος και στην ουσία η Άγκυρα ελέγχει το 31,86% του κυπριακού FIR, καθώς και τη σύνδεση των ραντάρ στον Πενταδάκτυλο ώς τον Απόστολο Ανδρέα (υπό εγκατάσταση) με παράλια της ίδιας της Τουρκίας και δη προς τη Συρία, για να μετατρέπεται η περιοχή από τη Μαρμαρίδα ώς την Αλεξανδρέττα σε τουρκική λίμνη. Μέσα σε αυτό το σκηνικό αναδεικνύεται η στρατηγική σημασία που έχει το αεροδρόμιο της Τύμπου από πολιτικής, στρατιωτικής και στρατηγικής άποψης, καθότι αποτελεί το εργαλείο μέσω του οποίου:
1) Η Άγκυρα ελέγχει τον εναέριο χώρο και το FIR προς τα βόρεια της Κύπρου.
2) Χωρίς την Τύμπου, δεν μπορεί να ολοκληρωθεί η στρατηγική της Γαλάζιας Πατρίδας, που έχει ως στόχο την εμπέδωση της ένωσης του τουρκικού με τον κυπριακό εναέριο χώρο και το FIR, καθώς και την επέκτασή του προς τη Συρία.
Τα ΜΟΕ θα μπορούσαν να γίνουν δεκτά μέσω της νομιμοποίησης της Τύμπου και κατ’ επέκτασιν του τουρκικού ελέγχου στο βόρειο κατεχόμενο σήμερα τμήμα της Κύπρου.
*Δρ των Διεθνών Σχέσεων
ΠΗΓΗ: Σημερινή
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
