Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Είναι σε θέση η Ε.Ε. να εξάγει Δημοκρατία στις ανατολικές χώρες;

Δημοσιεύτηκε στις

Η μεγάλη εικόνα «Δημοκρατίας» στην ΕΕ

Tης Ελένης Σαββάκη*

Η δημοκρατία απαιτεί σεβασμό ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ευημερία πολιτών με σεβασμό της μειοψηφίας, διαφορετικότητας και διαφορετικής άποψης, ελεύθερο Τύπο και μέσα ενημέρωσης,  ανεξάρτητη δικαιοσύνη, και διαφάνεια. Ας δούμε τι από όλα αυτά έχουμε διασφαλίσει στην ΕΕ.

Η μεγάλη εικόνα «Δημοκρατίας» στην ΕΕ

Το δημοκρατικό έλλειμμα στους θεσμούς και τα όργανα της ΕΕ απορρέει από την περίπλοκη  λειτουργία τους χωρίς σχήμα κυβέρνησης και αντιπολίτευσης, και από το ότι οι πολίτες δεν  συμμετέχουν στην διαδικασία λήψης αποφάσεων. Το κυρίαρχο όργανο με εκτελεστική εξουσία  είναι το Συμβούλιο με μέλη διορισμένα από τις κυβερνήσεις των χωρών της ΕΕ, και όχι το  Ευρωκοινοβούλιο που αντιπροσωπεύει άμεσα τους πολίτες της Ένωσης. Όσο για την «πολιτική  ανεξαρτησία» της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, διερωτάται κανείς πώς μπορεί η  στρατηγική της να συμπίπτει κατά κανόνα με τις πολιτικές απόψεις της Γερμανικής  Κυβέρνησης.

Αν κρίνουμε εκ του αποτελέσματος, οι ευρωπαϊκές αρχές εφαρμόζουν προγράμματα λιτότητας  που πλήττουν εκατομμύρια πολιτών σε ολόκληρη την ΕΕ, και βαθαίνουν την κρίση της  ευρωζώνης. Ο αυταρχικός, αντιδημοκρατικός τρόπος με τον οποίο προωθούνται στα  «απείθαρχα» κράτη μέλη υποσκάπτει την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη και τον σεβασμό ανθρωπίνων  δικαιωμάτων. Ο κοινός νους διαπιστώνει ότι η παρατεταμένη λιτότητα και η εμμονή στη  δημοσιονομική πειθαρχία υπονομεύουν την οικονομική ανάκαμψη στις χώρες με κρίση χρέους.

Εν τούτοις, επαναλαμβάνεται ο φαύλος κύκλος που διαπιστώσαμε με την κρίση στην Ελλάδα,  δηλ. περικοπές εξόδων, μείωση ελλείμματος, μείωση απασχόλησης και κοινωνική στέρηση, και  τελικά πτώση των φορολογικών εσόδων. Και αντί διορθωτικών κινήσεων στις γνωστές πλέον, αποτυχημένες παρεμβάσεις των ΕΕ στην Ελλάδα, έχουμε περαιτέρω περικοπές κρατικών  δαπανών και εφαρμογή ιδιωτικοποιήσεων, με εξαθλίωση των πολιτών και απώλεια της εθνικής  κυριαρχίας. Παρά την κοινή πλέον παραδοχή ότι η Ελλάδα θυσιάστηκε για να σωθούν οι  ευρωπαϊκές τράπεζες, η επιτήρηση γίνεται στενότερη αυξάνοντας τις ανισορροπίες εντός της ΕΕ. Είναι σα να δουλεύουμε συνειδητά και ομαδικά για την εμβάθυνση της κρίσης, και εναντίον  της ευημερίας των πολιτών.

Τέλος ιδιαίτερα ανησυχητικές είναι πρόσφατες αποφάσεις της ΕΕ που παραβιάζουν την  ελευθερία ενημέρωσης, όπως να αποκλείσει τα ρωσικά μέσα ενημέρωσης στην Ευρώπη, έτσι  ώστε να ακούγεται αποκλειστικά και μόνο η Δυτική προπαγάνδα. Εξίσου ανησυχητικό είναι το κλίμα νεομακαρθισμού σχετικά με τον ακήρυχτο πόλεμο της Δύσης εναντίον της Ρωσίας, δι’ αντιπροσώπων και με διαρκή αποστολή όπλων στην Ουκρανία. Αντιλαμβάνονται άραγε τα  θεσμικά όργανα της ΕΕ ότι η φιλοπολεμική αυτή στάση μας μπορεί να οδηγήσει στην  καταστροφή του πλανήτη;

Δεν είναι τυχαίο το ότι οι αποφάσεις αυτές της ΕΕ είναι κεντρικές και ουδόλως ερωτήθηκαν οι  Ευρωπαίοι πολίτες για τόσο σημαντικά θέματα. Σίγουρα δεν αντιπροσωπεύουν την πλειοψηφία  των Ελλήνων, μια και οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι σχεδόν το 70% τάσσεται εναντίον της  αποστολής όπλων στην Ουκρανία.

Οι συνέπειες της απόφασης της ΕΕ περί κυρώσεων κατά της Ρωσίας στρέφονται ουσιαστικά  εναντίον των χωρών μελών της ΕΕ, οι οποίες θα υποφέρουν από ενεργειακή και επισιτιστική κρίση. Ιδού ένα πρόσφατο παράδειγμα μπούμερανγκ των κυρώσεων: Εφαρμόζοντας τις  κυρώσεις, οι Ελληνικές αρχές κατέσχεσαν προ μηνός το υπό-ιρανική-σημαία τάνκερ «Pegas»,  στο οποίο επέβαιναν 19 μέλη ρωσικού πληρώματος. Οι ΗΠΑ κατέσχεσαν το Ιρανικό φορτίο  πετρελαίου που υπήρχε στο τάνκερ! Σε αντίποινα, οι Φρουροί της Επανάστασης στο Ιράν  κατέσχεσαν προχθές δύο τάνκερ ελληνικών συμφερόντων και κρατούν ομήρους τους Έλληνες  ναυτικούς. Έτσι, οι ΗΠΑ κερδίζουν το Ιρανικό πετρέλαιο και η Ελλάδα χάνει 2 τάνκερ με τους  ναυτικούς της. Κι αυτά, για να μην διερωτάται κανείς ποιος κερδίζει (χωρίς καν να κρατάει τα  προσχήματα) και ποιος χάνει (ως χρήσιμος ηλίθιος) με τις κυρώσεις που αποφάσισε η ΕΕ υπό την καθοδήγηση των ΗΠΑ.

Βέβαια, το κατά πόσον η Ευρώπη είναι ανεξάρτητη με στρατηγική αυτονομία στη διεθνή σκηνή  είναι ένα άλλο ζοφερό θέμα, πέραν του παρόντος κειμένου. 

Πως καταφέραμε να δυσφημίσουμε τη Δημοκρατία: επιμέρους παραδείγματα

Δυστυχώς, πολλά είναι τα παραδείγματα πολιτικής χειραγώγησης της Δικαιοσύνης και του  Τύπου καθώς και της διαπλοκής και διαφθοράς σε χώρες της ΕΕ.

Διάσημο παράδειγμα στη Σλοβακία: Η έρευνα για τη δολοφονία του δημοσιογράφου Ján Kuciak και της μνηστής του, το 2018, αποκάλυψε τη διασύνδεση επιχειρηματία του υποκόσμου  που κατηγορείται ότι διέταξε τις δολοφονίες, με ένα «δίκτυο» υψηλόβαθμων πολιτικών, μελών  του δικαστικού σώματος και προσώπων του οργανωμένου εγκλήματος.

Στην Πολωνία, το κυβερνόν κόμμα Νόμος και Δικαιοσύνη (PiS) ψήφισε νόμους που εμποδίζουν  την αμερόληπτη λειτουργία των δικαστηρίων, νόθευσε τη διαδικασία διορισμού δικαστών,  εισήγαγε μηχανισμό για την αναθεώρηση τελεσίδικων δικαστικών αποφάσεων, θέσπισε  πειθαρχικό καθεστώς και τιμωρεί τους δικαστές που διαφωνούν.

Ο αντιδημοκρατικός χαρακτήρας του Ουγγρικού καθεστώτος φάνηκε σαφέστατα το 2020, με  την υιοθέτηση Νόμου Έκτακτης Ανάγκης που επιτρέπει, με διάταγμα, τη διακυβέρνηση επ’  αόριστον. Άλλωστε, γνωστές είναι οι καταγγελίες ότι η Κυβέρνηση χρησιμοποίησε το λογισμικό  Pegasus (της NSO group) για να κατασκοπεύει παράνομα δημόσια πρόσωπα.

Στη Βουλγαρία, χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του εθνικιστικού κόμματος «Aτάκα», το  οποίο αρνείται το Ολοκαύτωμα κερδίζοντας όλο και περισσότερους οπαδούς. Γνωστό είναι  επίσης το πρόβλημα της διάχυτης διαφθοράς και οι αμφισβητούμενες πρακτικές της κυβέρνησης  για την καταπολέμησή της, όπως για παράδειγμα οι τηλεφωνικές υποκλοπές και εκτεταμένες  παρακολουθήσεις. Υπενθυμίζω ότι ο τέως πρωθυπουργός Μπορίσοφ, για την «επίλυση» της  ελληνικής κρίσης, πρότεινε την εξαθλίωση των Ελλήνων μέσω μείωσης αποδοχών και  συντάξεων στα 100 με 150 ευρώ μηνιαίως. Και αυτό στο όνομα της δημοκρατίας και της  αλληλεγγύης.

Ούτε οι χώρες της Βαλτικής έχουν αντιμετωπίσει συνέπειες για την καταστροφή του κράτους  δικαίου στο εσωτερικό. Είκοσι περίπου χρόνια μετά την ένταξή της στην ΕΕ, η Λετονία έχει  περίπου το ένα τέταρτο των κατοίκων της (κυρίως Ρωσόφωνους) με στερημένα εκλογικά και  πολιτικά δικαιώματα. Τόσο στην Εσθονία όσο και στη Λετονία, η ιθαγένεια καθορίζεται από  την ιθαγένεια των γονέων, όχι από τον τόπο γέννησης. Κι έτσι διαιωνίζονται οι κάτοικοι χωρίς  πολιτικά δικαιώματα. Απολύονται δάσκαλοι που δεν είναι «πιστοί στο κράτος». Δεν εγγυώνται η  ισότητα των φύλλων και οι διακρίσεις των μειονοτήτων στα σχολεία και στις δουλειές. Άρα,  παραβιάζονται ανεμπόδιστα βασικές αρχές δικαίου.

Αλλά δεν χρειάζεται να πάμε μακριά από την Ελλάδα και άλλες «προηγμένες» χώρες της  Δυτικής Ευρώπης για να αντιμετωπίσουμε το παραδικαστικό κύκλωμα, τη φίμωση του Τύπου και τη διαφθορά. Η υπόθεση Νοβάρτις μας έχει κάνει διεθνώς διάσημους. Τo 2020 η θυγατρική  εταιρεία Novartis Hellas συμφώνησε να καταβάλει ποσό εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων  στο πλαίσιο εξωδικαστικού συμβιβασμού, παραδεχόμενη ότι μεταξύ 2012 και 2016 έκανε  αθέμιτες παροχές προς κρατικούς υπαλλήλους στην Ελλάδα ώστε να πωλούνται περισσότερα  φάρμακά της. Προκειμένου να καλυφτούν δωροδοκίες κρατικών λειτουργών και να μην  αποδοθούν πολιτικές και ενδεχομένως ποινικές ευθύνες, έγιναν και γίνονται διώξεις των  εισαγγελέων κατά της Διαφθοράς, που επιχείρησαν να διερευνήσουν την υπόθεση. Η πρώην  επικεφαλής της Εισαγγελίας Διαφθοράς αντιμετωπίζει κατηγορίες κατάχρησης εξουσίας,  παράβασης καθήκοντος, παραβίασης δικαστικού απορρήτου και προσωπικών δεδομένων.

Άρα η τήρηση της νομιμότητας και των καθηκόντων οδηγεί τον κατήγορο στη θέση του  κατηγορουμένου! Δεν είναι τυχαίο ότι η Ελλάδα κατέχει την 108η θέση σε ανελευθερία του  Τύπου σε σύνολο 180 χωρών.

Επίσης επίκαιρο θέμα, εκείνο της πρώην ανακρίτριας, Αντωνίας Ηλία, στην οποία το Ελληνικό  Εφετείο Κακουργημάτων επέβαλε δεκατρία χρόνια κάθειρξη για ξέπλυμα μαύρου χρήματος, και  η οποία φυγοδικεί από το 2005 στην Αγγλία. Δηλαδή, η Αγγλία δεν εκδίδει στην Ελλάδα  καταδικασμένο μέλος του παραδικαστικού κυκλώματος, επί 17 συναπτά έτη. Ιδού η διάσημη «Ανεξάρτητη Δικαιοσύνη» στη Μεγάλη Βρετανία: Οι Άγγλοι κρύβουν την Ελληνίδα εφέτη του  παραδικαστικού, ενώ αποφάσισαν να εκδώσουν τον Τζούλιαν Ασάνζ (ιδρυτή του Wikileaks)  στους Αμερικανούς. Εν ολίγοις η Αγγλία καλύπτει το παραδικαστικό κύκλωμα και καταδικάζει  την αποκαλυπτική δημοσιογραφία. 

Όσο για το «σεβασμό ανθρωπίνων δικαιωμάτων» στην Αγγλία, να σημειώσω ότι τα τελευταία  τρία από τα 11 χρόνια φυλάκισής του ο Ασάνζ τα πέρασε σε φυλακή υψίστης ασφαλείας,  που έχει χαρακτηριστεί ως βρετανική εκδοχή του Γκουαντάναμο. Το «έγκλημά» του ήταν ότι  ξεσκέπασε, μεταξύ άλλων, τις αγριότητες των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν και το Ιράκ, με  αποτέλεσμα να διώκεται από τις ΗΠΑ για κατασκοπεία και να απειλείται με ποινή κάθειρξης  175 ετών.

Αναφορικά λοιπόν με την προστασία του «ελεύθερου Τύπου» η Αγγλία προειδοποιεί ότι, όποιος δουλεύει στην αποκαλυπτική δημοσιογραφία (όπως ο Ασάνζ) θα πρέπει να φοβάται και  να αισθάνεται απειλούμενος από μια ‘δημοκρατικά’ νομιμοποιημένη κρατική βία. Αδιαφορεί βέβαια η Αγγλία αν οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δεκάδες διανοούμενοι  καταγγέλλουν την κατάφωρη επίθεσή της κατά της ελευθερίας του Τύπου.

Στην Ιταλία, σε μια προσπάθεια των αρχών να ξεσκεπάσουν σκάνδαλα πολιτικής διαφθοράς  που ενέπλεκαν πολιτικούς με Μαφία, και Βατικανό, μια ομάδα δικαστών υπό τον Αντόνιο Ντι  Πιέτρο άρχισε να ερευνά υποθέσεις το 1992. Η λεγόμενη «Επιχείρηση: Καθαρά χέρια» είχε ως  αποτέλεσμα την αυτοκτονία πολιτικών, βιομηχάνων και επιχειρηματιών μετά το πόρισμα των  εγκληματικών ενεργειών τους. Περισσότερα από τα μισά μέλη του Ιταλικού κοινοβουλίου  κατηγορήθηκαν. Η εκτιμώμενη αξία των δωροδοκιών το 1980 από εταιρείες που υπέβαλαν  προσφορές για κυβερνητικές συμβάσεις έφτασαν τα 4 δισεκατομμύρια δολάρια. Επίσης είναι  γνωστό ότι η Μαφία έχει παρεισφρύσει στη βιομηχανία της διαχείρισης των επικίνδυνων  αποβλήτων, και απορρίπτει στη θάλασσα τόνους τοξικών ή/και ραδιενεργών φορτίων.

Στη Γερμανία, υπενθυμίζω το σκάνδαλο των “μαύρων ταμείων” του CDU το 1999, με εμπλοκή  του καγκελάριου Χέλμουτ Κολ. Επιπλέον, αν η Γερμανία ήταν ευνομούμενο κράτος θα είχε καταδικάσει τους υπαίτιους της εταιρείας Ferrostaal που ανέλαβαν την πώληση υποβρυχίων για  μια περιουσία, πληρώνοντας μίζες σε πολιτικούς των οποίων τα ονόματα αποκρύπτει. Θα είχε  αποφύγει τα σκάνδαλα προμήθειας υπερκοστολογημένων αρμάτων μάχης Leopard και  αναβάθμισης πολεμικών αεροσκαφών F4 Phantom με λίγα χρόνια επιχειρησιακής ζωής. Θα είχε  καταδικάσει τη γερμανική εταιρεία Hochtief που είναι ο μεγαλύτερος φοροφυγάς στην Ελλάδα.

Θα είχε φυλακίσει τα μέλη της Siemens που λάδωσαν Έλληνες πολιτικούς για το αεροδρόμιο, το  μετρό και δημόσιες αγορές μηχανημάτων, και θα είχε εκδώσει τον Χριστοφοράκο στην Ελλάδα  για να δικαστεί. Θα είχε καταδικάσει τα σκάνδαλα που επεκτείνονται σε όλη τη Δύση, με τη  Siemens να χρηματίζει πολιτικούς και οργανισμούς σε διάφορες χώρες για να εξασφαλίσει  συμβόλαια 1,3 δισ. ευρώ μεταξύ 1990 και 2006. Θα είχε καταδικάσει την αυτοκινητοβιομηχανία  Volkswagen που τοποθέτησε ειδικές συσκευές σε 11 εκατομμύρια αυτοκίνητα κινητήρων ντίζελ  (μεταξύ 2008 και 2015) προκειμένου να περάσουν τα τεστ εκπομπών, ενώ στην πραγματικότητα  παρήγαγαν ρύπους οξειδίων του αζώτου τέσσερις φορές πάνω από το ευρωπαϊκό όριο  ασφαλείας. Ερευνητές εκτιμούν ότι 1.200 άνθρωποι στην Ευρώπη θα πεθάνουν πρόωρα,  χάνοντας έως και μία δεκαετία της ζωής τους, ως αποτέλεσμα αυτών των υπερβατικών  εκπομπών.

Απροκάλυπτα, η Γερμανία δεν υπέγραψε τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά της  διαφθοράς (UNCAC, UN Convention against Corruption) σε αντίθεση με τις 161 χώρες που την  έχουν υπογράψει. Προφανώς, μη έχοντας υπογράψει την σύμβαση υπέρ της διαφάνειας και κατά  της διαφθοράς δεν φοβάται κανενός είδους κυρώσεις, και δίνει μίζες στο Νότο της Ευρώπης  ώστε να ανοίγουν αγορές για τα γερμανικά προϊόντα.

Αναφορικά με το σεβασμό στη διαφορετική άποψη, αρκεί να σκεφτούμε ότι το Βερολίνο  επιβάλει κυρώσεις στον τέως καγκελάριο Γκέρχαρντ Σρέντερ για τις σχέσεις του με τη Ρωσία,  και ότι ο Ρώσος επικεφαλής μαέστρος της Φιλαρμονικής του Μονάχου, Valery Gergiev,  απολύθηκε λόγω της άρνησής του να πάρει θέση κατά της Ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία..

Όσο για το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που όψιμα θυμήθηκαν οι Γερμανοί για τους  Ουκρανούς, όχι μόνο τα ξέχασαν και εξακολουθούν να τα ξεχνούν για τους Κυπρίους, αλλά  εξοπλίζουν τους εισβολείς Τούρκους.

Θράσος αποτελεί η πρόσφατη πρόταση Γερμανών να δικαστεί ο Πούτιν για εγκλήματα πολέμου,  όταν οι ίδιοι αρνούνται να πληρώσουν τα χρέη τους για τα δικά τους εγκλήματα πολέμου και  εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, αποδεδειγμένα στη Δίκη της Νυρεμβέργης, παραβιάζοντας  τις διεθνείς συνθήκες των Παρισίων και του Λονδίνου μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Προφανώς, η μεγαλύτερη αμαρτωλή χώρα είναι η Γερμανία, που θέλει να παίζει το ρόλο του  «δασκάλου» στην Ευρώπη! Πλούτισε και εξακολουθεί να πλουτίζει επειδή:

(1) δεν πληρώνει τα  τεράστια χρέη της επί 7 δεκαετίες και

(2) δωροδοκεί και εξαπατά ασύστολα προκειμένου να  προωθούνται τα προϊόντα της, συχνά σε βάρος της υγείας των πολιτών. Αλλοίμονο αν όλα αυτά είναι η «Δημοκρατία» που υποσχόμαστε να εξάγουμε.

Εν κατακλείδι, εντός της ΕΕ έχουμε χειραγώγηση της δικαστικού συστήματος υπέρ της  ηγεσίας, και των μέσων ενημέρωσης υπέρ της κυβερνητικής προπαγάνδας, καθώς και κατ΄  επίφαση σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της μειοψηφίας. Βασικά, ευημερούν οι  χρεοφειλέτες, που εξαπατούν με συστήματα διαπλοκής και διαφθοράς. Εκτός Ευρώπης,  επεμβαίνουμε ως ΕΕ ή/και ως ΝΑΤΟ, σε συνεργασία με τους συμμάχους μας τις ΗΠΑ, για να  αλλάξουμε όσα καθεστώτα δεν μας αρέσουν/συμφέρουν, είτε με βίαια είτε με υπόγεια μέσα.

Το ερώτημα είναι: τι από όλα αυτά έχουν να ζηλέψουν οι Ανατολικές χώρες και τι είναι καλό και δίκαιο να εξάγουμε από όλα αυτά; Μήπως, εμείς οι Ευρωπαίοι πρέπει να πάρουμε αντί να  δώσουμε μαθήματα; Μήπως πρέπει να πάψουμε να χρησιμοποιούμε τον «εκδημοκρατισμό» ως

δικαιολογία της δουλικής μας συμμετοχής στις Αμερικανικές επεκτατικές δραστηριότητες σε  χώρες γείτονες της Ρωσίας;

*Ομότιμη Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Κρήτης, μέλος του ΙΗΑ και μέλος της Μέλος Επιτροπής Διεκδίκησης Γερμανικών Οφειλών (International Hellenic Association, Canadian Hellenic Congress, Hellenic American National Council, Ίδρυμα Νεγρεπόντη Δελιβάνη

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός7 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις7 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO8 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή