Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ο Ρωσοτουρκικός Πόλεμος 1828-1829 και η σημαντική για την Ελλάδα Συνθήκη της Αδριανούπολης (Σεπτέμβριος 1829)

Δημοσιεύτηκε στις

Από το 1676 ως το 1878 Ρωσία και Τουρκία είχαν δέκα πολεμικές συγκρούσεις (Ρωσοτουρκικοί Πόλεμοι)

Μιχάλης Στούκας

Οι Ρωσοτουρκικοί πόλεμοι – Ο πόλεμος του 1828-1829 – Η ρωσική προέλαση και η κατάκτηση εδαφών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας – Το τέλος του πολέμου και η Συνθήκη της Αδριανούπολης – Ποιος ελευθέρωσε την Ελλάδα;

Μπορεί σήμερα οι ρωσοτουρκικές σχέσεις να βρίσκονται, φαινομενικά τουλάχιστον σε εξαιρετικό επίπεδο, ωστόσο δεν συνέβαινε πάντα αυτό. Για δύο περίπου αιώνες, από τα τέλη του 17ου ως τα τέλη του 19ου η Ρωσία και η Οθωμανική αυτοκρατορία είχαν ιδιαίτερα εχθρικές σχέσεις και ανάμεσά τους έγιναν από το 1676 ως το 1878 δέκα πολεμικές συγκρούσεις (Ρωσοτουρκικοί Πόλεμοι).

Οι Ρωσοτουρκικοί πόλεμοι

Εφαλτήριο για τους Ρωσοτουρκικούς πολέμους ήταν η επεκτατική πολιτική της Οθωμανικής αυτοκρατορίας τον 17ο αιώνα. Μετά την κατάκτηση της Κρήτης το 1669, την οποία κατείχαν ως τότε οι Βενετοί, οι Οθωμανοί στράφηκαν ξανά προς τον βορρά. Αφού το 1676 απέσπασαν την Ποδολία από την Πολωνία, πολέμησαν μαζί με τους υποτελείς τους Τατάρους της Κριμαίας, τους Ρώσους και τους Κοζάκους (1676-1681) καθιστώντας τη δυτική Ουκρανία υποτελή ηγεμονία και φτάνοντας τα σύνορά τους ως τον ποταμό Δνείπερο. Με τη Συνθήκη του Μπαχτσισαράι το 1681 οι Οθωμανοί έδωσαν στους Ρώσους το δικαίωμα να εμπορεύονται ελεύθερα στην Κριμαία. Από τους επόμενους Ρωσοτουρκικούς πολέμους ξεχωριστή σημασία για τη χώρα μας έχει ο πόλεμος που ξέσπασε το 1768 και με τον οποίο οι Ρώσοι κατόρθωσαν να κατακτήσουν τις βόρειες περιοχές του Καυκάσου και τη νότια Ουκρανία, ενώ το χανάτο της Κριμαίας έγινε υποτελές τους. Οι συγκρούσεις έληξαν το 1774 με τη Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή αφού πρώτα όμως οι Ρώσοι προκάλεσαν την εξέγερση των Ελλήνων (Ορλοφικά).

Ο πλέον καθοριστικός για τη χώρα μας όμως Ρωσοτουρκικός πόλεμος ήταν αυτός του 1828-1829 ο οποίος έγινε μετά τη ναυμαχία του Ναβαρίνου και ενώ η Ελληνική Επανάσταση ακόμα δεν είχε τελειώσει. Βασική αιτία για τον πόλεμο αυτό ήταν η συμμετοχή της Ρωσίας στη Ναυμαχία του Ναβαρίνου τον Οκτώβριο του 1827. Ο σουλτάνος Μαχμούτ Β’ έκλεισε τα Δαρδανέλια για τα ρωσικά πλοία και ανακάλεσε τη Συνθήκη του Άκερμαν (1826). Η αφορμή δόθηκε από τις πολεμικές προπαρασκευές των Οθωμανών και την κυκλοφορία προκήρυξης από αυτούς σύμφωνα με την οποία η Ρωσία χαρακτηριζόταν «προαιώνιος εχθρός της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και του Ισλάμ».

andrian-4

Οι εχθροπραξίες (Απρίλιος 1828-Σεπτέμβριος 1829)

Οι πολεμικές συγκρούσεις ξεκίνησαν στις 26 Απριλίου 1828. Ο ίδιος ο τσάρος Νικόλαος τέθηκε επικεφαλής 100.000 ανδρών ενώ αρχηγός των Οθωμανών ήταν ο Χουσεΐν πασάς. Τον Απρίλιο και τον Μάιο του 1828 ο Αρχιστράτηγος των Ρώσων Peter Wittgenstein κινήθηκε στις παραδουνάβιες ηγεμονίες της Μολδαβίας και της Βλαχίας. Τον Ιούνιο του 1828 ο κύριος όγκος των ρωσικών δυνάμεων πέρασε τον Δούναβη και έφθασε στη Δοβρουτσά.

Ακολούθησαν πολιορκίες από τους Ρώσους τριών βασικών οθωμανικών οχυρών που βρίσκονται στη σημερινή Βουλγαρία: της Σούμλας(Σούμεν), της Σηλυμβρίας και της Βάρνας. Με την υποστήριξη του στόλου της Μαύρης θάλασσας υπό τον Alexey Greig η Βάρνα καταλήφθηκε στις 29 Σεπτεμβρίου 1828. Ωστόσο στη Σούμλα τα πράγματα δεν ήταν καθόλου εύκολα για τους Ρώσους. Η ισχυρή οθωμανική φρουρά από 40.000 άνδρες τους αντιμετώπισε με επιτυχία. Ο κακός εξοπλισμός των Ρώσων στρατιωτών και ο θάνατος πολλών από ασθένειες ή εξάντληση, οδήγησε τα τσαρικά στρατεύματα σε απόσυρση στη Μολδαβία και τη Βεσαραβία στη διάρκεια του χειμώνα 1828-1829. Οι απώλειες των Ρώσων ήταν πολύ μεγάλες ενώ η Σούμλα και η Σηλυμβρία παρέμεναν στα χέρια των Οθωμανών.

Οι εχθροπραξίες κατά το 1829

andrian--2

Τον Φεβρουάριο του 1829 ο προσεκτικός στις ενέργειές του Wittgenstein αντικαταστάθηκε από τον δυναμικό Hans Karl von Diebitch ενώ ο τσάρος αναχώρησε για την πρωτεύουσά του, την Αγία Πετρούπολη. Στις 7 Μαΐου 1829 60.000 Ρώσοι στρατιώτες πέρασαν τον Δούναβη υπό την ηγεσία του von Diebitchκαι συνέχισαν την πολιορκία της Σηλυμβρίας. Ο σουλτάνος έστειλε ενισχύσεις 40.000 ανδρών για την υπεράσπιση της Βάρνας ,οι οποίοι όμως νικήθηκαν από τους Ρώσους στη μάχη του Kulevicha(στη σημερινή Ουκρανία) στις 30 Μαΐου 1829. Τρεις εβδομάδες αργότερα στις 19 Ιουνίου η Σηλυμβρία έπεσε στα χέρια των Ρώσων. Στο μεταξύ ο ρωσικός στρατός στο μέτωπο του Καυκάσου με επικεφαλής τον Ivan Paskevich νίκησε τους Οθωμανούς στη μάχη του Akhalzik και κατέλαβε το Καρς στις 23 Ιουνίου και το Ερζερούμ στις 27 Ιουνίου. Ακολούθησε προέλαση των Ρώσων προς την Τραπεζούντα και προσωρινή κατάληψη της Αδριανούπολης.

Οι Οθωμανοί βρέθηκαν σε πολύ δύσκολη θέση, ενώ η Αγγλία, η Γαλλία και η Αυστρία ήταν ιδιαίτερα θορυβημένες από τη ρωσική προέλαση. Ο αγγλικός στόλος έπλεε προς τα Δαρδανέλια, ο γαλλικός ετοιμαζόταν για πιθανή επέμβαση ενώ οι Αυστριακοί ήταν έτοιμοι επίσης να αναλάβουν ένοπλη δράση φοβούμενοι διείσδυση των Ρώσων σε ζωτικής σημασίας γι’ αυτούς περιοχές. Ο φόβος για εμπλοκή με τις άλλες μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις και πιθανότατα στρατηγικοί λόγοι ,ανάγκασαν τους Ρώσους να μην προχωρήσουν νότια της Αδριανούπολης αφού στο μεταξύ οι Οθωμανοί έδειχναν να δέχονται τις ρωσικές αξιώσεις. Πάντως τα ρωσικά στρατεύματα είχαν φτάσει σε απόσταση 60 χιλιομέτρων από την Κωνσταντινούπολη προκαλώντας πανικό στους κατοίκους της ,ενώ στο πέρασμά τους κατέστρεφαν και λεηλατούσαν τα πάντα. Έτσι στις 2/14 Σεπτεμβρίου 1829 στο στρατηγείο του von Diebitch υπογράφτηκε η Συνθήκη της Αδριανούπολης.

Η καθοριστική για την Ελλάδα Συνθήκη της Αδριανούπολης

Εκπρόσωποι της Ρωσίας ήταν ο κόμης Α. Ορλόφ και ο κόμης Φ. Πάλεν και της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ο Μεχμέτ Σαντίν εφέντης και ο Αμπντούλ Καντίρ μπέης οι οποίοι συνοδεύονταν από τους πρέσβεις της Αγγλίας και της Γαλλίας στην Κωνσταντινούπολη, οι οποίοι είχαν προσφερθεί να μεσολαβήσουν για τη λήξη του πολέμου και την υπογραφή της Συνθήκης.

Η Συνθήκη της Αδριανούπολης αποτελείται από 16 άρθρα στα οποία προστέθηκε ειδική πράξη σχετικά με το καθεστώς της Βλαχίας και της Μολδαβίας.

andrian--1

Το άρθρο 2 της Συνθήκης προέβλεπε την εκκένωση από τους Ρώσους και την απόδοση στην Οθωμανική αυτοκρατορία των τμημάτων της Ανατολικής Βαλκανικής που είχαν καταληφθεί κατά τη διάρκεια του πολέμου και συγκεκριμένα της Μολδαβίας, της Βλαχίας, της Κραϊόβας (σήμερα στη Ρουμανία), της Βουλγαρίας, της Δοβρουτσάς, της Ρωμυλίας και τμήματος της Ανατολικής Θράκης.

Στο άρθρο 3, οριζόταν ο ποταμός Προύθος ως σύνορο ανάμεσα σε Ρωσία και Οθωμανική αυτοκρατορία και αναγνωριζόταν η κυριαρχία της Ρωσίας στη Γεωργία και την Ιμεριτία (δυτικά της Γεωργίας, πρόκειται για την αρχαία Κολχίδα), καθώς και σε άλλα γειτονικά προς αυτές τις δύο περιοχές εδάφη. Επίσης, ενσωματώθηκαν στη Ρωσία όλες οι ακτές του Καυκάσου στη Μαύρη Θάλασσα, από τις εκβολές του ποταμού Κουμπάν ως τα βόρεια σύνορα της Ατζαρίας.

Το παράδοξο, εντυπωσιακό και ανεξήγητο, είναι ότι μεγάλο μέρος από τα εδάφη που κατέλαβαν οι Ρώσοι στον πόλεμο του 1828-1829 (Καρς, Αρνταχάν, Ολτί, λίμνη Τσιντίρ και τα ερείπια της ιστορικής πρωτεύουσας των Αρμενίων Ανί), δόθηκαν με τις Συνθήκες της Μόσχας και του Καρς (1921), από τους Μπολσεβίκους στη νεοϊδρυθείσα Τουρκική Δημοκρατία! Δόθηκε επίσης στην Τουρκία το Σουρμαλί και ο διάδρομος του Καρς (σε βάρος του Ιράν). Αν προσθέσουμε την Ανατολική Θράκη, που δόθηκε χωρίς να πέσει ούτε μια ντουφεκιά, όπως είχε πει ο Ισμέτ Ινονού στον Κεμάλ και την Αλεξανδρέτα, που κατέλαβαν με δόλιο τρόπο οι Τούρκοι πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, “σχηματίζεται” μία τεράστια εδαφική έκταση, που κατέχει η Τουρκία χωρίς να χρειαστεί να πολεμήσει!

Οι βαρύγδουπες δηλώσεις του Ταγίπ Ερντογάν και των άλλων Τούρκων αξιωματούχων που γίνονται κατά καιρούς και αφορούν τα εδάφη που ανήκουν σήμερα στην Τουρκία, απευθύνονται είτε σε φανατικούς ακροατές με παρωπίδες, είτε σε ανιστόρητους…

andrian-5

Επανερχόμαστε όμως στη Συνθήκη της Αδριανούπολης.

Με το άρθρο 5, προβλεπόταν η διατήρηση της τουρκικής επικυριαρχίας στις ηγεμονίες της Μολδαβίας και της Βλαχίας, στις οποίες θα ίσχυαν όλα τα προνόμια που τους είχαν δοθεί κατά καιρούς. Η Ρωσία οριζόταν εγγυήτρια για την αυτονομία των ηγεμονιών, που θα έδιναν στην Πύλη μόνο ετήσιο φόρο. Η Τουρκία, αναγνώριζε στους οσποδάρους (ηγεμόνες) των περιοχών, απόλυτη ελευθερία για τη ρύθμιση των εσωτερικών ζητημάτων τους και απάλλασσε για δύο χρόνια τους κατοίκους τους από οποιαδήποτε φόρο. Το άρθρο 6 ήταν πολύ σημαντικό, γιατί εξασφάλιζε αυτονομία στη Σερβία και ρύθμιζε φορολογικά, εμπορικά, θρησκευτικά και άλλα ζητήματα της χώρας. Με άλλα άρθρα της Συνθήκης, αναγνωρίστηκε στους υπηκόους της Ρωσίας το δικαίωμα να εμπορεύονται ελεύθερα σε όλη την Οθωμανική αυτοκρατορία και ρυθμιζόταν ζητήματα ναυσιπλοΐας στον Δούναβη, ενώ η Τουρκία υποχρεωνόταν να εξασφαλίζει τον ελεύθερο διάπλου των ρωσικών και των πλοίων των άλλων χωρών στα Στενά και στον Εύξεινο Πόντο. Επίσης, υποχρεώθηκε να καταβάλλει στη Ρωσία 10.000.000 ολλανδικά δουκάτα και να ξοφλήσει παλαιές οφειλές σε Ρώσους εμπόρους και ιδιώτες.

Επρόκειτο για μία από τις σημαντικότερες διπλωματικές επιτυχίες της Ρωσίας, η οποία όμως προήλθε από τις θριαμβευτικές νίκες της στα πεδία των μαχών.

Η Συνθήκη της Αδριανούπολης και η Ελλάδα

Πολύ λίγοι γνωρίζουν ότι η Συνθήκη της Αδριανούπολης ήταν καθοριστική για την ανεξαρτησία της Ελλάδας.

andrian--3

Ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα, έχει το άρθρο 10 της Συνθήκης. Λίγες μέρες πριν την υπογραφή της η Οθωμανική αυτοκρατορία υποχρεωμένη από την εξέλιξη του πολέμου, αλλά και τη γενικότερη στάση των Μεγάλων Δυνάμεων για τη λύση των προβλημάτων των Βαλκανίων, αποδεχόταν προγενέστερες αποφάσεις Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας για την ελληνική υπόθεση και δήλωνε επίσημα “ότι υπόσχεται και υποχρεούται απέναντι των αντιπροσώπων των υπογραψασών την συνθήκην του Λονδίνου Δυνάμεων να υπογράψει ολοσχερώς πάσας τας προς εκτέλεσις αυτής ληφθησομένας αποφάσεις”. Οι πρέσβεις της Γαλλίας και της Αγγλίας στην Κωνσταντινούπολη, έστειλαν στον Ρώσο αρχιστράτηγο von Diebitch αντίγραφο της δήλωσης αυτής, που υπήρχε στην αρχή του άρθρου 10 της Συνθήκης, στο οποίο οριζόταν τα εξής:

“Ομολογούσαν η Υψηλή Πύλη των τελείαν αυτής συγκατάθεσιν εις τα ορισμένα εν τη του Λονδίνου Συνθήκη την 24 Ιουνίου/6 Ιουλίου 1827 μεταξύ της Ρωσίας, της Μεγάλης Βρετανίας και της Γαλλίας, συναποδέχεται και την πράξιν της 10/22 Μαρτίου 1829, εκ συμφώνου μεταξύ των αυτών τούτων Δυνάμεων αποφασισθείσαν επί τη βάσει της ειρημένης (που έχει αναφερθεί) συνθήκης και διαλαμβάνουσαν τους προς την οριστικήν εκείνης εκτέλεσιν λεπτομερείς συμβιβασμούς. Ευθύς δε μετά την ανταλλαγή των επικυρώσεων της παρούσης περί ειρήνης συνθήκης η Υψηλή Πύλη θέλει διορίσει πληρεξουσίους δια να συμφωνήσουν μετά της Ρωσικής Αυτοκρατορικής Αυλής και των Αυλών της Αγγλίας και της Γαλλίας περί της εκπληρώσεως των ειρημένων ορισμών και συμβιβασμών”.

andrian-Hans_Karl_von_Diebitsch
Hans Karl von Diebitsch

Με τη Συνθήκη του Λονδίνου (1827), οι Μεγάλες Δυνάμεις, με πρωτοβουλία του Τζορτζ Κάνινγκ αποφάσισαν την ειρήνευση στην Ελλάδα προτείνοντας παράλληλα στον σουλτάνο Μαχμούτ Β’ την παραχώρηση ανεξαρτησίας στους Έλληνες. Ωστόσο ο σουλτάνος, βλέποντας τις επιτυχίες του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο και του Κιουταχή στη Στερεά Ελλάδα , απέρριψε τη Συνθήκη. Στις 10 Μαρτίου 1829, υπογράφτηκε το Πρωτόκολλο του Λονδίνου, με το οποίο ανατρεπόταν το δυσμενές για τη χώρα μας Πρωτόκολλο του Νοεμβρίου του 1828 και οριζόταν ότι η Ελλάδα θα τελούσε υπό την κυριαρχία της Υψηλής Πύλης, πληρώνοντας ετήσιο φόρο 1.500.000 γρόσια στον σουλτάνο, ενώ οριζόταν η γραμμή Αμβρακικού-Παγασητικού Κόλπου, ως συνοριακή για την Ελλάδα.

Κάτω από τη φαινομενική αοριστία του άρθρου 10 της Συνθήκης της Αδριανούπολης, υπήρχε η ανεπιφύλακτη αποδοχή από την Οθωμανική αυτοκρατορία της δημιουργίας αυτόνομου ελληνικού κράτους, που είχε αποφασιστεί από τις Μεγάλες Δυνάμεις με τη Συνθήκη του 1818 και το Πρωτόκολλο του Λονδίνου, το 1829.

Μάλιστα, οι εκπρόσωποι της Αγγλίας και της Γαλλίας που παρακολουθούσαν τις διαπραγματεύσεις για την υπογραφή της Συνθήκης της Αδριανούπολης με σκοπό να περιορίσουν τα πλεονεκτήματα που θα αποκόμιζαν οι Ρώσοι, ζήτησαν να ρυθμιστεί το ελληνικό ζήτημα με ξεχωριστή συμφωνία που θα υπογραφόταν και από τις τρεις Μεγάλες Δυνάμεις. Η Ρωσία όμως αρνήθηκε, με το επιχείρημα ότι οι θυσίες της στον πόλεμο του 1828-1829, της έδιναν το δικαίωμα να περιοριστεί σ’ αυτήν “η τιμή της επιβολής εις την Τουρκίαν αποδοχής των όρων της Συνθήκης του Λονδίνου”.

(Τα στοιχεία για τη Συνθήκη της Αδριανούπολης,προέρχονται από το σχετικό λήμμα της εγκυκλοπαίδειας ΠΑΠΥΡΟΣ-ΛΑΡΟΥΣ-ΜΠΡΙΤΑΝΙΚΑ,που υπογράφει ο Β.Σφυρόερας).

Φ. Ένγκελς: ο Ντίμπιτς ελευθέρωσε την Ελλάδα…

andrian-engels

Αναμφίβολα, η Συνθήκη της Αδριανούπολης ήταν καθοριστική για τη χώρα μας. Ο μεγάλος Άγγλος πολιτικός Γλάδστον είπε ότι η Συνθήκη αυτή υπήρξε “το διεθνές συμβόλαιο της πολιτικής υπόστασης και αυτοτέλειας του ελληνικού κράτους…”

Ο Φ. Ένγκελς, προχώρησε ακόμα παραπέρα, καθώς χαρακτήρισε τον Ντίμπιτς ελευθερωτή της Ελλάδας! Γράφει στη «New York Daily Tribune» της 19ης Απριλίου 1853 : «Η σερβική εξέγερση του 1804 και ο ελληνικός ξεσηκωμός του 1821 υποκινήθηκαν λίγο-πολύ άμεσα από ρωσικό χρυσάφι και ρωσική επιρροή…».

«Ποιος έκρινε τον αγώνα όταν εξεγέρθηκαν οι ‘Ελληνες;’Οχι βέβαια οι συνωμοσίες και οι ξεσηκωμοί του Αλή πασά στα Γιάννενα, όχι βέβαια η ναυμαχία του Ναβαρίνου, όχι βέβαια η παρουσία του Γαλλικού στρατού στο Μοριά, ούτε οι συνδιασκέψεις και τα πρωτόκολλα του Λονδίνου, παρά ο Ντίμπιτς που προέλασε με τον ρωσικό στρατό μέχρι την κοιλάδα της Μαρίτσας(Έβρου) περνώντας τον Αίμο».

Σίγουρα, όλα αυτά που αναφέρει ο Ένγκελς έπαιξαν τον ρόλο τους. Αν δεν υπήρχαν όμως γενναίοι και φωτισμένοι Έλληνες που είχαν αποφασίσει να δώσουν και τη ζωή τους για την ελευθερία, που δεν δείλιασαν απέναντι σε Τουρκαλβανούς και Αιγύπτιους και που, με τα όποια λάθη τους, κάτω από εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες πολεμούσαν στη στεριά και τη θάλασσα, για οχτώ σχεδόν χρόνια, ούτε ο Ντίμπιτς, ούτε κανείς άλλος θα μπορούσε να ελευθερώσει την Ελλάδα…

Πρώτο Θέμα

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις25 λεπτά πριν

FT: Πώς υπνοβατούμε προς τον Γ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο!

Το αεροδρόμιο του Ριάντ κλείνει έπειτα από φονικές πυραυλικές επιθέσεις. Ρωσία – Ουκρανία ανταλλάσσουν πολύνεκρα πλήγματα. Η Πολωνία προειδοποιεί για...

Newsroom45 λεπτά πριν

Project Bromo: Η Ευρώπη επιταχύνει τη δημιουργία διαστημικού γίγαντα απέναντι στη SpaceX

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει να επιταχύνει την αντιμονοπωλιακή αξιολόγηση της συμφωνίας μεταξύ Airbus, Thales και Leonardo. Ο νέος όμιλος, με...

Αναλύσεις54 λεπτά πριν

350 Δισ. Δολάρια στην Αμερική: Η Νότια Κορέα ενεργοποιεί τη μεγαλύτερη στρατηγική επένδυση της συμμαχίας τους

Καθώς στη Σεούλ διατυπώνονται επικρίσεις σχετικά με τους κινδύνους και την εποπτεία των επενδύσεων αυτών, ενώ οι ενδιάμεσες εκλογές στις...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

«Εδώ αρμόδιος είμαι εγώ»: Η τουρκική υστερία για τις NAVTEX και το ευρωπαϊκό πλέγμα προστασίας του GSI

Ως νέα αναμέτρηση για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου παρουσιάζει ο τουρκικός Τύπος την αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας με αφορμή...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Αζερμπαϊτζάν – Τουρκία: Κηρύχθηκε ο πόλεμος για την ισλαμική μαντίλα

Το Αζερμπαϊτζάν, μια χώρα με μουσουλμανικό πληθυσμό σε ποσοστό 98%, μόλις απαγόρευσε τη χρήση της χιτζάμπ στα σχολεία, επικαλούμενο την...

Δημοφιλή