Διεθνή
Γιάννης Βαληνάκης: Η Τουρκία δεν μπλοφάρει, προετοιμάζεται για σύγκρουση
Φωτογραφία Αρχείου
Πάμε για σύγκρουση με την Τουρκία;
Τα πάντα δείχνουν ότι έχουμε μπροστά μας μια ηθελημένη και πλήρως σχεδιασμένη από την Τουρκία πρόκληση ένοπλης σύγκρουσης, τονίζει ο πρώην υφυπουργός Εξωτερικών Γιάννης Βαληνάκης, απαριθμώντας οκτώ λόγους για τους οποίους ο Ερντογάν δεν μπλοφάρει, παρά σχεδιάζει μεθοδικά και προετοιμάζει το έδαφος.
To αφήγημα ότι «κινδυνεύει η ασφάλεια της Τουρκίας», η πρωτοφανής προπαγάνδα από τα τουρκικά μέσα ενημέρωσης, η αίσθηση της Άγκυρας ότι τώρα είναι ευκαιρία να εκμεταλλευθεί το «παράθυρο τρωτότητας» της Ελλάδας, αλλά και τα τουρκικά συμπεράσματα από τον πόλεμο στην Ουκρανία, μερικά μόνο από αυτά. Η πολύ κρίσιμη συγκυρία, σύμφωνα με τον κ. Βαληνάκη, δικαιολογεί από την ελληνική πλευρά κινήσεις που άλλοτε θα ήταν ριψοκίνδυνες, όπως έξυπνα βέτο, μπλοκάροντας κοινοτικές πολιτικές ενίσχυσης της Άγκυρας, ώστε να βγουν εταίροι και σύμμαχοι από τη βολική τους ακινησία.
Συνέντευξη στον Γιώργο Φιντικάκη
Το τουρκικό πολιτικό σύστημα, και τα τουρκικά ΜΜΕ καλλιεργούν για πρώτη φορά τόσο συστηματικά ένα κλίμα που οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε σύγκρουση. Που θέλει να μας πάει η Τουρκία;
Η Τουρκία σε κάθε κρίση προσπαθεί να μας εγκλωβίσει στο εξής δίλημμα: ή να απαντήσουμε στην πρόκλησή της κλιμακώνοντας (και τότε να μας καταγγείλει ως επιτιθέμενους και να «αμυνθεί» στρατιωτικά), ή αναγκαστικά να αποδεχθούμε (με διάφορα προσχήματα) το τετελεσμένο που δημιούργησε επί του πεδίου.
Δυστυχώς στις περισσότερες αναμετρήσεις η Ελλάδα περιορίστηκε στην επιδίωξη μιας τελικά άσφαιρης διεθνούς καταδίκης της Τουρκίας κι έτσι τα μικρά ή μεγαλύτερα τετελεσμένα σε βάρος Ελλάδας και Κυπριακής Δημοκρατίας καταγράφηκαν επί του πεδίου αναπάντητα. Συσσωρεύθηκαν μάλιστα διαχρονικά χωρίς να επιβληθούν ποτέ ουσιαστικές κυρώσεις εναντίον του ταραξία.
Τα μηνύματα που έλαβε έτσι η Άγκυρα φαίνεται ότι ήταν δυστυχώς ενθαρρυντικά για περαιτέρω διεύρυνση των προκλήσεών της. Τα μικρά μάλιστα βήματα που «έξυπνα» επέλεγε κάθε φορά αποδείχθηκαν πολύ αποτελεσματικά: 40 χρόνια μετά την υπογραφή της Συνθήκης για το Δίκαιο της Θάλασσας η 11η στον κόσμο χώρα σε μήκος ακτογραμμών δεν υιοθέτησε ακόμη (όπου ενεπλάκη η Άγκυρα) καμία θαλάσσια ζώνη -με εξαίρεση την τμηματική οριοθέτηση ΑΟΖ με την Αίγυπτο που κι αυτή αμφισβητήθηκε ατιμωρητί επί του πεδίου από τον τουρκικό στόλο.
Εχετε διατυπώσει την άποψη ότι δεν αποκλείεται τελικά να δούμε μια προκλητική ενέργεια, πιο σοβαρή κι από θερμό «επεισόδιο» ή «ατύχημα». Τι εννοείτε;
Ο όρος «επεισόδιο» είναι ένας ελληνικός ευφημισμός που παραπέμπει στην μύχια ελπίδα -φρούδα φοβάμαι- ότι ο Ερντογάν θα πιεστεί από τις ΗΠΑ να διακόψει γρήγορα τις όποιες εχθροπραξίες που έτσι θα διαρκέσουν μόνο 2-3 μέρες. Μπορώ όμως εύκολα να τον φανταστώ να μην σηκώνει καν το τηλέφωνο του προέδρου Μπάιντεν ή οποιουδήποτε τρίτου και να επιμένει εμμονικά μέχρι τέλους σε ό,τι επιχειρήσει εναντίον του Ελληνισμού.
Κερδίζει άλλωστε εσωτερικά από μια τέτοια στάση. Τα «ατυχήματα», δηλ. συγκρούσεις από κακό υπολογισμό για το τι σχεδιάζει ο αντίπαλος, πάντα μπορούν βέβαια να συμβούν. Εδώ όμως έχουμε καταφανώς πλέον από την Άγκυρα μια ηθελημένη και πλήρως σχεδιασμένη πρόκληση ένοπλης σύγκρουσης. Γι αυτό, πράγματι, εδώ και καιρό υποστηρίζω ότι είναι επικίνδυνο να θεωρούμε αδιανόητη μια τουρκική επίθεση κατά της χώρας μας.
Πού στηρίζετε αυτή την εκτίμηση;
Βλέπω δυστυχώς παρόντα όλα τα συστατικά για ένα τέτοιο σενάριο:
α) το παραληρηματικό τουρκικό «αφήγημα δικαιολόγησης» (η Ελλάδα «επιτίθεται» ως «πιόνι» των ΗΠΑ και άλλων δυτικών κατά της Τουρκίας που «οφείλει να αμυνθεί»),
β) μια αφιονισμένη κοινή γνώμη που πιστεύει σε ασυνάρτητες «ιστορικές αδικίες» που της επιβλήθηκαν έξωθεν ως προς τα σύνορά της,
γ) η αίσθηση της Άγκυρας για στρατηγική υπεροχή της και ύπαρξη, τώρα , «παράθυρου τρωτότητας» της Ελλάδας (γιατί αργότερα οι Ένοπλες Δυνάμεις μας θα ενισχυθούν με σύγχρονα οπλικά συστήματα),
δ) η αδυναμία του Ερντογάν να ανατάξει την οικονομία της χώρας του (και άρα η ανάγκη να εκτρέψει την προσοχή σε άλλες «επιτυχίες»),
ε) τα τουρκικά συμπεράσματα από τον πόλεμο στην Ουκρανία: σύμφωνα με αυτά τελικά ο εισβολέας, παρά το υψηλό κόστος, θα έχει πιθανότατα «δικαιωθεί/νικήσει»(έστω πύρρεια) καταλαμβάνοντας περί την τριπλάσια έκταση από την προηγούμενη εισβολή του,
στ) η επικίνδυνα εδραιωμένη εκτίμηση της Άγκυρας ότι η Ελλάδα «δεν πρόκειται να πολεμήσει, εκλιπαρώντας» κάθε φορά για μεσολαβήσεις και στήριξη τρίτων,
ζ) ότι η Δύση (στην οποία «υπολογίζει» η χώρα μας για συνδρομή) θα περιοριστεί σε λεκτικές καταδίκες της τουρκικής επίθεσης γιατί δεν θα διακινδυνεύσει να χάσει την «κατά πολύ σημαντικότερη» Τουρκία.
Τέλος, πολύ σημαντικό, η) η διακαής επιθυμία του Ερντογάν για «επικαιροποίηση» και αλλαγή των συνόρων της Συνθήκης της Λωζάνης δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά με νικηφόρο πόλεμο εναντίον μας.
Γι αυτούς και αρκετούς ακόμη λόγους έχω εκτιμήσει εδώ και καιρό ότι η Τουρκία δεν μπλοφάρει, σχεδιάζει μεθοδικά και προετοιμάζει το έδαφος. Στρατιωτικά θα λάβει βέβαια αν το αποτολμήσει την δέουσα απάντηση. Προτιμότερη είναι όμως πάντα η αποτροπή της με συγκροτημένο σχέδιο πολιτικών και διπλωματικών κινήσεων. Αλλά αν συνεχίσουμε να αεροβατούμε ανέμελα με λανθασμένη ανάγνωση του περιβάλλοντός μας και με ιδέες της στιγμής -αμφιταλαντευόμενοι ανάμεσα σε αμήχανες εκκλήσεις για ψυχραιμία και αυστηρές απειλές αντιποίνων που στη συνέχεια εξαερώνονται- φέρνουμε δυστυχώς κοντύτερα τη στρατικοποίηση της αναμέτρησης που ενέχει και τους σοβαρότερους κινδύνους.
Πλέον, η ελληνική κυβέρνηση διεθνοποιεί συνεχώς την τουρκική προκλητικότητα. Τι άλλες ηχηρές διπλωματικές κινήσεις θα μπορούσε να κάνει;
Η διεθνοποίηση πρέπει να συμβαδίζει με εύστοχες προετοιμασίες επί του πεδίου αλλά, κυρίως, με την επίδειξη της δέουσας αποφασιστικότητας -κι όχι τη βολική αναβολή δια της αδράνειας- στα δύσκολα. Πρώτα-πρώτα θα έπρεπε να έχουμε καταλάβει από καιρό ότι η ενημέρωση των τρίτων δεν αρκεί. Δεν μας προβληματίζει η αφωνία ή διγλωσσία τους κάθε φορά που ενημερώνονται;
Όταν φανερά πια (και μάλιστα πανθομολογούμενα από εταίρους και συμμάχους) αντιμετωπίζουμε αμφισβήτηση της κυριαρχίας μας και απειλές πολέμου, ήρθε η στιγμή που το διεθνές περιβάλλον δικαιολογεί κινήσεις που άλλοτε ήταν ριψοκίνδυνες. Η ώρα είναι τώρα. Απαιτείται όμως «έξυπνη» αποφασιστικότητα βασισμένη σε ολοκληρωμένο και πολύπλευρο σχέδιο. Πρόχειρα αναφέρω κρίσιμες παραμέτρους ενός τέτοιου σχεδίου:
α) Τη στρατιωτική μας ενίσχυση τη χρειαζόμαστε τώρα με ό,τι υπάρχει διαθέσιμο (με άμεση μεταστάθμευση, παραχώρηση/ δάνειο, λήζινγκ κρίσιμων συστημάτων, ενίσχυση με σημαντικά για την αποτροπή πυραυλικά συστήματα κλπ) κι όχι με τελειότερα μεν όπλα αλλά το 2028.
β) Με απλές ενημερώσεις συμμάχων δεν θα πάμε πολύ μακρυά. Αν πραγματικά επιδιώκουμε αποτελεσματικότητα πρέπει να πιέσουμε αποφασιστικά και άρα να «στραμπουλήξουμε» διπλωματικά και κανένα χέρι όταν υποκρίνονται ότι δεν καταλαβαίνουν. Εννοώ ότι πχ. αν δεν απειλήσουμε με ζυγισμένα βέτο όταν η Τουρκία ξεδιάντροπα ζητάει τα Δωδεκάνησα και όλο το Αν. Αιγαίο, τότε τι το χρειαζόμαστε και για πότε το φυλάμε;
γ) Τα βέτο μας πρέπει να είναι «έξυπνα» : όχι όπως κινούμαστε ζητώντας στις Συνόδους Κορυφής λεκτική καταδίκη της Τουρκίας -γιατί το αντίστοιχο «βέτο» κάθε φιλότουρκου εταίρου ακυρώνει τη δική μας επιδίωξη αποδυναμώνοντας κάθε φορά το μήνυμα που θα έπρεπε να σταλεί. Αντίθετα πρέπει να μπλοκάρουμε κλιμακωτά κάθε ενωσιακό πρόγραμμα πολιτικής, οικονομικής ή άλλης ενίσχυσης της Άγκυρας, όπως ενδεικτικά την Τελωνειακή Ένωση, τον αναβαθμισμένο πολιτικό διάλογο ΕΕ-Τουρκίας.
δ) Στη Σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ η χώρα μας θα μπορούσε εξάλλου να ζητήσει την υπογραφή ενός Πρόσθετου Πρωτοκόλλου που θα ερμηνεύει το ά. 5 του ΝΑΤΟ ότι καλύπτει και την απευκταία περίπτωση επίθεσης κράτους-μέλους εναντίον άλλου συμμάχου -για να καταγράψουμε έστω φίλους και «φίλους».
Τέλος, ε) σε διμερές επίπεδο κάθε «εταίρος» που ενισχύει την επιθετικότητα του Ερντογάν θα πρέπει να υφίσταται συνέπειες. Οι δυο προσεχείς Σύνοδοι Κορυφής ΕΕ και ΝΑΤΟ πρέπει αυτή τη φορά να περιλάβουν πραγματικές κυρώσεις κατά της Τουρκίας, όχι ευχολόγια και «θετικές ατζέντες»… Ίσως δεν βρούμε καταλληλότερη στιγμή αν θέλουμε να προλάβουμε τη βοή των γεγονότων…
Η κυβέρνηση κάνει αυτό που πρέπει, δηλαδή ενισχύει την άμυνά της και τις διεθνείς συμμαχίες της. Θα έχει τους συμμάχους αυτούς στο πλευρό της όταν θα τους χρειαστεί;
Για να είμαστε ρεαλιστές, κανείς ξένος δεν θα μας βοηθήσει πραγματικά αν δεν έχει κάτι να κερδίσει ή να χάσει..Αυτό είναι και το κλειδί. Σημαίνει πρακτικά ότι αντί για φιέστες για κάθε εξάρτημα που προστίθεται στα Ραφάλ και τις Μπελαρά θα έπρεπε να είχαμε ήδη αποκτήσει σαφή εικόνα για τα όρια (και τους όρους) της ενδεχόμενης συνδρομής τους στα δύσκολα. Κατά συνέπεια θα είχαμε επεξεργαστεί μαζί τους στο πλαίσιο μιας συνολικής εθνικής στρατηγικής το τι ακριβώς θα προσφέρει καθένας από αυτούς ρεαλιστικά την κρίσιμη ώρα μιας τουρκικής επίθεσης (ρόλος και συμβολή καθενός, συνδρομή πχ. με μεταστάθμευση αεροσκαφών, πολεμικών πλοίων και task force αεροπλανοφόρου στο Αν.Αιγαίο κι όχι με παροδικό διάπλου του Ιονίου, με διαθέσιμα οπλικά συστήματα και ανταλλακτικά , συλλογή πληροφοριών κλπ. ).
Μήπως θα έπρεπε η κυβέρνηση να προετοιμάσει και την ελληνική κοινή γνώμη για το χειρότερο δυνατό σενάριο;
Η απότομη αύξηση της ανησυχίας οφείλεται ακριβώς στο ότι δεν υπήρξε η κατάλληλη προετοιμασία : πρώτα της ίδιας της κυβέρνησης (και του πολιτικού κόσμου) που αναλώνονται την ώρα του κινδύνου σε ανώφελες αντιπαραθέσεις περί τις διαδικασίες, αλλά και φυσικά της κοινής γνώμης. Έχοντας διαβεβαιώσει την τελευταία για ισχυρότατη αποτροπή, υπερσύγχρονους εξοπλισμούς μέχρι τα δόντια, «αυστηρά μηνύματα» στον «απομονωμένο» Ερντογάν (που όμως δεν φαίνεται κάθιδρως) και για «ακλόνητες συμμαχίες», εισπράττεται τώρα ξαφνικά ως μπούμερανγκ η ανησυχία. Απαιτείται γι αυτό μια υπεύθυνη ακροβασία ανάμεσα στην ανάγκη πλήρους ενημέρωσης σε μια δημοκρατική κοινωνία αλλά και στην ιδιαίτερη προσοχή να μην αυτοκαταστραφούν από λάθος χειρισμούς η ομαλότητα και η εθνική οικονομία.
Οι ΗΠΑ έχουν κατ’ επανάληψη επισημάνει την ανάγκη σταθερότητας στην νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ. Παρ’ όλα αυτά, πιστεύετε ότι η Τουρκία θα δοκιμάσει τα όρια συνοχής του ΝΑΤΟ;
Δεν βλέπω μεγάλες μετατοπίσεις στην αμερικανική στάση αν δεν δουλέψουμε έξυπνα προς την κατεύθυνση αυτή. Η Τουρκία εξάλλου είναι πολύ διαφορετική από εμάς και γι αυτό «διαβάζει» διαφορετικά και τα γεγονότα. Αυτή η δομική διαφορά εξηγεί άλλωστε και την κατά τα άλλα ακατανόητη ελπίδα πολλών στη χώρα μας (και έξω από αυτήν) που είδαν ακόμη και πρόσφατα μια «ευκαιρία να τα βρούμε» μαζί της -και διαψεύστηκαν γρήγορα παταγωδώς.
Ενώ εμείς λοιπόν βλέπουμε το «τέλος του αναθεωρητισμού» και ότι έτσι οι δύο νατοικοί γείτονες «έρχονται κοντά», ο Ερντογάν βλέπει να διανοίγονται νέες ευκαιρίες για το σχέδιό του για τη «Γαλάζια Πατρίδα» και την διεθνή αυτονόμησή του. Εκτιμά προφανώς ότι η Ρωσία θα επικρατήσει στρατιωτικά και θα αποδείξει πως σύνορα «ιστορικών αδικιών» μπορούν πράγματι να αλλάξουν δια της βίας -το κόστος δεν απασχολεί ιδιαίτερα τα αυταρχικά καθεστώτα. Επιπλέον θεωρεί ότι η Δύση έδειξε σαφέστατα πως δεν πρόκειται να εμπλακεί στρατιωτικά στο έδαφος απέναντι σε εισβολέα, όσο κι αν τον αποδοκιμάζει. Αλαζονικότατος εξάλλου, υπερεκτιμά τη συμβολή του ως μεσολαβητή, όπως και τη στρατηγική σημασία του οικοπέδου Τουρκία για τις ΗΠΑ.
Με λίγα λόγια η κρίση βαθαίνει εδώ και καιρό και βαδίζουμε πλην απροόπτου σε μεγάλη όξυνση, αλλά ΗΠΑ και ΝΑΤΟ λογικά δεν θα απομακρυνθούν από τις ίσες αποστάσεις που τελικά λειτουργούν υπέρ του ταραξία. Αν πάντως έχουμε κάποιες ελπίδες να εξασφαλίσουμε στήριξη, η στιγμή είναι τώρα -τώρα που η Τουρκία έχει «ξεφύγει» και επιτέλους η επιθετικότητα και ο αντιδυτικισμός της είναι ορατοί παντού.
capital.gr
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
