Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η αγωνία Ερντογάν για την περιοδεία Μπιν Σαλμάν στην περιοχή

Δημοσιεύτηκε στις

Η γεωπολιτική σημασία της επίσκεψης του Πρίγκιπα της Σαουδικής Αραβίας σε Τουρκία, Ιορδανία, Κύπρο, Ελλάδα και Αίγυπτο

Μάριος Πούλλαδος

Ο Σαουδάραβας Πρίγκιπας, διάδοχος του θρόνου, Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, αναμένεται τις επόμενες εβδομάδες να ξεκινήσει την περιοδεία του στη γειτονιά μας. Σε μια περίοδο διεθνών αναταράξεων εξαιτίας της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, της εντεινόμενης ενεργειακής κρίσης και αβεβαιότητας, η άφιξη του ισχυρού άνδρα της πλούσιας σε πετρέλαιο Σαουδικής Αραβίας κάθε άλλο παρά τυχαία μπορεί να κριθεί. Τα αποτελέσματα των επαφών που θα έχει ο Μπιν Σαλμάν σε Τουρκία, Κύπρο, Ελλάδα, Ιορδανία και Αίγυπτο και οι συμφωνίες στον τομέα ενέργειας και εμπορίου αναμένεται να δρομολογήσουν τους επόμενους μήνες ευρύτερες γεωπολιτικές εξελίξεις. Μεγαλύτερη αγωνία και νευρικότητα για το περιεχόμενο των επαφών του Μπιν Σαλμάν σε Κύπρο και Ελλάδα έχει ο Τούρκος Πρόεδρος, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Η Άγκυρα υπήρξε ένας ενοχλητικός φίλος για το Ριάντ μετά τη δολοφονία του Σαουδάραβα δημοσιογράφου Κασόγκι τo 2018. Ο Ερντογάν προσπάθησε να εκθέσει διεθνώς τον Πρίγκιπα Μπιν Σαλμάν για το πιο πάνω ζήτημα, αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να βυθίσει στα τάρταρα την τουρκική λίρα και να πληγώσει τη δημοτικότητα του ιδίου και του κόμματός του AKP. Ενόψει όμως των κρίσιμων εκλογών στην Τουρκία του χρόνου, ο Ερντογάν θέλησε να αντιστρέψει το κλίμα. Πριν από περίπου 2 εβδομάδες ο Τούρκος Πρόεδρος αναγκάστηκε να βάλει την ουρά στα σκέλια κάνοντας μια επίθεση γοητείας στο πλαίσιο μιας σπάνιας επίσκεψης στο Ριάντ, η οποία έγινε πρωτοσέλιδο στα τουρκικά ΜΜΕ. Προηγουμένως φρόντισε να επιχειρήσει αποκατάσταση των δεσμών με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ), έχει επικοινωνήσει με τους Ισραηλινούς ηγέτες, συνέχισε το φλερτ με την Αίγυπτο, χωρίς προς το παρόν ουσιαστική ανταπόκριση.

Ο Ερντογάν συνειδητοποίησε ότι υπάρχουν και όρια στην ικανότητα της Τουρκίας να επιβάλλει τη θέλησή της σε άλλες περιφερειακές δυνάμεις είτε στην Ανατολική Μεσόγειο είτε στην υποστήριξή της στα ισλαμιστικά κινήματα στη Μέση Ανατολή. Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα παρέμεινε η μόνη χώρα προς την οποία εξαπολύει απειλές και ιαχές πολέμου, εγείροντας ζήτημα κυριαρχίας των Ελληνικών νησιών.

Απάντηση με «East to Med Data Corridor»

Η απάντηση από Ελλάδα ήρθε πριν από δυο εβδομάδες, όταν έπεσαν οι υπογραφές συμφωνίας μεταξύ Ελλάδας και Σαουδικής Αραβίας για το νέο υποθαλάσσιο και επίγειο καλωδιακό σύστημα μεταφοράς δεδομένων «East to Med data Corridor» (έργο EMC). Στόχος του έργου είναι να διασυνδέσει την Ευρώπη με την Ασία , με τρόπο που ο ελληνικός χώρος θα μετατραπεί σε ανατολική πύλη της Ε.Ε. για τη μεταφορά δεδομένων και το Βασίλειο της Σαουδικής Αραβίας περιφερειακός ψηφιακός κόμβος. Του έργου ηγούνται από την πλευρά της Σαουδικής Αραβίας το MENA HUB, που ανήκει στην stc, και από την ελληνική πλευρά η εταιρεία TTSA. Μέτοχοι του έργου θα είναι επίσης η ΔΕΗ και η CyTA Κύπρου, εν αναμονή τελικών εταιρικών εγκρίσεων. Ως συνέχεια, η Ομοσπονδία Εμπορικών Επιμελητηρίων της Σαουδικής Αραβίας ανακοίνωσε αυτήν την εβδομάδα την υπογραφή συμφωνίας με το Κυπριακό Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο για την ίδρυση του Επιχειρηματικού Συμβουλίου Σαουδικής – Κύπρου, με σκοπό του συμβουλίου να ενισχύσει τις διμερείς εμπορικές επενδύσεις.

Τα σημεία τριβής Τουρκίας – Σαουδικής Αραβίας

Άγκυρα και Τεχεράνη συγκρούστηκαν για μια σειρά ζητημάτων τους τελευταίους μήνες, συμπεριλαμβανομένου του σχηματισμού της νέας ιρακινής κυβέρνησης, της μελλοντικής οδού εξαγωγής κουρδικού φυσικού αερίου, της καταδίωξης Κούρδων μαχητών από την Τουρκία στο έδαφος του ιρακινού Κουρδιστάν και των απειλών για παρέμβαση επίσης στο Σιντζάρ, της ανταλλαγής των διασυνοριακών υδάτων και των σεναρίων μιας νέας τουρκικής στρατιωτικής επιχείρησης στη Συρία. Επιπλέον, η Τουρκία διεκδίκησε ρόλο περιφερειακού ηγεμόνα όσο και ως ηγέτιδα μουσουλμανική χώρα, ρόλοι που δεν ταιριάζουν ιδιαίτερα με τη Σαουδική Αραβία, της οποίας ο βασιλιάς αντλεί νομιμότητα από το να είναι ο θεματοφύλακας των δύο ιερότερων τζαμιών του Ισλάμ, στη Μέκκα και τη Μεδίνα.

Υπενθυμίζεται ότι το καλοκαίρι του 2020, πληρώματα αεροπορίας της Σαουδικής Αραβίας και των Εμιράτων εκπαιδεύτηκαν με την ελληνική αεροπορία από βάσεις στην Κρήτη. Τον Σεπτέμβριο του 2021 στην αεροπορική βάση της Τανάγρας έγινε η τελετή αποχώρησης για τη Σαουδική Αραβία τής πυροβολαρχίας, με περίπου 100 αξιωματικούς, των ελληνικών αντιαεροπορικών Patriot.

Από την τουρκική σκοπιά, η παράταξη των χωρών που εναντιώνονται στην Τουρκία στην Ανατολική Μεσόγειο, η οποία περιελάμβανε και τη Γαλλία, ήταν ένα πιθανό πρόβλημα ασφάλειας. Χωρίς τη στρατιωτική δύναμη για να εκφοβίσει τους αντιπάλους της, η τουρκική κυβέρνηση προσπάθησε να αποδυναμώσει αυτόν τον αντιτουρκικό άξονα.

Ο παράγοντας Ιράν

Από την πλευρά του το Ριάντ έχει σοβαρούς λόγους να βλέπει με ιδιαίτερη ανησυχία μια αυξανόμενη ιρανική απειλή. Η ιδέα ενός σουνιτικού άξονα ενάντια στο Ιράν, στη Συρία, το Ιράκ, την Υεμένη και τον Λίβανο φέρνει επίσης το Ριάντ και την Άγκυρα πιο κοντά, παρά τη συνεργασία τους με διαφορετικούς τοπικούς παράγοντες επί τόπου. Κατ’ αντιστοιχία, από ιρανική σκοπιά, η συμφιλίωση μεταξύ Τουρκίας-Σαουδική Αραβίας δύο μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την επιρροή της Τεχεράνης, ιδιαίτερα στη Συρία, το Ιράκ και την Υεμένη. Επιπλέον, μπορεί να εξουσιοδοτήσει τη Σαουδική Αραβία στις διαπραγματεύσεις της με το Ιράν για περιφερειακά ζητήματα, υπονομεύοντας έτσι την προσπάθεια της Τεχεράνης να αναγκάσει το Ριάντ να συμφωνήσει σε παραχωρήσεις.

Άραβες αναλυτές σημειώνουν πως οι Ιρανοί ανησυχούν επίσης ότι η συμφιλίωση Τουρκίας-Σαουδικής Αραβίας έχει τη δυνατότητα να προσελκύσει περισσότερες χώρες σε μια ενοποιημένη περιφερειακή ατζέντα. Μερικοί από αυτούς μάλιστα πιστεύουν ότι η Άγκυρα έχει τη δυνατότητα να ενσωματώσει το Ισραήλ σε τέτοιες προσπάθειες, οι οποίες θα μετατρέψουν το Ιράν σε πρωταρχικό στόχο.

Ωστόσο, σε μια άλλη διάσταση, ο Ερντογάν βλέπει αμοιβαία επωφελή την προοπτική ενίσχυσης της συνεργασίας σε τομείς όπως η άμυνα και τα οικονομικά. Από αυτή την άποψη, η πώληση προηγμένων όπλων και UAV, η ανάπτυξη συνεργασίας στην αμυντική βιομηχανία, η εκπαίδευση του σαουδαραβικού στρατού, ο εξοπλισμός όπλων τουρκικής κατασκευής, ειδικά τα UAV «Bayraktar», μπορεί να θεωρηθούν ως είναι μια κατάσταση win-win.

Περιφερειακές δυνάμεις – διαφορετικά συμφέροντα

Οι τέσσερεις αναδυόμενες περιφερειακές δυνάμεις – η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία, το Ιράν και το Ισραήλ – αναζητούν νέους συμμάχους για διαφορετικούς σκοπούς , παρόλο που προσπαθούν να καταλάβουν πώς θα αντιμετωπίσουν η μία την άλλη με λιγότερο συγκρουσιακό τρόπο.

Όπως εύστοχα παρατηρεί το αμερικανικό ινστιτούτο Wilson, o Ερντογάν επιδιώκει να γευτεί από το άφθονο χρήμα της Σαουδικής Αραβίας για να λάβει δισεκατομμύρια σε οικονομική βοήθεια και επενδύσεις για την -σοβαρά- προβληματική οικονομία του. Το Ισραήλ θέλει τους Άραβες εταίρους του να το βοηθήσουν να αντιμετωπίσει τη στρατιωτική απειλή από το Ιράν στην περιοχή και τη Χεζμπολάχ στον Λίβανο και να εξουδετερώσει την πίεση για ένα παλαιστινιακό κράτος. Ο MBS θέλει ο Ερντογάν να εγκαταλείψει την επιδίωξή του για την υπόθεση της δολοφονίας Κασόγκι και να ενωθεί με τη Σαουδική Αραβία σε μια συμμαχία σουνιτικών αραβικών εθνών για να λειτουργήσει ως αντίβαρο στο σιιτικό Ιράν. Ο διάδοχος πέτυχε τον πρώτο του στόχο, αλλά η Τουρκία είναι απίθανο να συμμετάσχει σε μια τέτοια συμμαχία εναντίον του Ιράν, καθώς δεν αντιμετωπίζει την ίδια απειλή.

Σημερινή

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις3 λεπτά πριν

Καλεντερίδης: Η Ουκρανία στο έλεος του «διακόπτη» – Το μάθημα για την ελληνική άμυνα

Οι περιορισμοί στις δορυφορικές υπηρεσίες, η πίεση του Τραμπ στον Ζελένσκι και η ανάγκη για εγχώρια αμυντική παραγωγή στο επίκεντρο...

Αναλύσεις33 λεπτά πριν

Ποιος είναι σκληρότερος; Η Προεκλογική μάχη Νετανιάχου – Άιζενκοτ

Ο Γκάντι Άιζενκοτ, κορυφαίος Ισραηλινός πολιτικός που ελπίζει να ανατρέψει τον Πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου στις εκλογές στα τέλη αυτού του...

GEOPOLITICO48 λεπτά πριν

Από την Τουρκία τα 60 νέα λεωφορεία των ΜΑΤ!

Ερωτήματα για την προμήθεια 60 λεωφορείων Mercedes-Benz που, σύμφωνα με δημοσίευμα, κατασκευάζονται στην Τουρκία και προορίζονται για τις ειδικές μονάδες...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Καμπουρίδης: Τι συμβαίνει με Τουρκία και Αλίεφ

Η προσπάθεια της Άγκυρας να επιβάλει την επιρροή της στο Μπακού, ο παράγοντας Ισραήλ και οι επιπτώσεις στις τουρκικές επιδιώξεις...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Καλεντερίδης: «Παγίδα» η τουρκική άδεια για το καλώδιο – «Η Ελλάδα πού είναι στη Λιβύη;»

Προειδοποίηση για τους χειρισμούς στην ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, πρόταση για ευρωπαϊκές κυρώσεις και αιχμές για την ελληνική παρουσία στη Λιβύη...

Δημοφιλή