Διεθνή
Τα πέντε βήματα για την υπεράσπιση της ελληνικής εθνικής κυριαρχίας
Πώς θα υπερασπιστούμε αλλά και θα επεκτείνουμε την επικράτεια του Ελληνισμού
Άρθρο Ειδικού Συνεργάτη
Οι τουρκικές απειλές προς την εδαφική ακεραιότητα και την κυριαρχία της Ελλάδας είναι πλέον σαφείς και ανοιχτές. Το τουρκικό σύστημα εξουσίας προετοιμάζει με πολυάριθμες δηλώσεις το έδαφος για τουρκική εισβολή και κατάληψη ελληνικών νήσων στο Αιγαίο. Τώρα λοιπόν είναι η στιγμή για τις ελληνικές πολιτικές ελίτ αλλά και για σύσσωμο τον ελληνικό λαό σε Ελλάδα και Κύπρο να αρθούν στο ύψος των περιστάσεων και να υπερασπιστούν αποτελεσματικά τα πατρογονικά εδάφη του Ελληνισμού, επιτυγχάνοντας αποτελεσματική αποτροπή του επίδοξου εισβολέα. Η υπεράσπιση αυτή συνίσταται στα εξής βήματα:
Πρώτον, απαιτείται στρατιωτική προπαρασκευή. Αντί να αποδυναμώσουμε την άμυνα των νήσων μας όπως απεγνωσμένα επιδιώκει η Τουρκία, πρέπει άμεσα να ενισχύσουμε το έμψυχο δυναμικό και το πολεμικό υλικό που διατίθεται για την άμυνα των νήσων. Ειδικά οι μεγάλες νήσοι του Αιγαίου, όπως η Λέσβος, η Χίος, η Κως και η Ρόδος, αλλά και το στρατηγικό Καστελλόριζο, το οποίο εξασφαλίζει την επαφή ελλαδικής και κυπριακής ΑΟΖ, πρέπει να ενισχυθούν με ικανό αριθμό μόνιμα σταθμευμένων οπλιτών και στελεχών των ειδικών δυνάμεων. Παράλληλα, είναι δέον να αυξηθούν τα οπλικά συστήματα που είναι εγκατεστημένα στις νήσους, με προσθήκη συστημάτων εκτοξευτών ρουκετών τα οποία να δύνανται να πλήξουν στόχους σε μεγάλη ακτίνα και άρα να απειλούν κρίσιμα αστικά κέντρα των παραλίων της Μικράς Ασίας, όπως η Σμύρνη. Η επιθετική αυτή άμυνα είναι ακριβώς αυτό που φοβάται και θέλει να αποφύγει η Τουρκία και η εφαρμογή μιας τέτοιας άμυνας θα αποτελέσει τροχοπέδη στα επιθετικά σχέδια των Τούρκων, αφού θα πολλαπλασιάσει το κόστος που θα τους επιφέρει μια ενδεχόμενη επιθετική ενέργειά τους.
Δεύτερον, απαιτείται πλήρης σύμπνοια, άμεση συνεννόηση και αρμονική συνεργασία των δύο κρατικών οντοτήτων του Ελληνισμού, της Ελληνικής και της Κυπριακής Δημοκρατίας. Με τα νεοαποκτηθέντα μαχητικά αεροσκάφη Ραφάλ και την πολύ μεγάλη αυτονομία πτήσης τους, προσφέρεται η ευκαιρία να καθιερωθεί το επί χρόνια χωμένο στα συρτάρια δόγμα Ενιαίου Αμυντικού Χώρου Ελλάδας-Κύπρου. Οι ένοπλες δυνάμεις Ελλάδας και Κύπρου πρέπει να εξοικειωθούν άμεσα σε σενάρια πολεμικής σύγκρουσης πλήρους κλίμακας μεταξύ Ελληνισμού και Τουρκίας σε όλο τον χώρο των Βαλκανίων, του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου, με μεγάλης κλίμακας κοινές διακλαδικές ασκήσεις.
Τρίτον, απαιτείται ενίσχυση και επαναβεβαίωση των συμμαχιών της Ελλάδας αλλά και της Κύπρου με κράτη τα οποία έχουν επιδείξει απτά την στρατηγική τους σύμπλευση με τον Ελληνισμό τα τελευταία χρόνια. Ειδικότερα, πρέπει να αποφύγουμε την εμμονή σε πολυμελείς και βραδυκίνητους συνασπισμούς όπως η ΕΕ και το ΝΑΤΟ, οι οποίοι περιλαμβάνουν κράτη με στενούς δεσμούς με την Τουρκία, όπως η Γερμανία, η Ιταλία και η Ισπανία. Μέγιστης σημασίας σε αυτή την κατεύθυνση είναι η διαρκής επικοινωνία, συνεργασία και συνεννόηση με την Γαλλία. Η υπογραφείσα Συμφωνία Αμοιβαίας Αμυντικής Συνδρομής μεταξύ Ελλάδας και Γαλλίας αποτελεί πολυτιμότατο εργαλείο στα χέρια της πολιτικής μας ηγεσίας. Συγκεκριμένα, η πρόβλεψη της συμφωνίας ότι κάθε συμβαλλόμενο μέρος θα συνδράμει το άλλο σε περίπτωση που παραβιαστεί η κυριαρχία του δεύτερου δίνει στην Ελλάδα την δυνατότητα, κάνοντας τους σωστούς χειρισμούς, να ασκήσει το μονομερές της δικαίωμα με βάση την UNCLOS και να επεκτείνει σε ανύποπτο χρόνο τα χωρικά της ύδατα στα δώδεκα ναυτικά μίλια. Αυτή η δυνατότητα είναι νομικά βάσιμη, διότι η Γαλλία δεσμεύεται επίσης από την UNCLOS και διότι τα χωρικά ύδατα είναι μέρος της επικράτειας κάθε κράτους, επομένως επίθεση από την Τουρκία στα επεκτεταμένα χωρικά ύδατα των δώδεκα ναυτικών μιλίων της Ελλάδας συνιστά επίθεση στην επικράτειά της και δεσμεύει την Γαλλία σε επέμβαση με βάση την Συμφωνία. Φυσικά, για αυτή την κίνηση απαιτείται προσεκτική προπαρασκευή σε μυστικό διπλωματικό επίπεδο με την Γαλλία. Ταυτόχρονα, οι ένοπλες δυνάμεις της Γαλλίας είναι δέον να συμμετάσχουν και αυτές στις κοινές διακλαδικές ασκήσεις Ελλάδας και Κύπρου που προαναφέρθηκαν, ώστε να προετοιμαστεί επαρκώς η απρόσκοπτη συνεργασία τους σε ενδεχόμενη σύρραξη με την Τουρκία. Δύο ακόμα κράτη που Ελλάδα και Κύπρος οφείλουν να κρατούν κοντά τους είναι η Αίγυπτος και το Ισραήλ. Η συμφωνία οριοθέτησης ΑΟΖ που υπεγράφη τον Αύγουστο του 2020 από την Ελλάδα και την Αίγυπτο σε συνδυασμό με την προϋπάρχουσα και ισχύουσα οριοθέτηση μεταξύ Κύπρου και Αιγύπτου με γνώμονα την μέση γραμμή μπορούν να λειτουργήσουν ως βάση για μια τριμερή συμφωνία οριοθέτησης μεταξύ Ελλάδας, Κύπρου και Αιγύπτου. Σε αυτή την συμφωνία, θα «κλείσουν» οι τρεις ΑΟΖ με τον καθορισμό θαλάσσιου «τριεθνούς» και θα εξασφαλιστεί η επαφή ελλαδικής και κυπριακής ΑΟΖ, συμβάλλοντας στην στρατηγική συνέχεια του Ελληνισμού από τις Διαπόντιες Νήσους στην είσοδο της Αδριατικής μέχρι τις παρυφές της Μέσης Ανατολής στα δυτικά Συρίας, Λιβάνου και Ισραήλ. Αυτό το επίτευγμα θα δικαιώσει το αίμα εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων κατά την εμπλοκή της Ελλάδας στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο εναντίον του φασισμού και την τριπλή Κατοχή της από τις δυνάμεις του Άξονα, αίμα το οποίο χύθηκε για να είναι σήμερα τα Δωδεκάννησα ελεύθερα και να δίνουν, με το πλήρες δικαίωμά τους να διαθέτουν ΑΟΖ, την δυνατότητα σε Ελλάδα και Κύπρο να έχουν κοινά θαλάσσια σύνορα και να σχηματίζουν έτσι μια ισχυρή ελληνική αλυσίδα στην κρισιμότατης γεωστρατηγικής σημασίας λεκάνη της Ανατολικής Μεσογείου. Τέλος, Ελλάδα και Κύπρος οφείλουν να αναδείξουν στο Ισραήλ την κρισιμότητα του γεωστρατηγικού άξονα Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ και συνακόλουθα της διατήρησης της κυριαρχίας του Ελληνισμού στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Ο άξονας αυτός είναι αναγκαίος για το Ισραήλ, με δεδομένη την ύπαρξη της αναθεωρητικής ισλαμικής Τουρκίας αλλά και της ασταθούς Αιγύπτου η οποία εύκολα θα μπορούσε να επανέλθει στον έλεγχο των Αδελφών Μουσουλμάνων, ώστε να διασφαλίζεται η άμεση επικοινωνία του Ισραήλ με την Ευρώπη και την Δύση μέσω Ελλάδας και Κύπρου.
Τέταρτον, απαιτείται ανάληψη διπλωματικών πρωτοβουλιών σε διεθνές επίπεδο για την ανάδειξη των δικαίων του Ελληνισμού στην διεθνή κοινότητα και την απομόνωση της Τουρκίας. Πέραν της πρόσφατης ορθής κίνησης της δημοσίευσης χαρτών από το Υπουργείο Εξωτερικών με τις παράνομες διεκδικήσεις της Τουρκίας, πρέπει να δημοσιευτεί και να πρωτοκολληθεί στον ΟΗΕ χάρτης που θα δείχνει την πραγματική και νόμιμη Γαλάζια Πατρίδα, ήτοι τα ελληνικά χωρικά ύδατα με εύρος δώδεκα ναυτικών μιλίων. Ο χάρτης αυτός πρέπει να αντιπαρατίθεται με δεύτερο χάρτη με τα παρόντα χωρικά ύδατα εύρους έξι ναυτικών μιλίων, ώστε να καταγγελθεί πειστικά στην διεθνή κοινότητα το τουρκικό casus belli, ο σκοπός του οποίου έγκειται στον δραστικό περιορισμό της ελληνικής επικράτειας. Η Ελλάδα πρέπει να εξοικειώσει την διεθνή κοινότητα με την πραγματικότητα ότι ενώ η UNCLOS μας εξουσιοδοτεί σε κυριαρχία επί του 71% της θαλάσσιας έκτασης του Αιγαίου μέσω χωρικών υδάτων εύρους δώδεκα ναυτικών μιλίων, το απαράδεκτο τουρκικό casus belli μας περιορίζει σε κυριαρχία επί του μόλις 20% της έκτασης αυτής. Η Ελλάδα και η Κύπρος πρέπει επίσης να δραστηριοποιηθούν σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης και να απαιτήσουν την αποπομπή της Τουρκίας από το καθεστώς υποψήφιας προς ένταξη χώρας σε περίπτωση που αυτή δεν αποσύρει άμεσα αφενός το casus belli εναντίον της Ελλάδας και αφετέρου τα στρατεύματα κατοχής από το έδαφος της Κύπρου. Αυτές οι κινήσεις θα προπαρασκευάσουν κατάλληλα το έδαφος για την επέκταση των χωρικών υδάτων στα δώδεκα ναυτικά μίλια, η οποία όπως προαναφέρθηκε θα έχει την έμπρακτη στήριξη της Γαλλίας, και θα καταστήσουν σαφώς την Τουρκία επιτιθέμενο κράτος σε περίπτωση που πραγματοποιήσει την απειλή της για πόλεμο, φέρνοντας την διεθνή κοινότητα στο πλευρό της Ελλάδας και της Κύπρου σε ενδεχόμενη πολεμική σύρραξη.
Πέμπτον και σημαντικότερο, απαιτείται η πνευματική προπαρασκευή του ελληνικού λαού σε Ελλάδα και Κύπρο από τις πολιτικές του ηγεσίες για το ενδεχόμενο γενικευμένου πολέμου. Οι ταγοί μας, ανεξαρτήτως κομματικής παράταξης, οφείλουν να ανυψώσουν το ηθικό των πολιτών και να δηλώσουν σε όλους τους τόνους ότι η υπεράσπιση της ελευθερίας της κάθε σπιθαμής ελληνικής γης και θάλασσας έρχεται πιο πάνω από μια δουλοπρεπή και επαχθή ειρήνη με την Τουρκία, η οποία θα απαιτεί ως ανταλλάγματα τον φυσικό πλούτο της πατρίδας μας αλλά και την ίδια την εθνική μας κυριαρχία και ανεξαρτησία. Με αυτό τον τρόπο, η κάθε ελληνική οικογένεια σε Ελλάδα και Κύπρο θα ενθαρρυνθεί και θα νιώσει έτοιμη να θυσιάσει μια εξαγορασμένη και επιζήμια ηρεμία με την Τουρκία προς όφελος της αξιοπρέπειάς της αλλά τελικά και της ίδιας της υλικής ευμάρειάς της, μέσω της πλήρους εκμετάλλευσης του άφθονου φυσικού πλούτου της πατρίδας μας, το δικαίωμα στον οποίο έχουμε κερδίσει με το αίμα των προγόνων μας.
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

