Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Μπάιντεν-Μητσοτάκης-Ερντογάν: Το τρίγωνο Ουάσινγκτον-Αθήνας-Άγκυρας

Δημοσιεύτηκε στις

Η επιθετική ρητορική Ερντογάν σε Μητσοτάκη τορπιλίζει την προσέγγιση

Των Gallia Lindenstrauss, Christoph Becker, Remi Daniel

Η δήλωση του Τούρκου προέδρου Ερντογάν στις 23 Μαΐου ότι ο Έλληνας πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης “δεν υπάρχει πλέον για εμένα”, σηματοδοτεί νέο χαμηλό στις τεταμένες σχέσεις μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας.

Η προσβολή επιδεινώνει τις πρόσφατες τουρκικές παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου, πιο συγκρουσιακά από ό,τι στο παρελθόν, και έρχεται μετά από μια φαινομενικά επιτυχημένη πορεία για την επαναπροσέγγιση μεταξύ των δύο χωρών, η οποία όμως μέσα σε λίγες μόνο εβδομάδες, έχει καταρρεύσει.

Οι συνεχιζόμενες εντάσεις μεταξύ της ιστορικής ελληνουτουρκικής σύγκρουσης, ήταν εμφανείς για άλλη μια φορά, από το 2018 μέχρι το 2020. Εξαιτίας της αυξημένης ελκυστικότητας της Ανατολικής Μεσογείου δεδομένης της ενεργειακής της δυναμικής, το ζήτημα των θαλάσσιων συνόρων ήλθε ξανά στην επιφάνεια. Η διαφωνία για τη νομιμότητα της στρατιωτικοποίησης των νησιών του Αιγαίου από την Ελλάδα, η αναζωπύρωση του Κυπριακού και οι αντικρουόμενες αξιώσεις αναφορικά με τα θαλάσσια σύνορα, αποτελούν αλληλένδετα γεγονότα που καταλήγουν σε στρατιωτική αντιπαράθεση, κάτι που δεν έχει παρατηρηθεί από το 1996.

Η ρητορική του Ερντογάν αναφορικά με τον Μητσοτάκη έρχεται αμέσως μετά την τριήμερη επίσκεψη του Έλληνα πρωθυπουργού στις ΗΠΑ στα μέσα Μαΐου, η οποία κορυφώθηκε με την ομιλία του ενώπιον του Κογκρέσου (ο πρώτος Έλληνας πρωθυπουργός που το κάνει αυτό). Αυτή η επίσκεψη είναι απόδειξη των βελτιωμένων ελληνό-αμερικανικών σχέσεων και της πιο θετικής ελληνικής στάσης προς το ΝΑΤΟ. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, η ελληνική προσέγγιση χαρακτηριζόταν από θεμελιώδη σκεπτικισμό απέναντι στην αμερικανική παρουσία στην περιοχή, παρόλο που η Αθήνα είναι μέλος της δυτικής αμυντικής συμμαχίας από το 1952. Η ύπαρξη μιας ισχυρής σκεπτικιστικής αριστεράς κατά των ΗΠΑ στην Ελλάδα, η οποία δεν ξέχασε την αμερικανική στήριξη προς την ελληνική χούντα από το 1967 μέχρι το 1974, καθώς και μην περιορισμένη εμπλοκή της Ουάσιγκτον καθόλη τη διαμάχη μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας -καθώς και οι δύο είναι μέλη του ΝΑΤΟ- έθεταν μια σημαντική πρόκληση για τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις για μεγάλη περίοδο. Παράλληλα, ακόμη και κατά τη διάρκεια του Ψυχρού ΠΟλέμου, οι Έλληνες είχαν κοινούς πολιτιστικούς και οικονομικούς δεσμούς με τη Ρωσία, η οποία θεωρείται ιδιαίτερα στενά συνδεδεμένη, στο επίπεδο της θρησκείας.

Η στροφή της Ελλάδας προς την Ουάσιγκτον, αφήνοντας πίσω της την επί δεκαετίες στάση της, αντανακλά τις εξελίξεις στη διεθνή σκηνή. Πρώτον, η θετική σχέση με τη Μόσχα έχει επιδεινωθεί ραγδαία από το 2018, όταν η Ρωσία κατηγορήθηκε ότι αναμειγνύεται στις ελληνικές υποθέσεις, τη στιγμή που ήταν υπό διαπραγμάτευση η ένταξη της Βόρειας Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ. Επιπλέον, με τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, οι ελληνορωσικές σχέσεις έχουν προσφάτως φτάσει σε νέο χαμηλό, όταν ο θάνατος 12 αμάχων της ελληνικής μειονότητας στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας ως αποτέλεσμα του ρωσικού βομβαρδισμού, οδήγησε σε λαϊκή κατακραυγή στην Ελλάδα. Η απότομη ευθυγράμμιση της Αθήνας με την Ουάσιγκτον και το ΝΑΤΟ, συμπεριλαμβανομένης της ξεκάθαρης στάσης του Έλληνα ΥΠΕΞ Δένδια “να καλωσορίσει στην ΝΑΤΟϊκή οικογένεια τη Σουηδία και τη Φινλανδία”, αντιπροσωπεύει το αντίθετο της αντίληψης της Μόσχας.

Ταυτόχρονα, από πολλές απόψεις οι σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας αντικατοπτρίζουν τις σχέσεις Τουρκίας-ΗΠΑ. Επομένως, ενώ οι σχέσεις μεταξύ Αθήνας και Ουάσιγκτον δεν ήταν ποτέ καλύτερες, η Άγκυρα και η Ουάσιγκτον δεν φαίνονται ικανές να επιλύσουν αρκετά επίμαχα ζητήματα. Πράγματι, παρά την κάποια βελτίωση ως συνέπεια του πολέμου στην Ουκρανία, ο κατάλογος των ζητημάτων που είναι προς αμφισβήτηση μεταξύ Τουρκίας και ΗΠΑ, παραμένει. Όπως καταδεικνύει η αντίδραση της Τουρκίας στην προσπάθεια της Σουηδίας και της Φινλανδίας να ενταχθούν στο ΝΑΤΟ, οι κινήσεις της Άγκυρας που αψηφούν ορισμένες από τις προσδοκίες των δυτικών εταίρων, είναι επαναλαμβανόμενο φαινόμενο. Από την πλευρά της, η Άγκυρα αγανακτεί όταν θεωρείται δεδομένη στο ΝΑΤΟ και έχει την αίσθηση ότι δεν υπάρχει αρκετή κατανόηση των αναγκών της στην ασφάλεια, ιδιαίτερα αναφορικά με το ΡΚΚ και τις συνεργαζόμενες με αυτό οργανώσεις. Το γεγονός ότι ακόμη και η εξαγορά F-16 και ο εκσυγχρονισμός αυτών από τις ΗΠΑ έχει αποδειχθεί δύσκολος, για να μην αναφέρουμε την αποβολή τους από το project F-35 μετά την απόφαση της να αγοράσει τα S-400 από τη Ρωσία, εκλαμβάνεται από την Άγκυρα λες και η Τουρκία τυγχάνει άδικης μεταχείρισης.

Με τη σειρά τους, οι διμερείς σχέσεις Ουάσιγκτον-Αθήνας και Ουάσιγκτον Άγκυρας, επηρεάζουν η μία την άλλη επίσης. Οι προσπάθειες του Μητσοτάκης στις ΗΠΑ φαίνεται να είναι ένας τρόπος για να αντισταθμιστεί η Τουρκία, η οποία επέδειξε σημαντική διπλωματική προσπάθεια στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου πέρυσι. Η επαναπροσέγγιση της Άγκυρας με πολλά ενδιαφερόμενα μέρη τους τελευταίους μήνες, συμπεριλαμβανομένης και της Ιερουσαλήμ, παρακολουθείται με προσοχή από την Αθήνα. Την ίδια στιγμή, ο Έλληνας πρωθυπουργός σκόπευε στην επίσκεψη του, την οποία προγραμμάτιζε από το 2020, να καλύψει το κενό που δημιουργείται από τις συνεχιζόμενες εντάσεις μεταξύ της Τουρκίας και των ΗΠΑ. Η ανακοίνωση του Μητσοτάκης ότι η χώρα του θα προσπαθήσει να μπει στο πρόγραμμα των F35, οι αναφορές στο Κογκρέσο για τις τουρκικές παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου και οι εκκλήσεις του προς τους βουλευτές να είναι προσεκτικοί “στις αποφάσεις τους για τις αμυντικές προμήθειες στην Ανατολική Μεσόγειο”, έχουν ερμηνευτεί στην Τουρκία ως αντί-τουρκικές κινήσεις, κάτι που εξηγεί τα πρόσφατα λόγια του Ερντογάν για τον Έλληνα πρωθυπουργό. Γενικότερα, ενώ προφανώς ένας από τους κύριους λόγους που η Ουάσιγκτον έχει βελτιώσει τις σχέσεις της με την Αθήνα ήταν η ανάγκη να βρει υποκατάστατο και backup για κάποιες από τις αμερικανικές ανάγκες στην περιοχή που προηγουμένως καλυπτόταν από την Τουρκία, η Άγκυρα δυσανασχετεί με την ενεργό προσπάθεια της Ελλάδας να δελεάσει τις ΗΠΑ να εξαρτώνται περισσότερο από την Αθήνα.

Οι αυξανόμενες εντάσεις μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας βρίσκονται σε αντίθεση με την “επίθεση γοητείας” της Τουρκίας προς άλλους παράγοντες στο περιφερειακό σύστημα, όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τη Σαουδική Αραβία, το Ισραήλ και την Αίγυπτο. Τι θα μπορούσε να εξηγήσει αυτή τη διαφορετική προσέγγιση;

Πρώτον η αίσθηση των “επικοινωνιακών οχημάτων” στην Άγκυρα αναφορικά με τους δεσμούς μεταξύ των σχέσεων Ελλάδας-ΗΠΑ και Τουρκίας ΗΠΑ είναι μοναδική και δεν ισχύει για άλλες περιφερειακές δυνάμεις. Η κοινή ένταξη στο ΝΑΤΟ, η αίσθηση ανταγωνισμού για την απόκτηση πλεονεκτημάτων από τις ΗΠΑ, μια κοινή ιστορία εντάσεων, και σημαντικά ανεπίλυτα ζητήματα, δημιουργούν μια κατάσταση που προκαλεί τακτικές εντάσεις και δεν συναντάται σε άλλες διμερείς σχέσεις της Άγκυρας.

Δεύτερον, σε αντίθεση με τα κράτη του Κόλπου, των οποίων η επαναπροσέγγιση με την Τουρκία έχει ισχυρή οικονομική διάσταση, η πιθανότητα η Ελλάδα να παρέχει στην Τουρκία σημαντικές άμεσες ξένες επενδύσεις, είναι αμελητέα. Επιπλέον, ορισμένα από τα σημεία αντιπαράθεσης μεταξύ Άγκυρας και Αθήνας, αφορούν σε ζητήματα που έχουν οικονομική σημασία, όπως η οριοθέτηση αποκλειστικών οικονομικών ζωνών.

Τέλος, σε εγχώριο επίπεδο, οι βουλευτικές και προεδρικές εκλογές που πλησιάζουν το 2023, επηρεάζουν επίσης τις αποφάσεις του Ερντογάν. Λίγα ζητήματα έχουν πιο ενοποιητική επίδραση στο τουρκικό κοινό από την ελληνοτουρκική σύγκρουση και την τουρκική δυσαρέσκεια απέναντι στις ελληνικές και ελληνοκυπριακές αξιώσεις για τις ναυτικές ΑΟΖ. Το δόγμα της Γαλάζιας Πατρίδας, που αναπτύχθηκε από στρατιωτικούς και κυβερνητικούς κύκλους στην Άγκυρα και συνοψίζει τις μαξιμαλιστικές αξιώσεις της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο, έχει γίνει εργαλείο κινητοποίησης της τουρκικής κοινής γνώμης, γύρω από αυτό που θεωρείται άμυνα των νόμιμων δικαιωμάτων της Τουρκίας και της κυριαρχίας της χώρας.

Πιο γενικά, καθώς η επιδεινούμενη οικονομική κατάσταση της χώρας έχει δημιουργήσει μεγάλη δυσαρέσκεια στον τουρκικό πληθυσμό κατά της κυβέρνησης και καθώς οι δημοσκοπήσεις δείχνουν μια πιθανή ήττα του Ερντογάν και του συνασπισμού του το 2023, η τουρκική κυβέρνηση χρησιμοποιεί ευρύτερα εθνικιστικά συναισθήματα για να ενισχύσει τη θέση του. Αυτό μπορεί να φανεί στις απειλές της Άγκυρας να εντείνει τις επιχειρήσεις της εναντίον των κουρδικών δυνάμεων στη Βόρεια Σύρια και στο Βόρειο Ιράκ καθώς και στην Ανατολική Μεσόγειο. Με τον τρόπο αυτόν, ο Ερντογάν προσπαθεί να αυξήσει τη δημόσια στήριξη για τον ίδιο και για το εθνικιστικό κόμμα της Τουρκίας, το οποίο είναι βασικός σύμμαχος για τον Τούρκο πρόεδρο και κινδυνεύει να μην μπει στη Βουλή μετά τις εκλογές του 2023.

Οι ελληνοτουρκικές εντάσεις έρχονται σε μια στιγμή που η Τουρκία και το Ισραήλ επιδιώκουν να βελτιώσουν τις σχέσεις, προσθέτοντας άλλο ένα στρώμα δυσκολίας στην προσπάθεια του Ισραήλ να εξισορροπήσει τη σχέση του με Ελλάδα και Κύπρο, και της σχέσης με την Τουρκία. Οι Ισραηλινοί αξιωματούχοι καλά θα έκαναν να ενημερώσουν την Αθήνα και τη Λευκωσία με πίστη και ανοιχτά για τυχόν νέα εξέλιξη σε σχέση με την Άγκυρα. Η σκληρή ρητορική της Τουρκίας εναντίον της Ελλάδας, είναι επίσης ένα προειδοποιητικό σημάδι ότι η επανεκκίνηση της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας έρχεται με πολλούς περιορισμούς και αντιστοίχως, το Ισραήλ θα πρέπει να επιδείξει προσοχή. Επιπλέον, η Ιερουσαλήμ θα πρέπει να εξετάσει πώς θα αντιδράσει σε περίπτωση που οι εντάσεις μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας κλιμακωθούν σε μια αναμέτρηση στην Ανατολική Μεσόγειο, μια περιοχή στρατηγικής αξίας για το Ισραήλ. Ενώ η τρέχουσα κατάσταση καθιστά απίθανο η οποιαδήποτε ισραηλινή προσπάθεια κατευνασμού να έχει μια θετική επίδραση στην κατάσταση, το Ισραήλ θα πρέπει να σκεφτεί τρόπους να στηρίξει, άμεσα ή έμμεσα, τις προσπάθειες σταθεροποίησης της κατάστασης των περιφερειακών του συμμάχων.

Μπορείτε να δείτε το κείμενο εδώ: 

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Άμυνα30 λεπτά πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Αντι-NAVTEX της Τουρκίας ανοιχτά της Καρπάθου μετά την ελληνική οδηγία για άσκηση

Η Άγκυρα απάντησε στην ελληνική NAVTEX για πολυεθνική άσκηση με αντι-οδηγία, αξιώνοντας δικαιοδοσία στην περιοχή ανοιχτά της Καρπάθου. Η Αθήνα...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Εγκολφόπουλος: «Δεν χρειάζεται καμία ενημέρωση της Τουρκίας για το καλώδιο»

Την πεποίθηση ότι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου θα προχωρήσει στην προβλεπόμενη διαδρομή, χωρίς να απαιτείται ενημέρωση ή συναίνεση της Τουρκίας,...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Ινδικά πολεμικά πλοία στην Κύπρο; Οι πληροφορίες και το νέο αμυντικό σκηνικό

Πληροφορίες για παρεμβάσεις Ισραήλ και Εμιράτων απέναντι στις πιέσεις της Άγκυρας παρουσίασε το «Direct News». Στο επίκεντρο οι συζητήσεις για...

Δημοφιλή