Διεθνή
Σκόπια και Σόφια: Το αδιέξοδο συνεχίζεται παρά τις Πρέσπες
Σκοπιανό: Κυβερνητική κρίση στη Βουλγαρία, επικείμενη (;) στα Σκόπια
Σοφία Βούλτεψη
Αν και όλοι συμφωνούν πως τα Δυτικά Βαλκάνια πρέπει να πάψουν να αποτελούν την «μαύρη τρύπα» της γηραιάς ηπείρου και να ξεκινήσουν επιτέλους την πορεία τους με τελικό σταθμό την ένταξή τους στην ΕΕ, τα νέα από το μέτωπο Σόφιας – Σκοπίων παραμένουν αρνητικά. Και η σύγκρουση ανάμεσα στις χώρες πηγαίνει από περιπλοκή σε περιπλοκή. Αποδεικνύοντας ότι η Συμφωνία των Πρεσπών κάθε άλλο παρά ήταν η «ιδανική λύση», όπως υποστηρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ.
Μόλις πρόσφατα, από την Σύνοδο της Θεσσαλονίκης, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης κάλεσε σε δέσμευση, προκειμένου σε μια δεκαετία οι χώρες των Δυτικών Βαλκανίων να αποτελούν τμήμα της ενωμένης Ευρώπης.
Με αυτήν τη δέσμευση στις αποσκευές του έφυγε αμέσως μετά για μια περιοδεία στην περιοχή ο Γερμανός καγκελάριος Όλαφ Σολτς. Πλην όμως βρέθηκε ενώπιον του πλήρους αδιεξόδου. Με αποτέλεσμα οι δηλώσεις του στις δύο πρωτεύουσες να αλληλοαναιρούνται.
Στα Σκόπια, ο κ. Σολτς είπε πως όλα είναι έτοιμα για την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων. Αλλά στη Σόφια, σύμφωνα με το βουλγαρικό ειδησεογραφικό πρακτορείο BGNES, είπε πως «η Μακεδονία πρέπει να εκπληρώσει όλες τις προϋποθέσεις»…
Την ίδια ώρα στα Σκόπια έχει προκληθεί μεγάλη οργή από βίντεο όπου ο πρωθυπουργός Κοβατσέφσκι γελά ακούγοντας, στη Θεσσαλονίκη, τον Αλβανό πρωθυπουργό Έντι Ράμα να του λέει αστειευόμενος πως είναι ο πρωθυπουργός της… «μελλοντικής Δυτικής Βουλγαρίας»! Από την πλευρά του, ο Ράμα με ανάρτησή του απάντησε πως απλώς σάρκασε για την συμπεριφορά της Βουλγαρίας και όλα τα υπόλοιπα δεν είναι παρά «υστερία».
Μια «υστερία», όμως, που δείχνει το κλίμα…
Είχε προηγηθεί η επίσκεψη στα Σκόπια της υπουργού των Εξωτερικών της Βουλγαρίας Τεοντόρα Τζένκοφσκα, η οποία, όπως επιβεβαίωσε και ο ομόλογός της Οσμάνι, έθεσε ως προϋπόθεση για άρση του βουλγαρικού βέτο την συμπερίληψη στο Σύνταγμα της γειτονικής χώρας παραγράφου που αναγνωρίζει βουλγαρική μειονότητα και τα δικαιώματά της. Ο Οσμάνι δήλωσε πως διαφώνησε.
Κυβερνητική κρίση στη Βουλγαρία
Από την πλευρά του, ο Βούλγαρος πρωθυπουργός Κίριλ Πέτκοφ επίσης επιβεβαίωσε την απαίτηση της χώρας του, προσθέτοντας ωστόσο ότι αποτελεί μια πρόταση.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Πέτκοφ επιθυμεί να βρεθεί μια λύση, ωστόσο δεν μπορεί να απομακρυνθεί από τη συμφωνία με τα άλλα κόμματα που μετέχουν στον κυβερνητικό συνασπισμό. Γνωρίζει άλλωστε πως μια ενδοκυβερνητική κρίση θα οδηγούσε σε πτώση της κυβέρνησής του. Στις 8 Ιουνίου η κυβέρνησή του έχασε την πλειοψηφία στο κοινοβούλιο, όταν ένα κόμμα του τετρακομματικού συνασπισμού αποχώρησε κατηγορώντας τον πως είναι έτοιμος να άρει το βέτο, «αγνοώντας τα εθνικά συμφέροντα».
Ο λόγος για το λαϊκιστικό κόμμα «Υπάρχει τέτοιος λαός» που στις 8 Ιουνίου απέσυρε τους τέσσερις υπουργούς του, με τον ηγέτη του Σλάβι Τριφόνοφ, πρώην τραγουδιστή, να καταγγέλλει τον πρωθυπουργό Πέτκοφ ότι ακολουθεί διαφορετική πολιτική από αυτήν του υπουργείου Εξωτερικών, των αποφάσεων του Κοινοβουλίου και της πολιτικής που συμφωνήθηκε στο Γνωμοδοτικό Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Ρούμεν Ράντεφ. Οι υπουργοί του Τριφόνοφ αποχώρησαν από το υπουργικό συμβούλιο – ανάμεσά τους και η υπουργός των Εξωτερικών!
Μάλιστα, η υπουργός των Εξωτερικών ήδη από τις 17 Μαΐου είχε προειδοποιήσει τον πρωθυπουργό να σταματήσει να ασκεί δική του εξωτερική πολιτική, καθώς ακόμη και αν τα Σκόπια δέχονταν την αναγνώριση της βουλγαρικής μειονότητας αυτό δεν θα ήταν αρκετό για να αρθεί το βέτο.
Πλέον η κυβέρνηση συνεχίζει ως κυβέρνηση μειοψηφίας, με 109 βουλευτές επί συνόλου 240. Ωστόσο, οκτώ βουλευτές του κόμματος «Υπάρχει τέτοιος λαός» έσπευσαν να ανεξαρτητοποιηθούν, δηλώνοντας ότι θα ψηφίζουν κατά συνείδηση – γεγονός που δείχνει ότι θα συνεχίσουν να στηρίζουν την κυβέρνηση.
Την επομένη, 9 Ιουνίου, στη συνάντησή του με τον Επίτροπο για την Διεύρυνση Όλιβερ Βαρχέλι, ο Πέτκοφ ξεκαθάριζε πως η χώρα του έχει θέσει όρους για την άρση του βέτο και εργάζεται για να δει εάν οι Βρυξέλλες μπορούν να εγγυηθούν την τήρηση αυτών των όρων.
Κλυδωνισμοί στην κυβέρνηση εν μέσω κρίσης
Στο μεταξύ η κρίση έγινε ακόμη πιο βαθιά στο κυβερνητικό στρατόπεδο, όταν, την περασμένη Πέμπτη, αποπέμφθηκε ο ίδιος ο Πρόεδρος της Βουλής Νίκολα Μίντσεφ, με τις ψήφους των κομμάτων της αντιπολίτευσης και του κόμματος «Υπάρχει τέτοιος λαός» που αποσκίρτησε από το κυβερνητικό στρατόπεδο.
Αν και ως λόγος για την πρόταση μομφής εναντίον του Προέδρου της Βουλής προβλήθηκε η «παραβίαση των κανόνων του Σώματος», η πραγματικότητα κατά τον πρωθυπουργό Πέτκοφ είναι ότι απλά σχηματίζεται ένα νέο αντικυβερνητικό στρατόπεδο.
Την επόμενη εβδομάδα η κυβέρνηση θα υποβληθεί στην δοκιμασία της ψήφου εμπιστοσύνης. Αν η κυβέρνηση χάσει την Δεδηλωμένη, τότε η χώρα θα πάει σε νέες πρόωρες εκλογές τον Σεπτέμβριο και θα μπει σε νέο κύκλο αστάθειας εν μέσω πολέμου, ενεργειακής κρίσης και ακρίβειας, με τον πληθωρισμό σε υψηλό 24 χρόνων.
Με λίγα λόγια, ζούμε ξανά το θαύμα της απλής αναλογικής…
Οι διαφορές για γλώσσα και Ίλιντεν παραμένουν
Ως γνωστόν, η Βουλγαρία αρνήθηκε το 2020 να εγκρίνει το πλαίσιο διαπραγματεύσεων για ένταξη της γειτονικής χώρας στην ΕΕ εξαιτίας διαφωνιών σχετικά με την γλώσσα και τις ιστορικές προσωπικότητες. Η Σόφια υποστηρίζει πως τα «μακεδονικά» αποτελούν βουλγαρική διάλεκτο, πως οι εθνικοί ήρωες των Σκοπίων είχαν βουλγαρική εθνική συνείδηση και πως η περίφημη «επανάσταση του Ίλιντεν» της ανήκει.
Από την πλευρά του ο Βαρχέλι δήλωσε πως δοθείσης της κατάστασης, δεν μπορεί να υπάρξει καμιά πρόοδος.
Διότι δεν υπάρχει πρόοδος στις εργασίες της μικτής επιτροπής για την Ιστορία ως το 1944, συμπεριλαμβανομένης και μιας συμφωνίας για τον κομιτατζή Γκότσε Ντέλτσεφ και το Ίλιντεν.
Η Βουλγαρία ζητά επίσης τα κείμενα στα ιστορικά βιβλία για τα γεγονότα του 19ου και του 20ού αιώνα να εμφανίζονται στην αρχική γλώσσα συγγραφής τους.
Η Βουλγαρία απαιτεί ακόμη να μην υπάρχει σε ευρωπαϊκό κείμενο η αναφορά σε «μακεδονική γλώσσα» ως διαφορετική από την βουλγαρική. Σε διαφορετική περίπτωση θα πρέπει πάντα να υπάρχει η παραπομπή ότι πρόκειται για εξέλιξη βουλγαρικής διαλέκτου.
Μια άλλη απαίτηση είναι η παραίτηση των Σκοπίων από τον ισχυρισμό ότι στη Βουλγαρία υπάρχει «μακεδονική μειονότητα».
Και μια σημαντική λεπτομέρεια με την οποία δεν έχει ασχοληθεί κανείς: Η Σόφια απαιτεί από τα Σκόπια να ενημερώσουν τις χώρες-μέλη του ΟΗΕ ότι οι τροπολογίες στο Σύνταγμα με τις προβλέψεις της Συμφωνίας των Πρεσπών θα εφαρμοστούν παράλληλα με τη Συμφωνία Καλής Γειτονίας με την Βουλγαρία του 2017.
Στις 7 Ιουνίου μάλιστα, η εφημερίδα «Νόβα Ματσεντόνια», επικαλούμενη πηγές στον ΟΗΕ, ανέφερε πως ήδη η Γραμματεία του Οργανισμού έλαβε οδηγίες να αποφεύγει τον όρο «μακεδονική γλώσσα» στα έγγραφά της, αλλά τον όρο «γλώσσα της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας».
Η ίδια πηγή ανέφερε ότι ο όρος «μακεδονική γλώσσα» θα χρησιμοποιείται για να περιγράφει την «αρχαία μακεδονική γλώσσα», κάτι που επιδιώκει και η Ελλάδα.
Ο εμπρησμός δυναμίτισε το κλίμα
Σε όλα αυτά ήλθε να προστεθεί και ο εμπρησμός, στις 4 Ιουνίου, του βουλγαρικού Πολιτιστικού Κέντρου «Βάνκο (Ιβάν) Μιχαήλοφ» στη Μπίτολα (Μοναστήρι), για τον οποίο συνελήφθη ο 34χρονος πολύ γνωστός Σκοπιανός τραγουδιστής Λάμπε Αλαμπάκοφσκι, ο οποίος ομολόγησε υποστηρίζοντας πως τα κίνητρά του ήταν «πατριωτικά».
Το βουλγαρικό πολιτιστικό κέντρο είχε ιδρυθεί τον Μάρτιο του 2019 και εγκαινιαστεί τον περασμένο Απρίλιο, παρουσία του πρωθυπουργού της Βουλγαρίας, της αντιπροέδρου της Βουλγαρίας και πολυάριθμης διακομματικής βουλγαρικής αντιπροσωπείας και είχε προκαλέσει τις έντονες αντιδράσεις, καθώς ο Ιβάν Μιχαήλοφ υπήρξε αμφιλεγόμενος Βούλγαρος πολιτικός με φασιστικές καταβολές, που είχε συνεργαστεί με τους Ναζί.
Ο Μιχαήλοφ αμφισβητούσε την ύπαρξη «μακεδονικού έθνους» και υποστήριζε ότι οι σλαβικής καταγωγής κάτοικοι της σημερινής Βόρειας Μακεδονίας είναι Βούλγαροι.
Επιπλέον, ιδρυτικός σκοπός του κέντρου ήταν η υπεράσπιση των πολιτών που αυτοπροσδιορίζονται ως Βούλγαροι.
Και οι δύο χώρες προσπάθησαν, βέβαια, να κατεβάσουν τους τόνους, υποστηρίζοντας πως ο εμπρησμός αποσκοπούσε στην διακοπή των συνομιλιών και την εξεύρεση λύσης.
Αλλά το μήνυμα από την Σόφια ήταν σαφές και εκφράστηκε από τον αναπληρωτή πρωθυπουργό και υπουργό των Οικονομικών Άσεν Βασίλεφ, ο οποίος σχολίασε σε τηλεοπτική συνέντευξη πως «δεν είναι η Βουλγαρία που πρέπει να τα βρει με την Βόρεια Μακεδονία, αλλά η ΕΕ»!
Καταγγελίες για εκβιασμό
Άλλωστε, στις 22 του περασμένου Μαΐου, ο (αποπεμφθείς) πρόεδρος της βουλγαρικής Βουλής Νίκολα Μίντσεφ επιβεβαίωσε ότι «δεν υπάρχει ρεαλιστικός λόγος να άρει η βουλγαρική κυβέρνηση το βέτο».
Από την πλευρά του ο Σκοπιανός πρωθυπουργός Κοβατσέφσκι κατηγορεί ευθέως την Βουλγαρία ότι κρατά ομήρους την χώρα του και την Αλβανία. Όπως είπε, «μιλώντας για γεγονότα που συνέβησαν πριν από 150 χρόνια είναι κλασσικός εκβιασμός που δεν ωφελεί κανέναν».
Και όλα αυτά οδηγούν σε νέα γεγονότα: Τον περασμένο Μάιο ένας Βούλγαρος εθνικιστής, ο Βικτόρ Κανζούροφ, πέταξε από τον τάφο του Γιάνε Σαντάνσκι ένα στεφάνι που είχε τοποθετήσει στην επέτειο του θανάτου του ένας σκοπιανός σύλλογος.
Ακόμη και όταν, τον περασμένο Φεβρουάριο, Σκόπια και Σόφια αποφάσισαν κοινούς εορτασμούς για τα 150 χρόνια από την γέννηση του κομιτατζή Γκότσε Ντέλτσεφ ((Κιλκίς, 4 Φεβρουαρίου 1872 – Μπάνιτσα (Καρυές) Σερρών 4 Μαΐου 1903), ηγετικού στελέχους της «Εσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης-ΕΜΕΟ», δεν έλειψαν τα παρατράγουδα.
Εθνικιστές ανεμίζοντας σημαίες με τον Ήλιο της Βεργίνας αποδοκίμασαν τον προερχόμενο από το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα πρόεδρο Πενταρόφσκι, ενώ ο Κρίστιαν Μίτσκοφσκι, αρχηγός του κόμματος της αντιπολίτευσης VMRO ανακοίνωσε πως θα συμφωνούσε με τον κοινό εορτασμό αν η Σόφια αναγνώριζε ότι ο Ντέλτσεφ ήταν «Μακεδόνας».
Προφανώς η Σόφια δεν έχει τέτοια πρόθεση. Είναι χαρακτηριστικές οι φράσεις από την ομιλία του προέδρου Ράντεφ, τον περασμένο Ιανουάριο, κατά την ημέρα της ορκωμοσίας του για μια δεύτερη θητεία:
«Συγκαταλέγομαι μεταξύ των πολιτικών που θέλουν η Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση το συντομότερο δυνατό. Γι’ αυτό ακριβώς πρέπει να βοηθήσουμε τα αδέρφια μας να ξεπεράσουν γρήγορα τα ιδεολογήματα από το παρελθόν ολοκληρωτισμού και να επιτύχουν τα κριτήρια για ένταξη. Ως ένα υπεύθυνο κράτος-μέλος της ΕΕ, η Βουλγαρία θα πρέπει να ενσωματώσει εταίρους και όχι προβλήματα στην Ένωση. Θα επιβεβαιώσω το πόστο μου ως πρόεδρος όλων των Βουλγάρων ότι τα ίσα δικαιώματα των Βουλγάρων στη Βόρεια Μακεδονία, πολλοί από τους οποίους είναι επίσης Βούλγαροι πολίτες, θα πρέπει να διασφαλίζονται με την ενσωμάτωσή τους στο Σύνταγμα της χώρας μαζί με τα άλλα μέρη των λαών. Αυτή η πράξη, μαζί με την υιοθέτηση αξιόπιστων μηχανισμών για την εξάλειψη της ρητορικής μίσους και τη διατήρηση της βουλγαρικής πολιτιστικής και ιστορικής κληρονομιάς, θα πρέπει να αποτελέσουν προκαταρκτική προϋπόθεση για την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων».
Στο μεταξύ, η πολυσυζητημένη πρόταση του Γάλλου Προέδρου Μακρόν σύμφωνα με την οποία η Βουλγαρία να άρει το βέτο και η ΕΕ να εγγυηθεί ότι τα Σκόπια θα ανταποκριθούν στους όρους της Σόφιας δημιούργησε νέο κύκλος αντιδράσεων με τον αρχηγό της αντιπολίτευσης Μίτσκοτσκι να δηλώνει πως «αν ο όρος είναι να βουλγαροποιηθούμε, τότε δεν επιθυμώ την είσοδό μας στην ΕΕ»!
Καυγάς για μειονότητες και στη μέση η Τουρκία
Όλα αυτά δημιουργούν εκνευρισμό στους Αλβανούς των Σκοπίων, που δεν ενδιαφέρονται για τέτοιου είδους διενέξεις και που ενισχύουν συνεχώς την θέση τους στην κυβέρνηση συνεργασίας, γιορτάζοντας φέτος και τα είκοσι χρόνια από την ίδρυση του κόμματός τους DUI.
Ο αρχηγός τους, Αλή Αχμέτι, θεωρεί ότι δεν πρόκειται να συμβεί τίποτε αν η ύπαρξη βουλγαρικής μειονότητας περιληφθεί στο Σύνταγμα της χώρας, δεδομένου ότι το σημαντικό είναι να αρχίσουν το συντομότερο οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις. Ένα πρόβλημα που θα μπορούσε να ξεπεραστεί αν οι Βούλγαροι αποδέχονταν πως και στη δική τους χώρα υπάρχει «μακεδονική μειονότητα» – κάτι που ο Πέτκοφ έχει αρνηθεί κατηγορηματικά.
Σε όλα αυτά, προστίθεται και η πρόσφατη επίσκεψη του κ. Κοβατσέφσκι στην Κωνσταντινούπολη και η συνάντησή του με τον κ. Ερντογάν, τον οποίο ευχαρίστησε για την υποστήριξή του κατά την διαδικασία της ένταξης της χώρας του στο ΝΑΤΟ.
Και όχι μόνο αυτό: Όπως επίσημα ανακοινώθηκε, «οι κ.κ. Ερντογάν και Κοβάτσεφσκι, επισήμαναν ότι η Βόρεια Μακεδονία και η Τουρκία συνεχίζουν την εξαιρετικά καλή συνεργασία μεταξύ των υπουργείων Άμυνας των δύο χωρών για τον εκσυγχρονισμό των ενόπλων δυνάμεων της Βόρειας Μακεδονίας, καθώς και στον τομέα της στρατιωτικής εκπαίδευσης, όπως και με την κοινή συμμετοχή σε ειρηνευτικές επιχειρήσεις και στρατιωτικές ασκήσεις».
Όλα αυτά, την ώρα που η Τουρκία αρνείται σε Σουηδία και Φινλανδία την ένταξη στη Συμμαχία.
Απλά για να ξέρουμε πού βρισκόμαστε…
* Βουλευτής Β3 Νοτίου Τομέα Αθηνών, υφυπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου, δημοσιογράφος
liberal.gr
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

