Διεθνή
Ερντογάν – Εκλογές 2023: Από το Προεδρικό Μέγαρο στη φυλακή;
Το εισιτήριο του Ερντογάν για επανεκλογή ή φυλακή και η στρατηγική λογική μιας Πανεθνικής Διάσκεψης
γράφει ο Γιάννος Χαραλαμπίδης*
-
- Γιατί είναι σταθμός η Σύνοδος του ΝΑΤΟ για την κρίση και το ελληνικό casus belli
- Ποιες κινήσεις μπορούν να γίνουν εντός της ΕΕ και του ΝΑΤΟ και πώς μπορούν Αθήνα και Λευκωσία να προχωρήσουν σε υπεύθυνη πολιτική αποτροπής και ασφάλειας
- Η τιμωρία της Τουρκίας και το σενάριο των ΗΠΑ
- Η γενίκευση του πολέμου και το πρόβλημα της Κύπρου
- Πώς η Λευκωσία αυτοπαγιδεύτηκε διπλωματικά και στρατιωτικά
Σταθμός θα είναι η Σύνοδος του ΝΑΤΟ στις 28 Ιουνίου σχετικά με τις εξελίξεις στο Αιγαίο. Διπλωματικές πηγές αναφέρουν ότι, αν η Τουρκία δεν πάρει ανταλλάγματα που να ικανοποιούν τον Ερντογάν και την πολιτική του, που έχει ως στόχο να κερδίσει τις εκλογές του 2023, θα παρατηρηθεί, κατ’ ελάχιστον, νέα κλιμάκωση της πολεμικής ρητορικής. Υπό αυτές τις συνθήκες και με όσα λέγονται από τις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις περί της περίπτωσης για γενίκευση του πολέμου και όχι για ένα τοπικό και μόνο επεισόδιο, εγείρεται το ζήτημα κατά πόσον θα πρέπει να συζητηθεί το ελληνικό casus belli για την Κύπρο στο πλαίσιο μιας Πανεθνικής, με στόχο:
1. Την αξιόπιστη αποτροπή και αντιμετώπιση μιας κρίσης και διάχυσης ενός πολέμου από τη Θράκη ώς την Κύπρο.
2. Την εξέταση των ιδιομορφιών μεταξύ Κύπρου, νησιών και Θράκης και του τρόπου διπλωματικής δράσης όχι μόνο τώρα αλλά και στη συνέχεια, διότι ο τουρκικός επεκτατισμός δεν πρόκειται να τερματιστεί ακόμη και αν χάσει ο Ερντογάν την εξουσία, καθότι η αντιπολίτευση τον κατηγορεί για ατολμία επειδή ακόμη δεν άρπαξε νησιά από την Ελλάδα.
Οι επιδιώξεις του Ερντογάν
Για τον Τούρκο Πρόεδρο, το Αιγαίο μετατρέπεται σε εισιτήριο για την επανεκλογή του, αλλά και παγίδα, για τους εξής λόγους:
Πρώτον, εάν ο Ερντογάν υποχωρήσει στο θέμα του Αιγαίου θα συνθλιβεί από την αντιπολίτευση, η οποία δεν τον κατηγορεί για την επεκτατική του πολιτική, με την οποία συμφωνεί, αλλά για την ατολμία που επιδεικνύει έναντι των Ελλήνων, καθώς και για τον αντιαμερικανισμό του.
Δεύτερον, εάν ο Τούρκος Πρόεδρος δεν προχωρήσει σε επεισόδιο και δεν πάρει ανταλλάγματα ούτε από τους Συμμάχους, δηλαδή τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, για να τερματίσει νικηφόρα την κλιμάκωση της έντασης, τότε η υφιστάμενη κατάσταση που έχει δημιουργήσει θα εξελιχθεί σε μπούμερανγκ για τον ίδιο. Το κύριο πρόβλημα του Ερντογάν είναι το εξής:
Εάν προχωρήσει είτε σε τοπική είτε σε γενικευμένη πολεμική σύρραξη, δεν είναι βέβαιο ότι θα κερδίσει είτε στα νησιά του Αιγαίου είτε στον Έβρο. Και τότε μπορεί να χάσει νωρίτερα από το 2023 τις εκλογές και να βρεθεί φυλακή. Εκτιμάται ότι εκείνο που αναζητά είναι μία τοπική κρίση, την οποία θα μπορεί να παρουσιάσει ακόμη και ως νίκη, επιδιώκοντας μάλιστα να σύρει την Ελλάδα σε διάλογο, στο πλαίσιο του οποίου θα είναι δυνατόν να εγείρει τα θέματα της αποστρατιωτικοποίησης, ακόμη και αυτής της κυριαρχίας.
Η δυσκολία των Αθηνών…
Μια τέτοια εξέλιξη είναι δύσκολη, για τους εξής λόγους:
Α) Καμία ελληνική Κυβέρνηση δεν θα παραμείνει στην εξουσία εάν εμπλακεί σε διάλογο για την αποστρατιωτικοποίηση και την κυριαρχία των νησιών. Είναι ως να έχει χάσει τον πόλεμο και μάλιστα ταπεινωτικά, προτού δώσει την όποια μάχη.
Β) Καμία ελληνική Κυβέρνηση δεν θα μείνει στην εξουσία εάν μετά από μία τοπική κρίση οδηγηθεί σε έναν τέτοιο διάλογο, διότι θα πρόκειται για την απαρχή μιας μεγαλύτερης ήττας.
Το αισιόδοξο σενάριο
Υπάρχει πάντως και μία αισιόδοξη για την Ελλάδα διπλωματική εκτίμηση. Ότι δηλαδή εάν στην παρούσα φάση η Τουρκία αποτολμήσει την πρόκληση κρίσης, οι Αμερικανοί θα επιδιώξουν τον καταποντισμό του Ερντογάν, για να τελειώνουν μαζί του, επιβάλλοντας στη χώρα μία νέα τάξη πραγμάτων, που θα τερματίζει την πολιτική του εκκρεμούς (μια στη Μόσχα, μια στην Ουάσιγκτον εκβιάζοντας). Το ερώτημα σε αυτήν την περίπτωση είναι τι θα κερδίσει και τι θα χάσει η Ελλάδα. Διότι, στην καλύτερη περίπτωση η Ελλάδα, εφόσον δεν έχει επεκτατικές βλέψεις, θα διατηρήσει τα υφιστάμενα κυριαρχικά της δικαιώματα. Οικονομικά, όμως, κανείς δεν μπορεί να προσδιορίσει ποιο θα είναι το κόστος από μια έστω μικρής κλίμακας κρίση και οι συνέπειές της, αλλά και κάτι άλλο: Πώς θα συμπεριφερθούν οι Αμερικανοί αφού κάνουν τη δουλειά τους…
Έβρος και Αιγαίο
Πάντως ο Αρχηγός των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων διευκρινίζει ότι η Αθήνα δεν πρόκειται να αποδεχθεί ένα τοπικό επεισόδιο και ότι ο πόλεμος θα διαχυθεί. Θα γενικευτεί. Στέλνει, δηλαδή, το μήνυμα ότι ο Ελληνικός Στρατός θα χτυπήσεις στον Έβρο. Διότι εκεί εκτιμάται ότι υπάρχει πλεονέκτημα. Αφενός, όπως λέγεται, διότι η Ανατολική Θράκη είναι ταψί, δηλαδή επιτρέπει στην ελληνική πλευρά, με τις απαιτούμενες δυνάμεις, να προελάσει και να κατακτήσει εδάφη, αφετέρου, λόγω της γεωφυσικής κατάστασης προς τη Δυτική Θράκη, δεν υπάρχει το ανάλογο πλεονέκτημα για τις τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις. Το γεγονός ότι η Τουρκία έχει μετακινήσει δυνάμεις προς τη Συρία και ετοιμάζεται να ανοίξει και άλλα μέτωπα, κυρίως στο Ιράκ, δεν της επιτρέπει να ενισχύσει τις δυνάμεις της στην Ανατολική Θράκη, σε περίπτωση κρίσης. Διότι θα πρέπει να αποδυναμωθεί αλλού. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι δεν μπορεί να αμυνθεί επαρκώς. Το αντίστροφο συμβαίνει στις ακτές της Μικράς Ασίας. Η Ελλάδα, επειδή δεν είναι επιθετική χώρα, διαθέτει μεν αποβατικές δυνάμεις, οι οποίες όμως ακόμη και αν μπουν στα τουρκικά παράλια δεν μπορούν να αγκιστρωθούν και να αντιμετωπίσουν τουρκική αντεπίθεση. Η δε Τουρκία ισχυρίζεται ότι έχει αξιόπιστο αποβατικό στόλο, ο οποίος, όμως, δεν έχει δοκιμαστεί πουθενά, παρά μόνο το 1974 στην Κύπρο, όταν όμως δεν είχε αντιμετωπίσει την ανάλογη αντίσταση. Ως προς τη θάλασσα και τον αέρα είναι πρόδηλον ότι οι δύο χώρες θα επιδιώξουν ν’ αποκτήσουν υπεροχή.
Μεταβλητές της κρίσης, στρατός και κοινωνία
Συνεπώς, η κρίση, είτε τοπική είτε σε επίπεδο ενός γενικευμένου πολέμου, θα κριθεί από τις στρατηγικές και τακτικές κινήσεις και από μία σειρά άλλων μεταβλητών, όπως:
- Η ικανότητα της στρατιωτικής και πολιτικής ηγεσίας, καθώς και γενικότερα η ικανότητα των Ενόπλων Δυνάμεων να πολεμήσουν επιτυχώς.
- Ικανότητα της πολιτικής ηγεσίας να συνεργάζεται με τη στρατιωτική και να μετατρέπει το πεδίο της μάχης σε εργαλείο της διπλωματίας και λήψης στρατηγικών αποφάσεων για την τελική νίκη.
- Η οικονομική κατάσταση, η ετοιμότητα και οι αντοχές της κοινωνίας.
- Η εξουδετέρωση στρατηγικών σημείων που μπορούν να προκαλέσουν κόστος και παράλυση στον αντίπαλο.
- Οι ανορθόδοξες τακτικές επί του πεδίου της μάχης, δηλαδή εκείνες που δεν θα αναμένονται από τον αντίπαλο.
- Η εκμετάλλευση ή αδυναμία εκμετάλλευσης από κάθε πλευρά των πλεονεκτημάτων που ενδεχομένως να διαθέτει έναντι της άλλης.
- Η ικανότητα λήψης γρήγορων αποφάσεων για την αναπροσαρμογή κινήσεων επί τη βάσει των εξελίξεων στο πεδίο της μάχης είτε αυτό είναι η θάλασσα είτε αυτό είναι ο αέρας είτε αυτό είναι το έδαφος.
Πανεθνική και προϋποθέσεις casus belli…
Είναι αφελές να πιστεύει κάποιος ότι, εάν γενικευτεί ο πόλεμος από το Αιγαίο μέχρι τη Θράκη, θα αφεθεί έξω η Κύπρος, ειδικώς εάν η Τουρκία χάνει το παιχνίδι και θέλει να εκβιάσει την Ελλάδα. Οπότε θα στραφεί προς την αχίλλειο πτέρνα του Ελληνισμού. Είναι κοινό μυστικό σε ποια κατάσταση βρίσκονται οι κυπριακές Ένοπλες Δυνάμεις, καθώς και τα πλεονεκτήματα και η υπεροπλία των τουρκικών, αλλά και πόσο εγκληματική είναι η πολιτική που υιοθετήθηκε όλα αυτά τα χρόνια και δη η ακύρωση του Ενιαίου Αμυντικού Δόγματος, του οποίου η σημασία αποδεικνύεται σήμερα περίτρανα. Ας μην κοροϊδεύουμε τους εαυτούς μας προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι η Ελλάδα δεν είναι πλέον μακριά. Εάν η Ελλάδα και η Κύπρος επιθυμούν να αποφύγουν τα χειρότερα σε περίπτωση κρίσης, θα πρέπει να ξεκινήσουν από τα πιο απλά:
Ας επαναφέρει η Ελλάδα το casus belli με τη σύμφωνη γνώμη της Λευκωσίας. Με άλλα λόγια, ο Έλληνας Πρωθυπουργός θα πρέπει να στείλει σαφέστατο μήνυμα ότι, οποιαδήποτε κίνηση της Τουρκίας σε βάρος της Κύπρου, σε περίπτωση κρίσης, σημαίνει κίνηση σε βάρος της Ελλάδος. Μια τέτοια όμως δήλωση, για να έχει σημασία και για να μην εξελιχθεί σε τραγωδία, θα πρέπει:
Α) Να συνοδεύεται από ανάλογες πρακτικές στρατιωτικές και στρατηγικές κινήσεις.
Β) Να έχει τη στήριξη όλης της πολιτικής ηγεσίας της Κύπρου και της Ελλάδος. Συνεπώς, αυτές τις στιγμές, ο Έλληνας Πρωθυπουργός θα πρέπει να συγκαλέσει στην Αθήνα μία Πανεθνική Διάσκεψη, στην οποία θα παρίσταται η στρατιωτική ηγεσία και θα εξηγηθεί πώς, κατά τον πλέον υπεύθυνο τρόπο, Κύπρος και Ελλάδα θα απαντήσουν αρχικώς διπλωματικά αλλά κυρίως σε μια ενδεχόμενη τουρκική επίθεση από τη Θράκη μέχρι την Κύπρο.
Τα λάθη του ’74 και η «Νικηφόρος»
Το 1974 είχαν γίνει πολλά τραγικά λάθη. Ένα από αυτά ήταν η αντίληψη ότι εάν απαγκιστρωνόταν η Κύπρος από την Ελλάδα, όπως έλεγε ο Μακάριος προς τον Αμερικανό πρέσβη στη Λευκωσία, Ρότζερ Ντέιβις, θα ήταν δυνατό να απέφευγε η Κύπρος την οποιαδήποτε σύγκρουση, η οποία αναμενόταν στο Αιγαίο. Τελικώς η εισβολή δεν έγινε στα νησιά του Αιγαίου αλλά στην Κύπρο, διότι εδώ ήταν η αχίλλειος πτέρνα. Και τότε οι Κύπριοι πίστευαν ότι η Ελλάδα θα μας καλύψει με τα φτερά της. Για διάφορους λόγους, δεν ήρθε ποτέ. Ούτε ανέλαβε τις ηθικές, νομικές, πολιτικές και στρατιωτικές της ευθύνες.
Σήμερα, δεν ευθύνεται η Ελλάδα εάν απειλείται από την Τουρκία στο Αιγαίο και βρεθεί στη δυσάρεστη θέση να εμπλακεί σε στρατιωτικές επιχειρήσεις, ανεξαρτήτως της έκτασής τους. Είναι υποχρεωμένη να πολεμήσει. Αλλιώς, θα χάσει με τα χέρια ψηλά. Η ευθύνη της Ελλάδας έγκειται στο ότι υιοθέτησε επί σειράν ετών εξευμενιστική πολιτική, που τροφοδότησε την τουρκική στρατιωτική υπεροχή και τις κρίσεις όταν η Άγκυρα αξίωνε και η Ελλάδα δεν υποχωρούσε… φανερά. Σε ό,τι αφορά την Κύπρο, η κύρια ευθύνη καταλογίζεται στη δική μας πολιτική ηγεσία, η οποία υιοθετεί τις αντιλήψεις του κατευνασμού και της ανοχύρωτης πολιτείας, παρότι ο εχθρός είναι εντός των πυλών. Πώς μπορεί να γίνεται λόγος για αξιόπιστη τοπική αποτροπή στην Κύπρο όταν γνωρίζουμε όλοι τι συμβαίνει στην κοινωνία μας, στην Εθνική Φρουρά και δη από δική μας υπαιτιότητα, όταν ο κόσμος δεν γνωρίζει πού είναι τα πολεμικά καταφύγια της Πολιτικής Άμυνας και όταν η «Νικηφόρος», που αποτελούσε ευκαιρία άσκησης, καλλιέργειας ψυχολογίας, ενίσχυσης του ηθικού και αυτοπεποίθησης, έχει να πραγματοποιηθεί προ αμνημονεύτων ετών, στη λογική του συμβιβασμού μας με τις συνομιλίες στο Κυπριακό, που τελικώς μάς οδήγησαν από τη διχοτόμηση των δύο ισότιμων συνιστώντων κρατών στην τουρκική αξίωση των δύο χωριστών κρατών με ισότιμη, όπως λέει η Άγκυρα, κυριαρχία; Θέλουμε ή όχι αποτροπή; Στην πράξη και όχι στα λόγια.
Το πεδίο της ΕΕ και του ΝΑΤΟ
Εκτός, λοιπόν, ενός νέου ελληνικού casus belli και μιας Πανεθνικής, που αποτελεί απόδειξη της σοβαρότητας και της ωριμότητας των πολιτικών μας, επί του παρόντος η κύρια κίνηση θα πρέπει να γίνει σε δυο επίπεδα:
Α) Εντός της ΕΕ, όπου Ελλάδα και Κύπρος θα πρέπει να θέσουν επί τάπητος:
1) Tο εμπάργκο πώλησης όπλων στην Τουρκία, όπως συμβαίνει μερικώς με τις ΗΠΑ, που δεν πωλούν στην Άγκυρα ούτε τα F-16, ούτε τους «Πάτριοτ», ούτε τα F-35.
2) Την αυτόματη ενεργοποίηση του άρθρου 42,7 των Συνθηκών, που αναφέρει ότι, εάν κράτος μέλος της ΕΕ δεχθεί επίθεση από τρίτο κράτος, οι χώρες της ΕΕ συνδράμουν στρατιωτικά.
Β) Εντός του ΝΑΤΟ, η Ελλάδα θα πρέπει να ζητήσει τη διατύπωση θέσης ότι τα κράτη μέλη της Συμμαχίας σέβονται πλήρως τα κυριαρχικά δικαιώματα του καθενός και ότι θεωρείται αδιανόητο και απαράδεκτο, για τη συνοχή και την ύπαρξη της Συμμαχίας, η επίθεση ενός κράτους μέλους σε βάρος άλλου. Εδώ είναι που χρειάζονται ορθοί χειρισμοί και ωμές θέσεις επί των αξιών της δημοκρατίας, στη βάση των οποίων ιδρύθηκαν για να πρεσβεύουν η ΕΕ και το ΝΑΤΟ. Ειδικώς η Βορειοατλαντική Συμμαχία ως αμυντικό συλλογικό σύστημα ασφάλειας και όχι ως επιθετικό.
Το μοντέλο της Ρωσίας
Το μοντέλο της Ρωσίας σε βάρος της Ουκρανίας είναι επίκαιρο και μπορεί ν’ αποτελέσει πειστικό εργαλείο πίεσης εφόσον υπάρχει πολιτική πρόθεση και διπλωματική ικανότητα. Άλλωστε, μια ελληνοτουρκική σύρραξη δεν θα τινάξει στον αέρα μόνο το ΝΑΤΟ, και ως εκ τούτου θα πανηγυρίζει η Ρωσία, αλλά θα εξευτελιστεί και η ΕΕ. Οι δε οικονομικές επιπτώσεις δεν θα πλήξουν μόνο την Τουρκία και την Ελλάδα, αλλά θα προστεθούν στην ήδη αρνητική κατάσταση στην οποία βρίσκεται η παγκόσμια οικονομία και δη η ευρωπαϊκή. Βεβαίως, ένας απελπισμένος Ερντογάν ενεργεί μόνο με βάση τους δικούς του νόμους ως Σουλτάνος που πνέει τα λοίσθια και δεν έχει πρόβλημα να πάρει τους πάντες μαζί του…
*Δρ των Διεθνών Σχέσεων
ΠΗΓΗ: Σημερινή
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

