Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ενεργειακός πόλεμος: Το µεγάλο κόλπο του Πούτιν που ανεβάζει τον πληθωρισµό στη ∆ύση

Δημοσιεύτηκε στις

Προσφέροντας σηµαντικές εκπτώσεις, ο Πούτιν καταφέρνει να υποκαταστήσει πολύ µεγάλο µέρος των πετρελαϊκών εξαγωγών προς την Ευρώπη µε άλλες αγορές – Ξανακάνει τώρα το περσινό κόλπο µε το φυσικό αέριο, µειώνοντας τις ροές και εκτινάσσοντας τιµές και πληθωριστικές πιέσεις

Εσοδα-ρεκόρ έχει η Ρωσία από τις εξαγωγές πετρελαίου τις 115 ημέρες που διαρκεί ο πόλεμος στην Ουκρανία: μόνο τον Μάιο οι εισπράξεις έφτασαν τα 20 δισ. δολάρια -από 15 δισ. την περασμένη χρονιά-, σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, οδηγώντας τον Βλαντιμίρ Πούτιν να διακηρύξει την περασμένη Παρασκευή ότι οι κυρώσεις της Δύσης απέτυχαν να πλήξουν τη ρωσική οικονομία, ενώ παράλληλα θα κοστίσουν στην Ευρώπη 400 δισ. δολάρια αυτή τη χρονιά. Το πετρελαϊκό εμπάργκο που έχει προαναγγείλει η Ευρωπαϊκή Ενωση εναντίον της Ρωσίας για τα τέλη της χρονιάς, σε συνδυασμό με τις οικονομικές κυρώσεις που έχει επιβάλει στη Μόσχα μαζί με τις ΗΠΑ και τη Βρετανία, έχει οδηγήσει πολλές εταιρείες ενέργειας που δραστηριοποιούνται στην ευρωπαϊκή αγορά να αποφεύγουν από τις πρώτες ημέρες του πολέμου τις συναλλαγές με αργό Ουραλίων.

Ωστόσο, οι Ρώσοι έχουν καταφέρει να υποκαταστήσουν σε πολύ μεγάλο βαθμό τις εξαγωγές προς την Ευρώπη με άλλες αγορές: χρειάζεται να προσφέρουν μεγάλες εκπτώσεις -ακόμα και πάνω από 30 δολάρια το βαρέλι- αλλά με τις τιμές να έχουν φτάσει στο επίπεδο των 120 δολαρίων ανά βαρέλι, υπάρχει μεγάλο κέρδος για όλους. Οι Ρώσοι είναι από τον περασμένο μήνα ο μεγαλύτερος προμηθευτής πετρελαίου της Κίνας, με αύξηση 55% σε σχέση με πέρυσι, υποσκελίζοντας τους Σαουδάραβες –  αλλά το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Ινδία: προ του πολέμου στην Ουκρανία αγόραζε μόλις περί τα 100.000 βαρέλια ρωσικού αργού την ημέρα.

agogoi

Μετά την εισβολή και τις κυρώσεις που ακολούθησαν, οι ινδικές εταιρείες δεκαπλασίασαν τις ημερήσιες αγορές από τη Ρωσία – τα διυλιστήριά τους παράγουν από αυτό βενζίνη και ντίζελ που εξάγονται κανονικά στις ΗΠΑ, παρά το γεγονός ότι η κυβέρνηση Μπάιντεν έχει ανακοινώσει ότι σταμάτησε να προμηθεύεται πετρέλαιο και πετρελαϊκά προϊόντα από τη Μόσχα! Βεβαίως ο «πόλεμος των κυρώσεων» είναι ακόμα στην αρχή – οι οικονομολόγοι συνεχίζουν να έχουν την εκτίμηση ότι μεσομακροπρόθεσμα η ρωσική οικονομία θα πληγεί καίρια. Ωστόσο κανείς δεν γνωρίζει πόσος χρόνος θα χρειαστεί γι’ αυτό και έως τότε οι Δυτικές οικονομίες θα είναι αιχμάλωτες του πληθωρισμού και του… Πούτιν.

Κυρώσεις και πληθωρισμός

Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έχει δηλώσει αρκετές φορές ότι η Ευρώπη πρέπει να είναι προσεκτική ώστε οι κυρώσεις να μην πλήξουν περισσότερο την ίδια από τη Ρωσία – και μέχρι στιγμής φαίνεται να δικαιώνεται: οι πολύ μεγάλες αυξήσεις στις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου εκτινάσσουν τον ρυθμό του πληθωρισμού σε διψήφια ποσοστά στην Ευρώπη – και στην Ελλάδα. Οι οικονομολόγοι εκτιμούν ότι το 60% της ανόδου του πληθωρισμού προέρχεται από την αύξηση των τιμών της ενέργειας – στην πραγματικότητα, αυτή είναι πλέον η κινητήρια δύναμη του «χαμηλώματος» της ανάπτυξης και της αναγκαστικής αύξησης των επιτοκίων.

Υπενθυμίζεται ότι το πρώτο πληθωριστικό κύμα είχε ξεκινήσει πέρυσι το καλοκαίρι, όταν οι οικονομίες άρχισαν να βγαίνουν από το καθεστώς του lockdown λόγω κορωνοϊού επειδή η παγκόσμια παραγωγή -και κυρίως η Κίνα- είχε προσαρμοστεί στα δεδομένα του COVID και δεν υπήρχε άμεση δυνατότητα ανταπόκρισης στην αυξημένη ζήτηση. Ωστόσο, ο πόλεμος στην Ουκρανία προκάλεσε τεράστιες αυξήσεις στην ενέργεια, αυξήσεις τις οποίες υποδαύλισε η Μόσχα. Στις 18 Ιουνίου του 2021 η τιμή του φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή αγορά ήταν στα 19,6 ευρώ ανά MWh.

Εναν χρόνο αργότερα τιμάται στα 124,7 ευρώ, έχοντας ανατιμηθεί κατά 60% την τελευταία εβδομάδα, λόγω των περικοπών στη ροή από τη Ρωσία προς την Ευρώπη. Πότε άρχισε η άνοδος των τιμών; Πέρυσι, στις αρχές του φθινοπώρου, όταν η εταιρεία που διαχειριζόταν αρκετούς χώρους αποθήκευσης φυσικού αερίου της Γερμανίας, τους μεγαλύτερους σε όλη την Ευρώπη, ανακοίνωσε ότι ήταν σχεδόν άδειοι, με τον χειμώνα να πλησιάζει. Για κάποιον λόγο που δεν έχει εξηγηθεί επαρκώς, η Γερμανία είχε εμπιστευτεί τη διαχείριση αρκετών αποθηκευτικών χώρων αερίου σε μια θυγατρική της ρωσικής Gazprom – και όταν ήρθε η στιγμή ο Πούτιν αξιοποίησε αυτό το «δώρο» για να αυξήσει τεχνητά τις τιμές. Οι Γερμανοί εθνικοποίησαν την Gazprom Germania με την έναρξη της εισβολής στην Ουκρανία, αλλά ήταν λίγο αργά…

putin

Μπορεί το ίδιο να συμβεί και φέτος; Η αλήθεια είναι ότι από τις αρχές Απριλίου, με τον ερχομό της άνοιξης και της χαμηλότερης ζήτησης για αέριο, το σύνολο των ενεργειακών αποθηκών της Ευρώπης άρχισε να αυξάνεται, φτάνοντας τον Ιούνιο στο 52%. Ωστόσο, αρχίζουν πάλι να αδειάζουν… «Οι αποθήκες γέμιζαν με καλό ρυθμό», δήλωσε ο Γουόρεν Πάτερσον, επικεφαλής Στρατηγικής Εμπορευμάτων στην ING Bank. «Ωστόσο, αυτό άλλαξε απότομα αυτή την εβδομάδα», σημείωσε, προσθέτοντας ότι η μείωση της ροής του Nord Stream κατά 60% τις τελευταίες ημέρες «είναι σημαντική» για την Ευρώπη.

Οι Ρώσοι επικαλούνται «τεχνικούς λόγους», για να δικαιολογήσουν τη μείωση της παροχής σε έναν βασικό αγωγό όπως ο Nord Stream που φέρνει αέριο στη Γερμανία μέσω της Βαλτικής. Μάλιστα, κατηγόρησαν τη γερμανική Siemens ότι λόγω των κυρώσεων δεν της παρέχει τον εξοπλισμό που απαιτείται για τη σταθεροποίηση της ροής φυσικού αερίου. Ωστόσο, ο πρωθυπουργός της Ιταλίας Μάριο Ντράγκι χαρακτήρισε «ψέματα» τους ρωσικούς ισχυρισμούς: η Εni, το ιταλικό μεγαθήριο της ενέργειας, έλαβε την Παρασκευή τη μισή ποσότητα αερίου που ζήτησε από την Gazprom, ενώ την προηγούμενη μέρα είχε λάβει τα 2/3 της ζήτησης. Οι πάντες υποπτεύονται ότι ο Πούτιν θέλησε να δώσει μία απάντηση στην κοινή εμφάνιση Μάριο Ντράγκι – Ολαφ Σολτς – Εμανουέλ Μακρόν στο Κίεβο, αλλά οι ειδικοί προειδοποιούν ότι, αν δεν γεμίσουν οι αποθήκες μέσα στο καλοκαίρι, είναι πολύ πιθανό η Ευρώπη να αναγκαστεί να επιβάλει δελτίο στην κατανάλωση φυσικού αερίου τον χειμώνα.

Ο Μπάιντεν κατά των «πετρελαιάδων»

Κατά το πρώτο διάστημα του πολέμου στην Ουκρανία, σε όλη την Ευρώπη υπήρχε η πεποίθηση ότι οι ΗΠΑ είχαν μείνει μακριά από τη «φωτιά» και δεν θα αντιμετώπιζαν στον ίδιο βαθμό πληθωριστικές πιέσεις. Η αύξηση του αμερικανικού επιτοκίου κατά 75 μονάδες βάσης από τη Fed μέσα στην περασμένη εβδομάδα για την αντιμετώπιση του πληθωρισμού που απειλεί να πιάσει διψήφια επίπεδα για πρώτη φορά από τη δεκαετία του ’80 αποδεικνύει το αντίθετο. Στις ΗΠΑ μετρούν την κατανάλωση της βενζίνης με το γαλόνι, που είναι ισοδύναμο με 3,7 λίτρα.

TOPSHOTS_-_UKRAINE_-_RUSSIA

Τον Ιούνιο του 2020 η μέση τιμή της βενζίνης ήταν στα 2,1 δολάρια ανά γαλόνι, ενώ έναν χρόνο μετά στα 3,1 δολάρια ανά γαλόνι. Σήμερα η τιμή έχει φτάσει στα 5 δολάρια ανά γαλόνι, δηλαδή υπερδιπλασιάστηκε μέσα σε δύο χρόνια. Ενας απλός υπολογισμός δείχνει ότι οι Αμερικανοί εξακολουθούν να πληρώνουν για τη βενζίνη τους 1,28 ευρώ το λίτρο -πολύ πιο φθηνά από το σύνολο των Ευρωπαίων-, αλλά εκείνοι δεν το βλέπουν έτσι: oι ΗΠΑ είναι από τις μεγαλύτερες πετρελαιοπαραγωγούς στον κόσμο, αλλά ακόμα δεν έχουν φτάσει τα προ πανδημίας επίπεδα για διάφορους λόγους που έχουν κυρίως να κάνουν με την κατάρρευση των τιμών όταν είχε «σβήσει» η παγκόσμια οικονομία λόγω του κορωνοϊού, κάτι που ανάγκασε κάποιους «πετρελαιάδες» να εγκαταλείψουν έως και οριστικά πετρελαιοπηγές. Η ημερήσια παραγωγή πετρελαίου στις ΗΠΑ ήταν στα 11,6 εκατομμύρια βαρέλια τον Μάιο, ενώ πριν από την πανδημία ήταν λίγο κάτω από τα 13 εκατομμύρια βαρέλια.

Η δε εξάρτηση των μέσων Αμερικανών από τη βενζίνη είναι πολύ μεγαλύτερη, ειδικά το καλοκαίρι, όταν εκατομμύρια ταξιδεύουν εντός ΗΠΑ για διακοπές. Την Τετάρτη, σε μια ασυνήθιστη κίνηση, η Καρίν Ζαν-Πιέρ, η νέα εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου, απευθύνθηκε στους «πετρελαιάδες» δηλώνοντας ότι είναι «πατριωτικό τους καθήκον» να αυξήσουν την παραγωγή και να μειώσουν τα κέρδη τους. Είχε προηγηθεί ο ίδιος ο Τζο Μπάιντεν, ο οποίος έστειλε επιστολή στις επτά μεγαλύτερες πετρελαϊκές εταιρείες κατηγορώντας τες ότι μέσα στον πόλεμο μειώνουν την παραγωγή βενζίνης για να ανεβάσουν τις τιμές και να αυξήσουν τα κέρδη τους.

Η Ουκρανία ξεκίνησε κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων της Gazprom

Μία ημέρα νωρίτερα, την Τρίτη, το Reuters είχε δημοσιοποιήσει μια δημοσκόπηση που έδειχνε τον Μπάιντεν με πολύ χαμηλό ποσοστό αποδοχής (μόλις 39%), με απώλειες και μεταξύ ψηφοφόρων των Δημοκρατικών, λίγους μήνες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου, κάλπες όπου θα κριθούν όλες οι έδρες της Βουλής των Αντιπροσώπων και 35 έδρες της Γερουσίας, με την κυβέρνηση Μπάιντεν να κινδυνεύει να χάσει τον έλεγχο σε ένα ή και στα δύο Σώματα του Κογκρέσου. Στην Ευρώπη ο Εμανουέλ Μακρόν ανανέωσε τη θητεία του στα Ηλύσια Πεδία εν μέσω του πολέμου στην Ουκρανία, αλλά έχει τώρα να αντιμετωπίσει τους φόβους για στασιμοπληθωρισμό, μια και σε αντίθεση με την Ελλάδα, που κατέγραψε ανάπτυξη 2,3% στο α’ τρίμηνο, η γαλλική οικονομία συρρικνώθηκε κατά 0,2% το α’ τρίμηνο του ’22 σε σχέση και στις δύο περιπτώσεις με το τελευταίο τρίμηνο του ’21.

Ωστόσο, το μεγάλο πρόβλημα των χωρών του Νότου -και της Ελλάδας- έγκειται στην άνοδο των επιτοκίων των κρατικών ομολόγων που φέρνει ο πληθωρισμός. Στο πεδίο αυτό η Ελλάδα είναι η λιγότερο εκτεθειμένη χώρα του ευρωπαϊκού Νότου, με την Ιταλία να είναι η πρωταθλήτρια του φόβου, έχοντας να αναχρηματοδοτήσει χρέος περίπου 1 τρισ. ευρώ από τις αγορές μέσα στο 2022, τη στιγμή που οι τράπεζές της είναι υπερφορτωμένες με κρατικά ομόλογα και το αργότερο την άνοιξη του 2023 θα οδηγηθεί σε εθνικές εκλογές.

ΠΗΓΗ: Protothema.gr

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις37 δευτερόλεπτα πριν

350 Δισ. Δολάρια στην Αμερική: Η Νότια Κορέα ενεργοποιεί τη μεγαλύτερη στρατηγική επένδυση της συμμαχίας τους

Καθώς στη Σεούλ διατυπώνονται επικρίσεις σχετικά με τους κινδύνους και την εποπτεία των επενδύσεων αυτών, ενώ οι ενδιάμεσες εκλογές στις...

Αναλύσεις31 λεπτά πριν

«Εδώ αρμόδιος είμαι εγώ»: Η τουρκική υστερία για τις NAVTEX και το ευρωπαϊκό πλέγμα προστασίας του GSI

Ως νέα αναμέτρηση για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου παρουσιάζει ο τουρκικός Τύπος την αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας με αφορμή...

Αναλύσεις58 λεπτά πριν

Αζερμπαϊτζάν – Τουρκία: Κηρύχθηκε ο πόλεμος για την ισλαμική μαντίλα

Το Αζερμπαϊτζάν, μια χώρα με μουσουλμανικό πληθυσμό σε ποσοστό 98%, μόλις απαγόρευσε τη χρήση της χιτζάμπ στα σχολεία, επικαλούμενο την...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις2 ώρες πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Δημοφιλή