Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Φον ντερ Λάιεν στην «Κ»: Η Τουρκία απομακρύνεται από την Ευρώπη

Δημοσιεύτηκε στις

Στροφή προς μία μη ευρωπαϊκή κατεύθυνση χαρακτηρίζει η κ. Φον ντερ Λάιεν τη μη εφαρμογή των κυρώσεων από την Αγκυρα

Την εκτίμηση ότι η Τουρκία βρίσκεται πιο μακριά από την Ευρώπη σε σύγκριση με πριν από ένα τέταρτο του αιώνα κάνει η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν. Σε συνέντευξη που παραχώρησε σε μικρό αριθμό ευρωπαϊκών εφημερίδων, μεταξύ των οποίων και η «Κ», η κ. Φον ντερ Λάιεν στέκεται επίσης στη μη εφαρμογή από την Αγκυρα των ευρωπαϊκών κυρώσεων κατά της Ρωσίας, επιλογή την οποία χαρακτηρίζει ενδεικτική της στροφής της προς μία μη ευρωπαϊκή κατεύθυνση.

«H ευθυγράμμιση είναι σημαντική στη διαδικασία ένταξης», δηλώνει η πρόεδρος της Κομισιόν. «Περιμένουμε από τις υποψήφιες χώρες να ευθυγραμμίζονται με την κοινή εξωτερική πολιτική και, συνεπώς, με το καθεστώς των κυρώσεων. [Η απροθυμία ευθυγράμμισης της Τουρκίας] δείχνει πολλά για τη διάθεσή της να προσχωρήσει στην Ε.Ε.», σημειώνει.

Σε άλλο σημείο της συνέντευξης, η πρόεδρος της Κομισιόν κάνει μία ακόμα αναφορά στη γείτονα χώρα. «Εξαρτάται από την υποψήφια χώρα πόσο γρήγορα θα προχωρήσει η διαδικασία ένταξης», σημειώνει, τονίζοντας ότι η διαδικασία ήταν και θα παραμείνει «αξιοκρατική». Δίνει το συγκριτικό παράδειγμα της Τουρκίας και της Σλοβακίας, που αμφότερες έλαβαν την Ευρωπαϊκή Προοπτική (ένα βήμα πριν από το καθεστώς υποψήφιας χώρας) το 1999. Η Σλοβακία, θυμίζει, «προχώρησε με εντυπωσιακή ενότητα στην εφαρμογή των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων και μέσα σε πέντε χρόνια ήταν μέλος της Ε.Ε. Η Τουρκία είναι σήμερα πιο μακριά [από την ένταξη] από ό,τι ήταν τότε».

«Το παίρνουμε σοβαρά»

Ο ενεργειακός πόλεμος που έχει εξαπολύσει η Ρωσία κατά της Ευρώπης, ο οποίος εντείνεται τις τελευταίες ημέρες με τις περικοπές στην τροφοδοσία αερίου, ήταν από τα θέματα που κυριάρχησαν στη συζήτηση. «Το παίρνουμε πολύ σοβαρά, αλλά είμαστε προετοιμασμένοι», δηλώνει.

«Εχουμε προετοιμάσει σχέδια εκτάκτου ανάγκης που περιλαμβάνουν όλο το εύρος των απαραίτητων βημάτων, από την ενίσχυση της αποδοτικότητας έως την εξοικονόμηση και φτάνοντας έως την ιεράρχηση των αναγκών (σ.σ.: αναφορά στο rationing). Αυτό έχει γίνει εντατικά από την αρχή της ρωσικής εισβολής». Σχετικά με την αναπλήρωση των αποθεμάτων στους χώρους αποθήκευσης, αναφέρει ότι «βρισκόμαστε στο 43%», επίπεδο που χαρακτηρίζει «καλό» για το συγκεκριμένο χρονικό σημείο, αναγνωρίζοντας όμως ότι «πρέπει να κάνουμε ακόμα δουλειά» για να επιτευχθεί ο στόχος του 80% έως την 1η Νοεμβρίου.

«Το REPower EU (σ.σ.: η νέα ενεργειακή πρωτοβουλία της Ε.Ε.) αποτελείται από τρεις πυλώνες», εξηγεί, αναπτύσσοντας την ευρύτερη στρατηγική. «Ο πρώτος είναι η απεξάρτηση από τα ρωσικά ορυκτά καύσιμα. Σε αυτόν εντάσσεται η συμφωνία μου με τον πρόεδρο Μπάιντεν για την αυξημένη προμήθεια LNG από τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και το πρόσφατο ταξίδι μου στο Ισραήλ και στην Αίγυπτο με σκοπό την αύξηση της παροχής φυσικού αερίου στην Ευρώπη. Αλλά και η Νορβηγία έχει αυξήσει τη συμβολή της, όπως και το Αζερμπαϊτζάν».

Ο δεύτερος πυλώνας, συνεχίζει, «είναι η ενεργειακή αποδοτικότητα. Αυτό είναι ένα πολύ μεγάλο θέμα και θέλω να επαινέσω τη γερμανική κυβέρνηση και τον υπουργό Οικονομίας που δίνουν έμφαση στις δυνατότητες που υπάρχουν στο πεδίο αυτό. Σας δίνω έναν αριθμό: εάν μειώναμε τη θέρμανση στην Ευρώπη κατά δύο βαθμούς ή την ψύξη, τον κλιματισμό, αντιστοίχως, αυτό θα κάλυπτε το σύνολο των ετήσιων εισαγωγών μέσω του Nord Stream 1». Η πρόεδρος της Κομισιόν παραθέτει στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία η κατανάλωση αερίου στην Ε.Ε. κατά το πρώτο τρίμηνο του έτους μειώθηκε κατά 9% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο πέρυσι, για να δείξει ότι οι Ευρωπαίοι έχουν ήδη λάβει το μήνυμα της εξοικονόμησης.

«O τρίτος πυλώνας –και ο πιο σημαντικός– είναι οι μαζικές επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας», συνεχίζει η κ. Φον ντερ Λάιεν. «Γνωρίζουμε πλέον ότι δεν κάνουν καλό μόνο για το κλίμα, αλλά και για την ενεργειακή μας ασφάλεια και ανεξαρτησία. Η πρόσθετη χωρητικότητα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας παγκοσμίως για φέτος αρκεί για την κάλυψη του συνόλου της ετήσιας ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας στη Γερμανία».

Σε ερώτηση αν ανησυχεί για το ενδεχόμενο πολλές χώρες να ακολουθήσουν το παράδειγμα της Γερμανίας και να στραφούν βραχυπρόθεσμα στη χρήση άνθρακα, απαντά ότι «ισορροπούμε σε μία πολύ λεπτή γραμμή», επανερχόμενη στη συνέχεια στις ΑΠΕ ως πηγή σωτηρίας. Οπως υπενθυμίζει, «έχουμε υποβάλει μια πρόταση για δραστική μείωση του χρόνου αδειοδότησης, για παράδειγμα για υπεράκτια αιολικά πάρκα, όπου σήμερα κυμαίνεται μεταξύ 6-9 ετών». Με την πρόταση της Επιτροπής –αν μπορέσει να υλοποιηθεί– ο στόχος είναι ο χρόνος αδειοδότησης να μειωθεί σε λιγότερο από ένα έτος. Αναφέρεται επίσης στις νέες προβλέψεις για υποχρεωτική τοποθέτηση φωτοβολταϊκών σε δημόσια κτίρια και στη συνέχεια σε κατοικίες. «Πρέπει να διασφαλίσουμε ότι θα χρησιμοποιήσουμε αυτήν την κρίση για να προχωρήσουμε προς τις μορφές ενέργειας του μέλλοντος και να μην έχουμε μια οπισθοδρόμηση στα βρώμικα ορυκτά καύσιμα».

Εχουμε προετοιμάσει σχέδια εκτάκτου ανάγκης για την ενέργεια, που περιλαμβάνουν όλο το εύρος των απαραίτητων βημάτων.

Διλήμματα της διεύρυνσης

Η αφορμή για τη συνέντευξη ήταν η γνώμη που δημοσίευσε την Παρασκευή η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπέρ της χορήγησης καθεστώτος υποψήφιας προς ένταξη χώρας στην Ε.Ε. στην Ουκρανία και στη Μολδαβία. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο (οι ηγέτες των «27») καλείται τώρα να υιοθετήσει ή να απορρίψει την εισήγηση αυτή, στη Σύνοδο Κορυφής την προσεχή Πέμπτη και Παρασκευή.

Η κ. Φον ντερ Λάιεν δηλώνει «βαθιά πεπεισμένη» ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θα εγκρίνει την εισήγηση της Κομισιόν. Επικαλούμενη την εμπειρία της από τις δύο επισκέψεις στο Κίεβο μετά την έναρξη της εισβολής, λέει ότι «οι Ουκρανοί είναι απολύτως ενωμένοι» στην επιθυμία τους να προσχωρήσουν στην Ε.Ε. και επιδεικνύουν «εντυπωσιακή ετοιμότητα» να υλοποιήσουν τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις. Ο πρόεδρος Ζελένσκι, όπως εκμυστηρεύεται, της είπε ότι τα μέτρα αυτά είναι αναγκαία για τη χώρα του ανεξαρτήτως της μελλοντικής σχέσης που θα έχει με την Ενωση.

Η κ. Φον ντερ Λάιεν χαρακτηρίζει «εκσυγχρονισμένη και ενισχυμένη» τη μεθοδολογία διεύρυνσης της Ε.Ε. Οπως υπενθυμίζει, προβλέπεται για πρώτη φορά η επιτάχυνση της διαδικασίας, με τη συνένωση [bundling] κεφαλαίων, αλλά η αναστροφή της, αν η υποψήφια χώρα διολισθαίνει σε κακές πρακτικές. Και αναφέρει ότι έχει συνομιλήσει με την ουκρανική ηγεσία για το ενδεχόμενο μιας κοινής πλατφόρμας για την ανοικοδόμηση της Ουκρανίας, που θα δρα ως διευθυντήριο για τις επενδύσεις και τις μεταρρυθμίσεις που θα πρέπει να τις συνοδεύσουν.

Η αίτηση της Ουκρανίας για ένταξη στην Ενωση έχει αναζωπυρώσει τη συζήτηση για τα Δυτικά Βαλκάνια, οι ηγέτες των χωρών των οποίων θα συναντηθούν με τους ομολόγους τους της Ε.Ε. πριν από την έναρξη της Συνόδου, το πρωί της Πέμπτης. Ειδικά η Αλβανία και η Βόρεια Μακεδονία έχουν εκπληρώσει τους όρους για την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων, αλλά η διαδικασία παραμένει μετέωρη, εξαιτίας των ενστάσεων της Βουλγαρίας σχετικά με τη Βόρεια Μακεδονία. Η πρόεδρος της Επιτροπής εκφράζει την ελπίδα να αρθεί το αδιέξοδο και να «γίνουν πράξη» οι υποσχέσεις της Ε.Ε. στις δύο χώρες.

Σχετικά με τη στάση της Σερβίας απέναντι στη Ρωσία, η κ. Φον ντερ Λάιεν απαντά πιο ευθέως σε σύγκριση με την αντίστοιχη ερώτηση για την Τουρκία. «Η Σερβία πρέπει να αποφασίσει με ποιον στέκεται. Εμείς θέλουμε τη Σερβία στο πλευρό μας, αλλά πρέπει να επιδείξει μία σαφή δέσμευση, ως δημοκρατική χώρα, υπέρ του διεθνούς δικαίου και κατά της ρωσικής εισβολής».

Τα όρια των κυρώσεων

Η πρόεδρος της Κομισιόν αποφεύγει επανειλημμένως να τοποθετηθεί σχετικά με τις προοπτικές ενός έβδομου πακέτου κυρώσεων. «Νομίζω ότι ήμασταν εντυπωσιακά επιτυχημένοι και ενωμένοι στα έξι πακέτα κυρώσεων, που είναι σκληρές. Εχουν κόστος για την Ευρώπη, αλλά έχουν πολύ μεγάλο κόστος για τη Ρωσία. Το βλέπετε σε δύο επίπεδα. Το πρώτο είναι ο βαρύς αντίκτυπος των χρηματοοικονομικών κυρώσεων και οι έντονες προσπάθειες της ρωσικής κεντρικής τράπεζας να σταθεροποιήσει το ρούβλι, με συνέπεια να έχει βάλει βαθιά το χέρι στα αποθέματά της».

Το άλλο, «πιο σημαντικό μέρος», προσθέτει, «που δεν συζητήθηκε τόσο δημόσια, είναι ο καταστροφικός αντίκτυπος που έχουν οι απαγορεύσεις εξαγωγών στη ρωσική οικονομία. Από την έναρξη του πολέμου, κάθε είδους παροχή τεχνικής αναβάθμισης ή εκσυγχρονισμού αγαθών που η ρωσική οικονομία έχει απεγνωσμένα ανάγκη, εμποδίζεται από την πλευρά μας. Συχνά, δε, πρόκειται για τεχνολογίες ή αγαθά που παράγονται μόνο στην Ευρώπη και είναι πολύ δύσκολο να αντικατασταθούν. Τα αποτελέσματα αυτού του είδους των κυρώσεων γίνονται αισθητά με την πάροδο του χρόνου. Βλέπουμε τα προβλήματα ήδη να εμφανίζονται στα ρωσικά αεροπλάνα, που δεν μπορούν να λάβουν τις αναγκαίες πιστοποιήσεις. Το βλέπουμε στα τρένα, όπου λείπουν ανταλλακτικά· το ίδιο συμβαίνει και στην αυτοκινητοβιομηχανία».

Στον τομέα της ενέργειας, υπενθυμίζει ότι έχει ήδη επιβληθεί εμπάργκο στον ρωσικό άνθρακα (σ.σ.: θα ισχύσει πλήρως από τον Αύγουστο) και ότι έως το τέλος του έτους το ίδιο θα ισχύσει για το 90% των εισαγωγών ρωσικού πετρελαίου. Σχετικά με το φυσικό αέριο, παραπέμπει στη στρατηγική της σταδιακής απεξάρτησης μέσω του REPowerEU. «Το σημαντικό τώρα είναι να παρακολουθούμε και να κλείνουμε τα παραθυράκια και τις οδούς παράκαμψης, ώστε να διασφαλίζουμε ότι ο αντίκτυπος των κυρώσεων δεν θα αμβλυνθεί. Καλύψαμε το χρηματοοικονομικό μέρος, καλύψαμε το οικονομικό, καλύψαμε τα ορυκτά καύσιμα· τώρα είναι ζήτημα αντοχής».

Καθημερινή

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις4 λεπτά πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα33 λεπτά πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Αντι-NAVTEX της Τουρκίας ανοιχτά της Καρπάθου μετά την ελληνική οδηγία για άσκηση

Η Άγκυρα απάντησε στην ελληνική NAVTEX για πολυεθνική άσκηση με αντι-οδηγία, αξιώνοντας δικαιοδοσία στην περιοχή ανοιχτά της Καρπάθου. Η Αθήνα...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Εγκολφόπουλος: «Δεν χρειάζεται καμία ενημέρωση της Τουρκίας για το καλώδιο»

Την πεποίθηση ότι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου θα προχωρήσει στην προβλεπόμενη διαδρομή, χωρίς να απαιτείται ενημέρωση ή συναίνεση της Τουρκίας,...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Δημοφιλή