Διεθνή
Επτά αλήθειες για την Σύνοδο του ΝΑΤΟ και γιατί η Τουρκία δεν πήρε τίποτε
Υπήρξε Βατερλό στη Μαδρίτη, αλλά ήταν Βατερλό της κοινής λογικής
Σοφία Βούλτεψη
Τυφλό αντιπολιτευτικό μένος, στρεψοδικίες, ρηχές αναλύσεις, αδυναμία αντιμετώπισης της πραγματικότητας. Όλα στην υπηρεσία του ψεύδους και της πολιτικής σκοπιμότητας. Τα γεγονότα, όμως, είναι πεισματάρικα. Και η αλήθεια είναι πως στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στη Μαδρίτη δεν συνέβησαν τα διάφορα ψευδογεγονότα που κατασκευάζουν όσοι, με πρώτο τον κ. Τσίπρα, θέλουν να παρουσιάσουν ένα «Βατερλό για την Ελλάδα» και μια «νίκη» για την Τουρκία.
Υπήρξε Βατερλό, αλλά ήταν Βατερλό της κοινής λογικής λόγω κομματικής ιδιοτέλειας. Μιας ιδιοτέλειας που τελικά βλάπτει την πατρίδα. Υπάρχουν, όμως, μια σειρά αλήθειες που κραυγάζουν.
Ρωσία: Ήθελε λιγότερο ΝΑΤΟ και πήρε περισσότερο
Αλήθεια πρώτη: Η Ρωσία ηττήθηκε κατά κράτος. Ποιο είναι το βασικό επιχείρημα του Πούτιν; Μα ότι η Ουκρανία επιθυμούσε να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ και επομένως η χώρα του θα αποκτούσε σύνορα με την Συμμαχία, της οποίας τα οπλικά συστήματα θα βρίσκονταν σε απόσταση αναπνοής από την Ρωσία και θα την απειλούσαν. Όταν η Σουηδία και η Φινλανδία ανακοίνωσαν την απόφασή τους για ένταξη στην Συμμαχία – με ευρεία κοινοβουλευτική πλειοψηφία που διαπερνά όλο το πολιτικό φάσμα – η Ρωσία απείλησε και τις δύο αυτές χώρες.
Μετά την είσοδό τους, όμως, η Ρωσία θα αποκτήσει σύνορα 1.340 χιλιομέτρων με το ΝΑΤΟ. Η Φινλανδία θα γίνει το προπύργιο των στρατιωτικών δυνάμεων στην περιοχή και η Σουηδία θα μετατρέψει το στρατηγικής σημασίας νησί Γκότλαντ, ήδη οπλισμένο ως αστακό, σε ένα «αβύθιστο αεροπλανοφόρο». Το ΝΑΤΟ θα ελέγχει πλέον και την Βαλτική και την Βόρεια Θάλασσα και επομένως την κίνηση των ρωσικών πλοίων στην περιοχή, όπου βρίσκονται η μεγάλη ρωσική ναυτική βάση του Καλίνινγκραντ και το στρατηγικής σημασίας λιμάνι της Αγίας Πετρούπολης. Με λίγα λόγια, ο Πούτιν πήγε στον πόλεμο για να αποδυναμώσει το ΝΑΤΟ και τελικά πήρε περισσότερο ΝΑΤΟ.
Η Τουρκία ήθελε να βοηθήσει την Ρωσία
Αλήθεια δεύτερη: Ο Ερντογάν προσπάθησε να εξυπηρετήσει τον Πούτιν. Είναι δύο αναθεωρητικές δυνάμεις που ακολουθούν τις ίδιες πρακτικές – επιδιώκουν να αποκτήσουν «ζωτικό χώρο» δημιουργώντας «ζώνες ασφαλείας», εργαλειοποιούν τους πρόσφυγες, αμφισβητούν ξένη κυριαρχία, επιδίδονται σε επεκτατικούς πολέμους, πραγματοποιούν παράνομες παραβιάσεις και υπερπτήσεις. Ο Πούτιν δεν επιθυμεί την είσοδο της Σουηδίας και της Φινλανδίας στο ΝΑΤΟ και ο Ερντογάν ανακάλυψε ξαφνικά ανύπαρκτα θέματα για να τους φράξει τον δρόμο.
Ο Ερντογάν έφθασε στα όριά του
Αλήθεια τρίτη: Όταν έφτασε ο κόμπος στο χτένι, ο Ερντογάν κατάλαβε πως μέχρι εκεί τον έπαιρνε. Και πως δεν μπορούσε να συνεχίσει να παριστάνει το μαύρο πρόβατο της Συμμαχίας. Έφθασε στο σημείο όπου πλέον δεν μπορούσε να αποκομίσει κανένα όφελος, έκανε όπισθεν ολοταχώς και επιχείρησε να βγει από την δυσκολία υπογράφοντας ένα μνημόνιο κατανόησης δέκα συχνά επαναλαμβανόμενων σημείων με αυτονόητες παραδοχές και μπόλικο βερμπαλισμό. Και αφού υπέγραψε, θυμήθηκε ότι ο φίλος του ο Πούτιν θα του ζητούσε τον λόγο για την άρση του προσχηματικού βέτο. Και άρχισε να λέει ότι η Σουηδία συμφώνησε για την έκδοση όχι μόνο 33 προσώπων, όπως είχε αναφέρει όταν έκανε τις τσιριμόνιες του, αλλά… 73. Πλην, όμως, κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται στο κείμενο που υπέγραψε.
Το αυτονόητο για το εμπάργκο όπλων
Αλήθεια τέταρτη: Από την στιγμή που οι δύο σκανδιναβικές χώρες αποφάσισαν να ενταχθούν στο ΝΑΤΟ, ήταν βέβαιο ότι θα εναρμονίζονταν με τον Καταστατικό Χάρτη της Συμμαχίας. Αυτό συμβαίνει πάντα όταν προσχωρούμε σε έναν υπερεθνικό θεσμό. Το έκαναν όλες οι χώρες όταν μπήκαν στην ΕΕ.
Για παράδειγμα, η Ελλάδα πρόσθεσε στο Σύνταγμά της το άρθρο 28, σύμφωνα με το οποίο «προβαίνει ελεύθερα, με νόμο που ψηφίζεται από την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, σε περιορισμούς ως προς την άσκηση της εθνικής κυριαρχίας της, εφόσον αυτό υπαγορεύεται από σπουδαίο εθνικό συμφέρον, δεν θίγει τα δικαιώματα του ανθρώπου και τις βάσεις του δημοκρατικού πολιτεύματος και γίνεται με βάση τις αρχές της ισότητας και με τον όρο της αμοιβαιότητας».
Η Σουηδία θα ευθυγραμμιζόταν, διότι δεν μπορούσε να διατηρεί εμπάργκο όπλων προς οποιαδήποτε χώρα της Συμμαχίας στην οποία μετέχει. Καμιά χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ δεν έχει τέτοιο νόμο. Το άρθρο 3 του Καταστατικού Χάρτη της Συμμαχίας είναι σαφές: «Τα Μέρη κεχωρισμένως και από κοινού, δια συνεχούς και αποτελεσματικής κατ’ ιδίαν προσπάθειας και αμοιβαίας αρωγής, θέλουσι διατηρήσει και αναπτύξει την ατομικήν και ένοπλον συλλογικήν αυτών ικανότητα προς αντίστασιν κατ’ ενόπλου επιθέσεως». Επομένως, ή το δέχεσαι και μπαίνεις ή δεν το δέχεσαι και δεν μπαίνεις.
Ποιος παίρνει τις αποφάσεις για τα όπλα
Αλήθεια πέμπτη: Στην Σουηδία οι αποφάσεις για τις πωλήσεις όπλων δεν λαμβάνονται ούτε από τον πρωθυπουργό, ούτε από την κυβέρνηση, ούτε από το Κοινοβούλιο. Λαμβάνονται από την ISP, την Επιθεώρηση Στρατηγικών Προϊόντων, που ιδρύθηκε το 1996, υπάγεται στο υπουργείο των Εξωτερικών και έχει τον έλεγχο των εξαγωγών όπλων. Αυτή η υπηρεσία αποφασίζει αν ένας εξαγωγέας όπλων μπορεί ή όχι να ικανοποιήσει μια παραγγελία από το εξωτερικό. Πέραν του ότι η Τουρκία ουδέποτε έχει ζητήσει να αγοράσει κάτι από την Σουηδία, είναι σαφές ότι αν η Επιθεώρηση Στρατηγικών Προϊόντων δεν κρίνει σκόπιμη μια συναλλαγή, αυτή δεν θα γίνει.
Όπως, για παράδειγμα, στις ΗΠΑ την απόφαση για πώληση όπλων λαμβάνει το Κογκρέσο. Στο άρθρο 7 του μνημονίου που υπέγραψε ο Ερντογάν αναφέρεται ότι ανάμεσα στις τρεις συνυπογράφουσες χώρες δεν υπάρχει εμπάργκο όπλων, αλλά πρόκειται για το αυτονόητο: Ότι η Σουηδία αλλάζει τον μηχανισμό της όσον αφορά στις εξαγωγές όπλων έναντι όλων των συμμάχων της στο ΝΑΤΟ. Όχι έναντι της Τουρκίας ειδικά.
Και αναφέρεται συγκεκριμένα, για να μην υπάρχει καμιά αμφιβολία, ότι «στο μέλλον οι εξαγωγές από την Σουηδία και την Φινλανδία θα ευθυγραμμίζονται με την συμμαχική αλληλεγγύη και σύμφωνα με το γράμμα και το πνεύμα του άρθρου 3 της Συνθήκης της Ουάσιγκτον». Προφανώς αυτό θα συνέβαινε από την στιγμή που οι δύο χώρες θα έμπαιναν στην Συμμαχία.
Τα αυτονόητα και για την τρομοκρατία
Αλήθεια έκτη: Στο μνημόνιο αναφέρεται πως η Τουρκία, η Φινλανδία και η Σουηδία μοιράζονται τις ίδιες κοινές αξίες, μεταξύ των οποίων η μάχη κατά της τρομοκρατίας, ότι οι δύο σκανδιναβικές χώρες απορρίπτουν και καταδικάζουν την τρομοκρατία και ότι συνομολογούν πως το PKK είναι τρομοκρατική οργάνωση. Αυτό δεν είναι είδηση – ούτε, βέβαια, επιτυχία του Ερντογάν.
Η Σουηδία είναι από τις πρώτες χώρες που έχουν περιλάβει το PKK στον κατάλογο των τρομοκρατικών οργανώσεων και ο νέος αντιτρομοκρατικός νόμος ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 2022, πολύ πριν από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, πολύ πριν η χώρα διανοηθεί να αιτηθεί την είσοδό της στο ΝΑΤΟ. Αναφέρεται επίσης ότι ένας νέος νόμος τίθεται σε ισχύ από την 1η Ιουλίου – και επομένως είχε ήδη ψηφιστεί πριν από την Σύνοδο του ΝΑΤΟ. Στην ουσία για το PKK επαναλαμβάνεται αυτό που ήδη ισχύει, ενώ στο μνημόνιο που υπέγραψε ο κ. Ερντογάν, το YPG/PYD, δηλαδή το κουρδικό Κόμμα της Δημοκρατικής Ένωσης και οι Μονάδες Προστασίας του Λαού (που δρουν στην Συρία), όπως και ο FETO του Γκιουλέν δεν αναφέρονται ως τρομοκρατικές οργανώσεις. Απλά η Σουηδία και η Φινλανδία δεσμεύονται να μην τους παρέχουν βοήθεια.
Αλλά κάτι τέτοιο ουδέποτε είχε συμβεί. Αυτό που είχε συμβεί είναι ότι η Στοκχόλμη είχε έλθει σε επαφή με τις οργανώσεις αυτές στη Συρία, προκειμένου να απεγκλωβίσει 40 παιδιά και 20 γυναίκες. Όσο για τα δήθεν σουηδικά όπλα που δήθεν βρέθηκαν στη βόρεια Συρία, οι ειδικοί που μελέτησαν τις φωτογραφίες της αποφάνθηκαν πως δεν πρόκειται για όπλα που κατασκευάζονται στη Σουηδία.
Καμιά αλλαγή και στις εκδόσεις
Αλήθεια έβδομη: Από το μνημόνιο δεν προκύπτει πως Σουηδία και Φινλανδία θα προχωρήσουν σε έκδοση προσώπων στην Τουρκία. Αλλά ότι θα εξετάσουν «προσεκτικά» τα τουρκικά αιτήματα που εκκρεμούν λαμβάνοντας υπόψη τις πληροφορίες και τα στοιχεία που παρέχει η Τουρκία. Και πως οι εκδόσεις θα γίνονται βάσει της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τις Εκδόσεις.
Και πως τις αποφάσεις τις λαμβάνει μόνο η ανεξάρτητη Δικαιοσύνη. Η πρωθυπουργός της Σουηδίας Μαγκνταλένα Άντερσον έσπευσε να διαβεβαιώσει πως η Στοκχόλμη «θα συνεχίσει να τηρεί την σουηδική νομοθεσία και το διεθνές δίκαιο». Από την πλευρά του, ο Φινλανδός Πρόεδρος Σαούλι Νιινίστο ξεκαθάρισε πως το μνημόνιο δεν απαριθμεί πρόσωπα, αλλά περιγράφει αρχές για την έκδοση προσώπων που έχουν σχέση με την τρομοκρατία και όχι μεμονωμένων πολιτών. Και οι δύο χώρες ξεκαθάρισαν επίσης ότι θα αξιολογούν τις πληροφορίες, αλλά οι αποφάσεις ανήκουν στην Δικαιοσύνη.
Μάλιστα, μετά τους εκ των υστέρων τουρκικούς λεονταρισμούς περί έκδοσης 73 ατόμων, ο Σουηδός υπουργός Δικαιοσύνης εξέδωσε γραπτή ανακοίνωση, όπου ανέφερε πως «στην Σουηδία, η νομοθεσία εφαρμόζεται από τα ανεξάρτητα δικαστήρια». Προσθέτοντας ότι «άτομα που δεν έχουν τη σουηδική υπηκοότητα μπορεί να εκδοθούν, κατόπιν αιτήματος άλλων χωρών, όμως μόνο εάν αυτό συνάδει με τη σουηδική νομοθεσία και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεων».
Σημειώστε ότι πέρσι εκδόθηκαν δύο άτομα και τώρα εκκρεμούν τρεις υποθέσεις. Οι υπόλοιποι αριθμοί είναι απλά φανταστικοί, διότι η Σουηδία δεν εκδίδει Σουηδούς πολίτες. Κάτι που προβλέπεται και στην Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης του 1957. Όσον αφορά στον έλεγχο και την αξιολόγηση των πληροφοριών, αυτά γίνονται από την Säpo, την σουηδική υπηρεσία πληροφοριών.
Αλλά ακόμη και αν η συγκεκριμένη υπηρεσία κρίνει ότι ένα άτομο πρέπει να εκδοθεί η τελική απόφαση λαμβάνεται από το Ανώτατο Δικαστήριο. Το οποίο πολλές φορές στο παρελθόν έχει εμποδίσει έκδοση στην Τουρκία. Επιπλέον, δεν εκδίδεται πρόσωπο που κινδυνεύει μετά την απέλασή του να υποβληθεί σε βασανιστήρια. Και τα ίδια ισχύουν και για την Φινλανδία.
Και επιτέλους, πώς θα ήταν δυνατόν ο Ερντογάν να πάρει διαβεβαιώσεις για εκδόσεις προσώπων από την εκτελεστική εξουσία όταν αυτές λαμβάνονται από την δικαστική;
Με λίγα λόγια, ο Ερντογάν υπέγραψε ένα κείμενο με πολλές αυτονόητες διακηρύξεις. Και ουσιαστικά δεν πήρε τίποτε. Με αποκορύφωμα το ακροτελεύτιο άρθρο, όπου η Τουρκία δηλώνει ότι υποστηρίζει την πολιτική ανοικτών θυρών του ΝΑΤΟ και συμφωνεί και υποστηρίζει την πρόσκληση στην Σουηδία και στην Φινλανδία να γίνουν μέλη της Συμμαχίας. Τώρα – άσχετα από το τι λέει στο εσωτερικό της χώρας του – πρέπει να βρει δικαιολογίες και για τον Πούτιν…
* Βουλευτής Β3 Νοτίου Τομέα Αθηνών, υφυπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου, δημοσιογράφος
liberal.gr
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

