Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Τα πολλαπλά μηνύματα των γαλλικών εκλογών σκιαγραφούν μια νέα διεθνή τάξη

Δημοσιεύτηκε στις

Τα πολλαπλά μηνύματα των γαλλικών εκλογών σκιαγραφούν μια νέα διεθνή τάξη*

Της Μαρίας Νεγρεπόντη-Δελιβάνη**

Οι γαλλικές εκλογές εμπεδώνουν τάσεις και ανατροπές, που άρχισαν να εμφανίζονται από το ’70, σε διάφορα σημεία του πλανήτη, αλλά όμως αποκτούν ιδιαίτερη σημασία, καθώς προέρχονται ήδη από τη χώρα που είναι γνωστή για την πρωτοπορία της σε κοινωνικούς αγώνες και διάνοιξη νέων οριζόντων.

Η διερεύνηση του θέματος εμφανίζει πολλές δυσκολίες, όχι τόσο εξαιτίας του περιεχομένου του, όσο εξαιτίας εννοιών, απόψεων και χαρακτηρισμών, που είναι νέες, που δεν υπάρχει ικανοποιητικός ορισμός για αυτές και  που πολλές επικράτησαν εκβιαστικά, ακριβώς για να αποπροσανατολίσουν από το  πραγματικό περιεχόμενο των εξελίξεων, καθώς θεωρούνται απειλητικές για μεγάλο τμήμα της καθεστηκυίας τάξης.

Για να κάνω, από την αρχή, κατανοητό το τι εννοώ με την αναφορά μου σε δυσκολίες, που αντιμετωπίζει η αποψινή μου έρευνα, επιλέγω   τη λέξη-κλειδί, όπως  είναι κατεξοχήν ο λαϊκισμός. Αυτή, χρησιμοποιείται  σε καθημερινή βάση και θα πρόσθετα και κατά κόρον τα τελευταία χρόνια, στις σύγχρονες οικονομίες, με σαφή όμως πρόθεση να δηλώσει κάτι ανεπιθύμητο, κάτι χαμηλού επιπέδου, κάτι το οποίο καταδικάζουμε και στο οποίο δεν επιθυμούμε να ανήκουμε, κάτι που αξίζει την περιφρόνησή μας, αλλά, όμως, που παραμένει προφανώς ηθελημένα αδιευκρίνιστο, γιατί  στερείται ικανοποιητικού ορισμού.

Ωστόσο, πριν εισέλθω στην ανάλυση του κυρίως θέματος, θα πρέπει να διευκρινίσω τις βασικές υποθέσεις, των γαλλικών εκλογών. Οι εκλογές στη Γαλλία δεν είχαν ως αντικείμενο, όπως τόσο παραπειστικά εμφανίστηκε, την αντιπαράθεση δεξιά και αριστερά, που είναι ήδη και μερικώς πεπερασμένη. Ωστόσο, η διατήρηση της, και ιδιαίτερα η υπογράμμιση της ακροδεξιάς μορφής της εξυπηρετεί τις ανάγκες της παγκοσμιοποίησης. Στην Ελλάδα υπέστημεν αυτήν την μορφή εξαπάτησης  στην περίοδο του ξεπουλήματος της Μακεδονίας, και όχι μόνο, όπου  όσοι ήταν εναντίον της προδοτικής συμφωνίας των Πρεσπών χαρακτηρίστηκαν μεταξύ και πολλών άλλων, ως ακροδεξιοί.

 Αντιθέτως, οι αντιπαραθέσεις στις  γαλλικές εκλογές ήταν κυρίως αυτές της παγκοσμιοποίησης εναντίον  της αντιπαγκοσμιοποίησης, του  κράτους- έθνους εναντίον της   παγκόσμιας διακυβέρνησης,  της διατήρησης και ενίσχυσης της εθνικής ταυτότητας απέναντι στην μετάλλαξη του ευρωπαϊκού πληθυσμού σύμφωνα με τα γνωστά οράματα του Κούντενχοφ Καλέργη.

Αποτελεί γεγονός ότι σε ολόκληρη την υφήλιο διαπιστώνονται έντονες αντιπαραθέσεις, που άρχισαν και συνεχίζονται, σε πείσμα των συστημικών/παραδοσιακών πολιτικών κομμάτων, που προσπαθούν να τις αναχαιτίσουν, αλλά και να παραποιήσουν τους στόχους και το περιεχόμενό τους, έχοντας πάντα τη συμπαράσταση των συστημικών ΜΜΕ.

Οι γαλλικές εκλογές γέμισαν την Ευρώπη και την υφήλιο με  εντυπωσιακά, από πολλές πλευρές, μηνύματα. Καταρχήν να υπογραμμίσω τη  συντριβή των παραδοσιακών κομμάτων, στη Γαλλία, που  περιέπεσαν σε ανυποληψία, εξαιτίας της ανόδου νέων, τα οποία αποκαλούνται συλλήβδην λαϊκίστικα, από τα παραδοσιακά. Να σημειώσω ακόμη το επικίνδυνα χαμηλό ποσοστό ψηφοφόρων, που προσήλθε στις  κάλπες, και που καταλήγει σε  εφιαλτικό σκηνικό. Δηλαδή, ο κ. Μακρόν καλείται να κυβερνήσει με ποσοστό οπαδών γύρω στο 20%, καθώς οι αντιφρονούντες, μαζί με την αποχή που άγγιξε το 53%, φθάνουν το 80%. Το κυρίαρχο χαρακτηριστικό των γαλλικών εκλογών είναι η έκφραση οργής, διαμαρτυρίας και δυσαρέσκειας . Και το κεντρικό μήνυμα των Γάλλων, που είναι σαφέστατο, είναι η θέλησή τους να μην έχει ο κ. Μακρόν  την απόλυτη πλειοψηφία. Έτσι, του έδωσαν μόνο 245 έδρες, έναντι των 308 που είχε πριν από 5 χρόνια. Έτσι ελέγχει μόνο το 38,6% της Εθνοσυνέλευσης, και με αυτό θα έχει, προφανώς, δυσκολίες να κυβερνήσει.

Και εδώ ανακύπτει  πρόβλημα δημοκρατίας, το οποίο πιθανότατα οφείλεται στην έλλειψη επιθυμητών υποψηφίων στο δεύτερο γύρο των γαλλικών εκλογών, γεγονός που  οδήγησε στην τεράστια αποχή. Δηλαδή, οι επιλογές των Γάλλων συρρικνώθηκαν ουσιαστικά ανάμεσα στον κ. Μακρόν,  εναντίον του οποίου είχε ξεχειλίσει η οργή τους (όπως τουλάχιστον προκύπτει  από την αποκρυπτογράφηση των εκλογικών αποτελεσμάτων), και στην κα Μαρίν Λεπέν, η οποία δαιμονοποιήθηκε για τρίτη εκλογική αναμέτρηση από τα ΜΜΕ, που την εμφάνιζαν   ως  ακροδεξιά απειλή.  Ωστόσο, να παρατηρήσω ότι  εκτός της εχθρότητας της Μαρίν Λεπέν εναντίον των λαθρομεταναστών, δεν κατόρθωσα να επισημάνω εδάφια του προγράμματός της, που να απηχούν ακροδεξιές θέσεις.

Αυτή η σαφής έκφραση αποδοκιμασίας και θυμού των Γάλλων, εναντίον του κυβερνώντος κόμματος (και των λοιπών συστημικών κομμάτων), αναφέρεται στους χειρισμούς του κ. Μακρόν στην οικονομία, στην ΕΕ, στο κοινό νόμισμα κλπ. Οι Γάλλοι δήλωσαν, έτσι, με τη ψήφο τους ότι επιθυμούν να ελέγχεται ο κ. Μακρόν στις αποφάσεις του, πρώτον από το συνασπισμό του κ. Μελανσόν, που έλαβε 131 έδρες ή το 31,6%, και δεύτερον από το δαιμονοποιημένο κόμμα της κας Μαρίν Λεπέν, που έλαβε 89 έδρες ή το  17,3%.

Εύλογα προκύπτει  το ερώτημα, πως θα είχαν εξελιχθεί οι εκλογές στη Γαλλία, αν δεν είχε δαιμονοποιηθεί η κα  Μαρίν ΛεΠέν;

Τα δύο αυτά κόμματα του κ. Μελανσόν και της κας Μαρίν Λεπέν κατατάσσονται αυθαιρέτως στην κατηγορία των λαϊκίστικων, με την έννοια ότι δεν είναι συστημικά. Και δεδομένου ότι τα σημεία των δύο προγραμμάτων τους, που συμφωνούν, είναι περισσότερα των διαφορών τους, το 48,9% των εδρών που αυτά κατέχουν στην Εθνοσυνέλευση υπερέχει περισσότερο από  10% του αντίστοιχου του κ. Μακρόν.

Τα πολύ σημαντικά αυτά μηνύματα των γαλλικών εκλογών, που  περιέχουν φόβους, ελπίδες, θυμό, επιθυμία αλλαγών κ.ά., είναι σαφές ότι δεν αφορούν μόνο τη Γαλλία, αλλά επεκτείνονται και στον μελλοντικό τρόπο διακυβέρνησης της Ευρώπης και όχι μόνο, αλλά πιθανότατα και της υφηλίου.

Να υπογραμμίσω, όμως, ότι η άνοδος αυτών των νέων κομμάτων, που απορρίπτουν και που απειλούν με εξαφάνιση τα  συστημικά/παραδοσιακά, εξηγεί  τους λόγους, για τους οποίους έχουν γίνει γενικώς γνωστά ως «λαϊκίστικα κόμματα».

Το γεγονός  ότι η ονομασία αυτών των νέων πολιτικών κομμάτων,  επικράτησε  διεθνώς μπορεί εύκολα να στηρίξει την υπόθεση ότι πρόκειται για  ένα είδος «συνομωσίας των συστημικών ΜΜΕ».Η  συνωμοσία αυτή, ως προς την ονομασία των νέων και μη συστημικών κομμάτων, που απλώνεται απανταχού στην υφήλιο,  προβάλλει   ως  δεδομένα και μη αμφισβητήσιμα ορισμένα παράπλευρα ζητήματα, όπως ανάμεσα και σε άλλα:

Πρώτον ότι η Μαρίν Λεπέν είναι ακροδεξιά, σε συνδυασμό και με την επισήμανση ότι  η τυχόν επικράτησή της θα είναι άκρως καταστρεπτική για τη Γαλλία, χωρίς όμως περαιτέρω επεξηγήσεις. Και εδώ πρόκειται για την εφαρμογή  του δόγματος της δαιμονοποίησης (όπως το αποκάλεσα σε πρόσφατο δημοσίευμά μου στο newsbreak της 25.05.2022), που συνυπάρχει  με το δόγμα του σοκ της Ναομί Κλάιν.

Δεύτερον ότι οι ηγέτες των λαϊκίστικων κομμάτων είναι αυταρχικοί και μη δημοκράτες, που ασφαλώς είναι ζήτημα που χρήζει έρευνας και συζήτησης. Κυρίως, όμως, χρήζει σύγκρισης με το κατά πόσο δημοκρατικοί είναι οι  ηγέτες παραδοσιακών κομμάτων. Θα πρέπει, δηλαδή,  να τεθεί το ερώτημα του κατά πόσον υπάρχει δημοκρατία σε χώρες που διοικούνται από παραδοσιακά κόμματα, αλλά και γιατί αυτά τα κόμματα εγκαταλείπονται το ένα μετά το άλλο, από τους ψηφοφόρους, που προτιμούν λαϊκίστικους ηγέτες. Π.χ.  πως δικαιολογείται η τόσο άνετη εκλογή, και μάλιστα για 5η φορά, του κ. Ορμπάν στην  Ουγγαρία(και όχι μόνο).

Υποστηρίζεται τρίτον, ότι οι λαϊκιστές είναι συντηρητικοί, ενώ οι παραδοσιακές κυβερνήσεις είναι προοδευτικές. Και στο σημείο βέβαια αυτό είναι απαραίτητο, πέρα από την προπαγάνδα, να προσδιορίσουμε τι ακριβώς υπεισέρχεται στο συντηρητισμό και τι στην προοδευτικότητα. Και συγκεκριμένα να διερωτηθούμε, με ποια ερμηνευτική βάση προβάλλονται ως προοδευτικές, έννοιες, συστήματα, τάσεις και καταστάσεις όπως είναι η παγκοσμιοποίηση, η ανεξέλεγκτη υποδοχή λαθρομεταναστών, η υποβάθμιση της σημασίας της  εθνικής κυριαρχίας, το ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα, η ομοφυλοφιλία, η απεμπόληση του πατριωτισμού, η καταδίκη του κράτους-έθνους κλπ., και πως τα αντίθετά τους, εκλαμβάνονται ως δήθεν ανήκοντα στο συντηρητισμό;

Πρόκειται για  ακραία, αλλά χωρίς βάσεις επίθεση των  παραδοσιακών κομμάτων εναντίον των αποκαλούμενων λαϊκίστικων, που φέρνει μνήμες   κοινών ενδεχομένως  σημείων με τις παλαιότερες διώξεις των κομμουνιστών από τους εθνικόφρονες.  Η συσπείρωση  των παραδοσιακών κομμάτων,  ανά την υφήλιο,  εναντίον των λαϊκίστικων μπορεί να εξηγηθεί   από το γεγονός ότι η τυχόν  επικράτησή αυτών των μη συστημικών  κομμάτων θα αφαιρούσε από  τα παραδοσιακά  το λόγο ύπαρξής τους.

Μιλώντας για λαϊκισμό και για λαϊκίστικα πολιτικά κόμματα  θα πρέπει, πάντως, να επισημανθούν οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει η προσπάθεια ορισμού τους. Τι είναι δηλαδή λαϊκισμός. Οι δυσκολίες αυτές δεν οφείλονται μόνο  στο γεγονός ότι τα χαρακτηριστικά και οι επιδιώξεις αυτών των κομμάτων,  ανά την υφήλιο, ενδεχομένως διαφέρουν σε κάποια σημεία, αλλά  ακόμη και επειδή δεν είναι διόλου ξεκάθαρο το περιεχόμενο του λαϊκισμού.

Ενδεικτικά  υπενθυμίζω  ότι ο όρος χρησιμοποιείται, κατά περίπτωση,  για τον  Donald Trump στις ΗΠΑ, τη Μαρίν Λεπέν στη Γαλλία,  τον  Recep Tayyip Erdogan στην Τουρκία, τον Ροντρίγκο  Duterte στις Philippines, τον Ορμπάν στην Ουγγαρία, αλλά και τον Πούτιν στη Ρωσία, αλλά και τον Χι Jimping στην Κίνα κ.ο.κ.

Αυτές οι δυσκολίες γύρω από τον ορισμό και το περιεχόμενο του λαϊκισμού παραπέμπουν  κατά κύριο λόγο στη    δυσκολία που συναντά η αναζήτηση   ικανοποιητικού ορισμού, για  το τι είναι λαός.  Υπάρχουν πολυάριθμοι ορισμοί σχετικά με το λαό. Επέλεξα για τις ανάγκες της ομιλίας μου** τον ορισμό, που  δίνει ο  Cas Mudde και που είναι ο εξής:  «η κοινωνία είναι χωρισμένη σε δύο, στη διεφθαρμένη ελίτ και στον καθαρό λαό».

Με βάση αυτό τον ορισμό ο λαϊκισμός, εξαιτίας προφανώς της  παγκοσμιοποίησης,  εκφράζει την οργή του λαού, διότι στο διάστημα των τελευταίων περίπου 4-5 δεκαετιών, ξεχάστηκε από τους ηγέτες των παραδοσιακών κυβερνήσεων, που κατηγορούνται ότι φρόντισαν τους πλούσιους και πολύ πλούσιους, αφήνοντας χωρίς προστασία τη μεσαία και τη φτωχότερη τάξη. Έτσι, η άνοδος των λαϊκίστικων κομμάτων θέτει υπό σοβαρή αμφισβήτηση σωρεία δεδομένων, μερικά από τα οποία θα συζητήσουμε απόψε, στην προσπάθεια να απαντηθούν τα ακόλουθα ερωτήματα:

Πρώτον, στο τι προκάλεσε τη γέννηση και την άνοδο των λαϊκίστικων κομμάτων.

Δεύτερον,  ποια είναι τα χαρακτηριστικά αυτών των λαϊκίστικων κομμάτων και ποιες  οι διαφορές τους από τα παραδοσιακά κόμματα.

Και τέλος τρίτον, θα προσπαθήσω να σκιαγραφήσω  το μέλλον που αναμένει την ανθρωπότητα, σε περίπτωση που  αυτά τα λαϊκίστικα κόμματα  επικρατήσουν, καθώς  και τη φυσιογνωμία που θα έχει η νέα διεθνής τάξη.

1.Η  γέννηση  των νέων κομμάτων, που εξηγεί  και τα αποτελέσματα των  γαλλικών εκλογών

Θα επικαλεστώ ως πρώτο και κυρίαρχο αίτιο της γέννησης των λαϊκίστικων κομμάτων, που περικλείει μέσα του και όλα τα μερικότερα,  την  παρακμή της Δύσης, που έφθασε στο τέλος της, σύμφωνα με  τη γνωστή θεωρία του φιλόσοφου  Oswald Spengler. Διανύουμε, όπως όλα δείχνουν το τέλος εποχής   του δυτικού πολιτισμού, και των αξιών του, όπως συνέβη και με όλους τους προηγούμενους, που  ακολούθησαν την ίδια   προδιαγεγραμμένη διαδρομή. Δηλαδή, αναδύονται, μεσουρανούν και πεθαίνουν.

Ειδικότερα για την περίπτωση των ευρωπαϊκών κρατών, και όλως ιδιαιτέρως της πατρίδας μας, επιβάλλεται να υπογραμμιστεί ως καταλυτικής σημασίας  λόγος παρακμής τους, που ερμηνεύει και την παραγκώνιση των παραδοσιακών πολιτικών κομμάτων, ο δημογραφικς μαρασμός, σε συνδυασμό και με τη γήρανση του πληθυσμού τους.

Η υπογεννητικότητα υπογραμμίζεται ως το κυρίαρχο χαρακτηριστικό παρακμής από τον Alvin Hansen, το γνωστό Αμερικανό οικονομολόγο, που στα μέσα του 19ου αιώνα πρόβλεψε το τέλος της ανάπτυξης για τη Δύση, με την έλευση του σταδίου της αέναης στασιμότητας. Θεωρία, που αναβίωσε το 2013 από τον οικονομολόγο Lawrence Summers, και που βασίστηκε στα αρνητικά επιτόκια και στον μηδενικό πληθωρισμό. Προβλέπεται ότι το ποσοστό του πληθυσμού της Ευρώπης, στον παγκόσμιο, το 2050 δεν θα υπερβαίνει το  7%, από  το  21.7% που ήταν το 1950. Θα οδηγηθεί δηλαδή η Ευρώπη στην «παγκόσμια γωνία». Για την Ελλάδα, ειδικότερα, οι σχετικές προβλέψεις είναι εφιαλτικές αφού μεταξύ του 2022 και του 2100 ο πληθυσμός της θα έχει μειωθεί κατά 45%. Η Ελλάδα εξάλλου, είναι η πιο γερασμένη χώρα της ΕΕ, καθώς για το 2060 προβλέπεται ότι  η ηλικία του 30% του συνολικού πληθυσμού της θα υπερβαίνει τα  65, σε σχέση με  το 14% που είναι σήμερα. Αν, πράγματι, οι πληθυσμιακές εξελίξεις εκλαμβάνονται ως βαρόμετρο παρακμής, η Ελλάδα βρίσκεται στον υψηλότερο βαθμό στην Ευρώπη.

Η γενική, ωστόσο, αυτή ερμηνεία της παρακμής, με αιχμή του δόρατος το δημογραφικό μαρασμό της Δύσης, συμπληρώνεται και από άλλα συμβάντα και εξελίξεις, που οδήγησαν στην εμφάνιση  αυτών των νέων πολιτικών κομμάτων.

α)Πρόκειται πρώτον για την παγκοσμιοποίηση

Η παγκοσμιοποίηση, είναι το σύστημα που επιλέχθηκε από την Αμερική, με την ελπίδα ότι θα αναχαιτίσει την άνοδο της Ευρώπης και/ή της Ιαπωνίας, γιατί πίστευε τότε ότι αυτές απειλούσαν την πρωτοκαθεδρία της. Η παγκοσμιοποίηση έγινε δεκτή, πριν 40 περίπου χρόνια,   με άκρατο  και γενικευμένο ενθουσιασμό. Όσοι ολίγοι, μεταξύ των οποίων και εγώ (παραπέμπω στο βιβλίο μου «Συνωμοτική Παγκοσμιοποίηση», που μεταφράστηκε γαλλικά, ρουμανικά και ρωσικά), είχαν εκφράσει φόβους και δυσμενείς προβλέψεις για τα αποτελέσματά της θεωρήθηκαν  οπισθοδρομικοί, αμόρφωτοι κ.ά.

Πρόκειται για πάγιους χαρακτηρισμούς, που χρησιμοποιούνται κατά περίπτωση από τα συστημικά πολιτικά κόμματα, όταν επιδιώκουν  να επιβάλουν θέσεις επικίνδυνες, και με περιεχόμενο που συναντά ισχυρές  λαϊκές αντιστάσεις (Βλ. Πρέσπες).

Ωστόσο,  είναι πια γενικώς αποδεκτό, ότι οι φόβοι εκείνων των ολίγων ήταν βάσιμοι, δεδομένου ότι η παγκοσμιοποίηση είχε, τελικά,  ελάχιστους νικητές και ατέλειωτη στρατιά ηττημένων.

Οι οπαδοί των νέων αυτών πολιτικών κομμάτων, που έγιναν γνωστά ως “λαϊκίστικα”, ανήκουν στους  ηττημένους, που είδαν το βιοτικό τους επίπεδο να επιδεινώνεται, και που τώρα στρέφονται με απροκάλυπτο θυμό, εναντίον της παγκοσμιοποίησης, εναντίον της υπέρ φιλελευθεροποίησης της οικονομίας, της ανεξέλεγκτης ελευθερίας του διεθνούς εμπορίου, των μύθων περί αυτορυθμιζόμενων αγορών και βέβαια και εναντίον της καθεστηκυίας πολιτικής τάξης, που έδωσε υποσχέσεις τις οποίες δεν τήρησε, και που επέβαλε και υπέθαλψε το σύστημα.

Παρότι η καθεστηκυία πολιτική τάξη μαίνεται εναντίον των “λαϊκιστών”, αποτελεί ωστόσο γεγονός ότι η παγκοσμιοποίηση   σώρευσε ανείπωτα δεινά, κυρίως, στο εσωτερικό των προηγμένων οικονομιών,  όπως ανάμεσα και σε άλλα:

  • -ροκάνισε τα ατομικά δικαιώματα,
  • -εξαθλίωσε την εργασία, μέσα από την ξέφρενη επιδίωξη μεγαλύτερης ανταγωνιστικότητας,
  • -κορύφωσε τις κάθε μορφής ανισότητες κατανομής του εισοδήματος και του πλούτου,
  • -αποδεκάτισε τη μεσαία τάξη,
  • -υποβάθμισε τη σημασία της θρησκείας, της οικογένειας, της ιστορίας, του πατριωτισμού, της εθνικής κυριαρχίας και ανεξαρτησίας.

β)Πρόκειται δεύτερον για την αλλοίωση των αρχών της δημοκρατίας σε συνδυασμό με  την κορύφωση των ανισοτήτων.

Οι πρόσφατες εξελίξεις των ανεξέλεγκτων πια ανισοτήτων στις πλούσιες χώρες της Δύσης, που έχουν υπερβεί ακόμη και τα ασύλληπτου ύψους  επίπεδα των ετών 1910-20, δικαιώνουν τις απόψεις του  Polanyi. Ο γνωστός Ούγγρος οικονομολόγος (και όχι μόνο) συνέδεσε τις ανισότητες κατανομής με τη γενίκευση, στις προηγμένες οικονομίες, της  αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Συγκεκριμένα, καθώς η δημοκρατία απαιτεί ισότητα,  υποστηρίζεται ότι οι ανισότητες υπονομεύουν τις αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες και αποδυναμώνουν τη συναίνεση γύρω από αυτές. Και τούτο, διότι,  η αντιπροσωπευτική δημοκρατία, για να σταθεροποιηθεί, χρειάζεται την απομάκρυνση   λαϊκών  μαζών, που έχουν ενδεχομένως,  απρόβλεπτες παρεμβάσεις. Είναι ο λόγος για τον οποίον ενθαρρύνεται η αποχή μεγάλων τμημάτων του λαού. Το σύστημα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας κινδυνεύει έτσι να ανατραπεί  από την οργή των  περιθωριοποιημένων. Αυτό  φαίνεται να συνέβη  στις τελευταίες εκλογές στη Γαλλία, και όχι μόνο (διότι υπάρχουν ήδη αρκετά προηγούμενα, όχι ωστόσο τόσο επιδραστικά, όσο της Γαλλίας).

Η κυβέρνηση Μακρόν κατηγορείται όχι μόνο από τον κ. Μελανσόν και τα κινήματα πέριξ αυτού, αλλά και από τους ψηφοφόρους της κας Μαρίν Λεπέν, που σε μεγάλο ποσοστό είναι εργάτες και αγρότες, ότι δηλαδή αδιαφόρησε για τα έντονα  προβλήματα της μεσαίας και της φτωχότερης τάξης και ασχολήθηκε με αυτά των πλουσίων και των πολύ πλουσίων. Άφησε, δηλαδή, το λαό χωρίς φροντίδα.

Να προσθέσω εδώ ότι οι νέοι, στις σύγχρονες προηγμένες οικονομίες φαίνεται ότι  δεν ενδιαφέρονται  και πολύ για τη δημοκρατία, αλλά απαιτούν  μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα. Αντιθέτως οι  πολίτες άνω των 65 ετών νοιάζονται για τη δημοκρατία.

γ)Πρόκειται τρίτον για την ανεξέλεγκτη μετανάστευση/λαθρομετανάστευση

Η Ευρώπη  έχει πλημμυρίσει από λαθρομετανάστες, και ιδιαίτερα η Ελλάδα. Αλλά, οι αρμόδιοι, και αναφέρομαι στους δικούς μας,  δεν ανησυχούν, καθώς δηλώνουν  ότι έχουν τη λύση στο ακανθώδες δημογραφικό μας πρόβλημα. Η  λύση λέγεται «αντικατάσταση». Τελικά, είναι απλό: Πακιστανοί, Αφγανοί κλπ, θα αντικαταστήσουν τον δημογραφικό καταποντισμό μας. Διαβάστε τη θεωρία του Κούντενχοφ Καλέργη, αν δεν το έχετε κάνει  ήδη. Πρόκειται για τον   πρώτο οραματιστή της Πανευρώπης,  που το 1925 δημοσίευσε το βιβλίο του «Πρακτικός Ιδεαλισμός», και σε αυτό προβλέπονται  όλα όσα ζούμε σήμερα. Ασφαλώς, δικαιολογούνται υπόνοιες ότι και με τη βοήθεια αυτής της μαζικής μετανάστευσης προετοιμάζεται  το καθεστώς της  «Παγκόσμιας Διακυβέρνησης», στα πλαίσια της οποίας  οι πληθυσμοί της Ευρώπης δεν θα διαφέρουν μεταξύ τους. Θα έχουν όλοι μεγάλη μύτη και μαύρα μαλλιά, και θα θυμίζουν  τους αρχαίους Αιγυπτίους. Αλλά, και πέρα από την  επαλήθευση των  οραμάτων   του Κούντενχοφ Καλέργη, και πέρα από το γεγονός ότι η ΕΕ έχει καθιερώσει βραβείο με το όνομά του, που έχει ήδη απονεμηθεί  στην κα Angela Merkel και στον κ. Herman Van Rompuy, δύο από τα “κορυφαία μέλη» της Λέσχης Bildemberg, η υλοποίησή τους επιταχύνεται  και με μέτρα και προγράμματα που αποφασίζονται στις ετήσιες συγκεντρώσεις του Davos.

δ)Πρόκειται τέλος τέταρτον για  την οργή  των πολιτών του κόσμου εναντίον των fake news

Που συνειδητοποιούν ότι γίνονται, πολύ συχνά, θύματα των fake news ή της  κεκαλυμμένης ανελευθερίας του Τύπου. Σε αυτόν  προσφεύγουν ολοένα συχνότερα οι συστημικές κυβερνήσεις, προκειμένου να επιβάλουν απόψεις που πάσχουν από έλλειψη στοιχειώδους αντικειμενικότητας, που στρέφονται εναντίον των λαϊκών ή των εθνικών συμφερόντων και που εμφανίζονται με παραπειστικούς  μανδύες,  «ευπρεπισμού»,  επιλογής της δήθεν «καλής πλευράς της ιστορίας», του «ανήκομεν εις την Δύσιν», της εκμετάλλευσης κατά περίπτωση της ανύπαρκτης ουσιαστικά διάκρισης αριστεράς και δεξιάς κ.ά.

2. Ποια είναι τα χαρακτηριστικά αυτών  νέων πολιτικών κομμάτων;

Στα νέα πολιτικά κόμματα, που ξεπήδησαν μέσα από την αντίδραση εναντίον της καθεστηκυίας τάξης δόθηκε, όπως ήδη αναφέρθηκε, το υποκοριστικό, υποκριτικό και παραπλανητικό επίθετο του “λαϊκισμού”, με το οποίο επιμένουν οι παραδοσιακοί πολιτικοί να τα προσφωνούν. Αυτό, ακριβώς, το  κακότεχνο και χωρίς περιεχόμενο επίθετο, προδίδει  το φόβο  παραγκωνισμού των παραδοσιακών πολιτικών κομμάτων, καθώς  και την προσπάθειά τους να υποβαθμίσουν τη σημασία των ανερχόμενων αντιπάλων τους. Ταυτόχρονα, διαχέεται συστηματικά η εσφαλμένη εντύπωση, ότι δήθεν το σύνολο των νέων αυτών πολιτικών κομμάτων ρέπει προς το φασισμό, ενώ η πραγματικότητα είναι αρκετά διαφορετική. Ασφαλώς, ανάμεσά τους, υπάρχουν ορισμένοι πολιτικοί σχηματισμοί ή ηγέτες, με τέτοιες απορριπτέες τάσεις, αλλά το στοιχείο που υπερισχύει σε όλους αυτούς  είναι καταρχήν η εναντίωσή τους στην παγκοσμιοποίηση και η προσπάθεια επαναφοράς βασικών αξιών, που παραγκωνίστηκαν από αυτήν.

Μερικοί από τους στόχους και τα χαρακτηριστικά των λαϊκίστικων κομμάτων είναι τα ακόλουθα:

Πρώτον η παραδοσιακή διάκριση ανάμεσα σε δεξιά και αριστερά δεν φαίνεται πια να ισχύει στη Γαλλία

Πράγματι, η πολιτική εικόνα του τελευταίου εκλογικού αποτελέσματος  είναι τρικομματική: το παραδοσιακό κόμμα του κ. Μακρόν με τους  ψηφοφόρους να προέρχονται από τις πλουσιότερες περιοχές της Γαλλίας. Το κόμμα της κας Λεπέν  που συγκεντρώνει εργάτες και αγρότες και ο συνασπισμός του κ. Μελανσόν, με ψηφοφόρους που προέρχονται από λαϊκές περιοχές και από  μερικές μεγαλύτερες πόλεις της Γαλλίας.

Η ουσιαστική κατάργηση της διάκρισης σε αριστερής και δεξιάς κατεύθυνσης πολιτικών κομμάτων οφείλεται στην ύπαρξη κοινών βασικών στόχων και στις δυο κατευθύνσεις. Δηλαδή, πρόκειται κυρίως, για την εξασφάλιση φροντίδας για το λαό, που απουσίαζε, γενικώς, από τα παραδοσιακά κόμματα.

Δεύτερον, ανά την υφήλιο, τα λαϊκίστικα κόμματα κλίνουν περισσότερο προς τα δεξιά, διότι έχει επικρατήσει  η πεποίθηση ότι η αριστερά έχει  αθετήσει όλες της τις υποσχέσεις.

Οπωσδήποτε, θα πρέπει να αναγνωριστεί ότι δεν υπάρχει συγκεκριμένη λαϊκίστικη ιδεολογία.

Τρίτον, και τα δύο μη συστημικά γαλλικά κόμματα είναι εναντίον του άκρατου νεοφιλελευθερισμού και της παγκοσμιοποίησης.

Αυτά υπόσχονται ότι θα βελτιώσουν την κατανομή του εισοδήματος, αυξάνοντας τον κατώτερο μισθό σε πάνω από 1500Ε το μήνα, βελτιώνοντας  τις συντάξεις, επιβάλλοντας πιο προοδευτικούς φόρους, περιορίζοντας τις φορολογικές απαλλαγές των μεγάλων εταιριών, ενισχύοντας  την κρατική παρέμβαση στην οικονομία, ενθαρρύνοντας  το βαθμό αυτάρκειας της οικονομίας, που αποτελεί επιθυμία του 43% των Γάλλων.

Παρά τις διαφορές του κ. Μελανσόν και της κας Λεπέν, οι δύο  έχουν συστήσει κοινό μέτωπο εναντίον του κ. Μακρόν.

Τέταρτον, ειδικότερα η κα Μαρίν Λεπέν,  αναμένεται να επικεντρωθεί σε προσπάθειες βελτίωσης του τρόπου λήψης των αποφάσεων, με στόχο την κατά το δυνατόν ανεξαρτητοποίηση της ΕΕ ώστε να παύσει να είναι φερέφωνο των ΗΠΑ.

Αναμένεται, ακόμη, ότι η κα Μαρίν Λεπέν θα προσπαθήσει να δημιουργήσει αμφιβολίες, αναφορικά με  την ορθότητα των  μονομερών και συχνά μη αντικειμενικών επιλογών της ΕΕ, επιδιώκοντας τη δημιουργία εποικοδομητικών συνεργασιών με Κίνα, Ρωσία, Αφρική κ.ά..

Σε ότι αφορά το ευρώ,  παρότι στο παρελθόν η κα Μαρίν Λεπέν ήταν υπέρ της εξόδου της Γαλλίας από την Ευρωζώνη, φαίνεται οι σχετικές αντιρρήσεις της να έχουν περιοριστεί, και να αρκείται απλώς στην προσπάθεια επίτευξης βελτιώσεων στη λειτουργία του.

Οπωσδήποτε, αξίζει να αναφερθεί το αποτέλεσμα πρόσφατης έρευνας, που δείχνει τη Γαλλία διχοτομημένη στα δύο, καθώς το 50% πιστεύει ότι το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα είναι βλαβερό, ενώ το 49% τίθεται υπέρ του.

Να σημειωθεί ακόμη ότι οι Γάλλοι έχουν εκφραστεί εναντίον της εμβάθυνσης της ΕΕ, και ότι υπήρξαν κριτικοί εναντίον του υπερβολικού αριθμού των υπαλλήλων εκεί, που φθάνουν τους 45.000.

Αναμένεται ακόμη ότι η κα Μαρίν Λεπέν θα θέσει επί τάπητος:

  • -την αδυναμία της ΕΕ να δώσει ικανοποιητικές λύσεις στα τρέχοντα ακανθώδη κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα,
  • -τη συχνή προσφυγή της ΕΕ στη χρήση  δύο μέτρων και δύο σταθμών για την αντιμετώπιση παρόμοιων προβλημάτων,
  • -την ετερόφωτη και εξαρτημένη πολιτική της ΕΕ
  • -και πάνω από όλα την αθέτηση όλων των αρχικών υποσχέσεών της ΕΕ, περί της εξασφάλισης πλήρους απασχόλησης, δικαιότερης κατανομής, εξαφάνισης των αρχικών διαφορών επιπέδου ανάπτυξης των κρατών-μελών και ταχύρρυθμης ανάπτυξης.

Επιπλέον η κα Μαρίν Λεπέν θα επαναφέρει στο προσκήνιο έναν έντονο πατριωτισμό, θα ενισχύσει το κράτος-έθνος και την εθνική ταυτότητα, και θα προσπαθήσει να επιβάλλει το εθνικό συμφέρον πάνω από το ευρωπαϊκό και το παγκόσμιο.

Μελανσόν και Μαρίν Λεπέν  ελπίζεται ότι θα επιδιώξουν  λύσεις και εξελίξεις στον πόλεμο της Ουκρανίας, που θα είναι  λιγότερο καταστρεπτικές για την Ευρώπη από αυτές που τώρα  εφαρμόζονται, πιο ανθρώπινες και πιο υπεύθυνες,   προς την πλευρά του τέλους αυτού του πολέμου και όχι προς τη διαιώνισή του.

3. Και πως προβλέπεται ότι θα είναι η νέα διεθνής τάξη;

Όλα συνηγορούν στο ότι εκκολάπτεται μια νέα διεθνής  τάξη, που  δεν έχει ακόμη λάβει την τελική της μορφή. Έτσι,  δεν είμαι σε θέση να δώσω μια ολοκληρωμένη μορφή της, και γι’ αυτό θα αρκεστώ σε ορισμένες  διαπιστώσεις. Ταυτόχρονα θα βασιστώ στην υπόθεση ότι οι διαπιστώσεις αυτές δεν θα μεταβληθούν σημαντικά, αν δεν προκύψει ο Γ’ Παγκόσμιος Πόλεμος.

Η νέα διεθνής τάξη διαμορφώνεται υπό την επίδραση της επιδημίας του Covid-19, του πολέμου της Ουκρανίας, της επανεμφάνισης του πληθωρισμού, ύστερα από απουσία 40 ετών, της απειλής ύφεσης, αλλά και της απειλής διάλυσης της Ευρώπης, εξαιτίας της λήψης σωρείας  επικίνδυνα επιπόλαιων αποφάσεων. Πράγματι, ο αναμενόμενος πολύ κακός χειμώνας θα προκαλέσει δικαιολογημένη οργή των Ευρωπαίων, και ουδόλως αποκλείεται να οδηγήσει στη διάλυση της ΕΕ και της Ευρωζώνης.

Σε ότι αφορά τον πόλεμο της Ουκρανίας, πολλές εκφάνσεις του ενθαρρύνουν την υπόθεση ότι αποτελεί εισαγωγή στον Γ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Κίνα. Και σε αυτή την περίπτωση εξηγείται το γιατί  οι ΗΠΑ επιδιώκουν να εξασθενίσουν τη Ρωσία, ώστε να μην είναι δίπλα στην Κίνα  όταν έρθει ο Γ’ Παγκόσμιος. Εξάλλου, οι εκλογές της Γαλλίας φέρουν σαφώς τη σφραγίδα του πολέμου της Ουκρανίας, με την ανάδειξη φιλορωσικών πολιτικών κομμάτων, και πιστεύω ότι αναμένεται ανάλογη συνέχεια στις προσεχείς εκλογές και  άλλων ευρωπαϊκών χωρών.

Αν, όμως, τελικά, ο πόλεμος της Ουκρανίας δεν καταλήξει στον  Γ΄ Παγκόσμιο και αν η Δύση συνετιστεί ώστε να μην ωθήσει τον Πούτιν στη χρήση πυρηνικών, σίγουρα θα υποδεχθούμε στο πολύ προσεχές μέλλον, μια νέα διεθνή τάξη με πιθανά χαρακτηριστικά, τα ακόλουθα:

  • -Η παγκοσμιοποίηση, που ήδη περιορίστηκε, θα δώσει τη θέση της σε καθεστώς προστατευτισμού, με  αυξημένη  δόση αυτάρκειας. Τα εθνικά σύνορα θα είναι ελεγχόμενα, το ίδιο και η μετανάστευση. Θα ενισχυθεί, έτσι, το κράτος-έθνος.
  • -Ο οικονομικός φιλελευθερισμός που, σε συνδυασμό με την παγκοσμιοποίηση, είχε αρνητικά αποτελέσματα για τους λαούς, θα υποκατασταθεί από μεγαλύτερη κρατική παρέμβαση, από διεύρυνση του δημόσιου τομέα και από αύξηση της σημασίας των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας.
  • -Ο καπιταλισμός, φυσικά, θα επιβιώσει αλλά θα αλλάξει πιθανότατα μορφή, στην προσπάθειά του να επανέλθει σε καθεστώς  αξιοκρατίας, όπως πριν από τη δεκαετία του ’80. Προς αυτή την κατεύθυνση θα βοηθηθεί, πιθανότατα, αν συνδυαστεί και με κρατικό καπιταλισμό.
  • -Η υπερχρέωση των σύγχρονων οικονομιών, που αποτελεί το δεκανίκι του χρηματικού καπιταλισμού, ελπίζεται ότι θα αντιμετωπιστεί με δραστικά μέτρα, ώστε να μην αποτελεί βραχνά, όπως τώρα.
  • -Η λήψη μέτρων, για την αντιμετώπιση των καταστρεπτικών διαστάσεων της ανεξέλεγκτης ανισότητας κατανομής, θεωρείται απαραίτητη για την επιβίωση του καπιταλισμού και τη συνέχιση της ανάπτυξης.

Ωστόσο, όλες οι παραπάνω αναμενόμενες μεταβολές, και προφανώς πολλές άλλες,  που αφορούν τη Δύση, θα υπαχθούν, όπως όλα δείχνουν, σε μια συγκλονιστική ανατροπή, που θα αφορά την παγκόσμια κυριαρχία. Στο τιμόνι του κόσμου, πολύ προσεχώς, δεν θα είναι πια η Αμερική αλλά η Κίνα. Παράλληλα με τις θετικές μεταβολές αυτής της ανατροπής, που ελπίζεται ότι θα είναι η επάνοδος σε παραδοσιακές αξίες, οι οποίες ατόνησαν στο περιβάλλον παρακμής της Δύσης, απειλείται και η έλευση  ορισμένων σημαντικών μεταβολών με αρνητικό πρόσημο. Όπως, ανάμεσα και σε άλλες, ο περιορισμός των ατομικών ελευθεριών, η επίσημη υποχώρηση της δημοκρατίας, σε σύγκριση πάντοτε  με τη μορφή της, που φανταζόμαστε  ότι δήθεν επικρατεί στη Δύση, η γενίκευση και επισημοποίηση της παρακολούθησης των πολιτών, η ανοχή της ανελευθερίας του Τύπου κ.ά.

Τελικά, η ανθρωπότητα, και ειδικότερα η πατρίδα μας, θα είναι σε καλύτερη ή σε χειρότερη μοίρα στην προβλεπόμενη νέα διεθνή τάξη; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι ιδιαιτέρως δύσκολη, αν όχι αδύνατη, αν ληφθούν επιπλέον υπόψη οι εκκολαπτόμενες συγκλονιστικές μεταβολές, που φέρνει η επιδημία στη ζωή του πλανήτη μας. Ωστόσο, αναφορικά με την Ελλάδα, αυτό που θα μπορούσε θερμά να υποστηριχθεί, είναι η  επείγουσα ήδη ανάγκη να προσπαθήσει με όλα τα μέσα να αποκτήσει μια όσο γίνεται πιο ικανοποιητική  θέση στη νέα παγκόσμια τάξη, και όχι να παραμένει εγκλωβισμένη στην απερχόμενη.

(*) Κείμενο ομιλίας στο ΙΗΑ ΖΟΟΜ FORUM της Πέμπτης 30 Ιουνίου 2022.

(**)Πρ. Πρύτανης του Πανεπιστημίου Μακεδονίας

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις18 λεπτά πριν

Από τη Σαρία στην Ατομική Ελευθερία; Η Αλλαγή που Συντελείται στη Μέση Ανατολή

Μεταξύ 2000 και 2020, επέβλεψα μια σειρά ερευνών στη Μέση Ανατολή, πραγματοποιώντας προσωπικές συνεντεύξεις με αντιπροσωπευτικά δείγματα πληθυσμού σε πέντε...

Αναλύσεις48 λεπτά πριν

FT: Πώς υπνοβατούμε προς τον Γ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο!

Το αεροδρόμιο του Ριάντ κλείνει έπειτα από φονικές πυραυλικές επιθέσεις. Ρωσία – Ουκρανία ανταλλάσσουν πολύνεκρα πλήγματα. Η Πολωνία προειδοποιεί για...

Newsroom1 ώρα πριν

Project Bromo: Η Ευρώπη επιταχύνει τη δημιουργία διαστημικού γίγαντα απέναντι στη SpaceX

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει να επιταχύνει την αντιμονοπωλιακή αξιολόγηση της συμφωνίας μεταξύ Airbus, Thales και Leonardo. Ο νέος όμιλος, με...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

350 Δισ. Δολάρια στην Αμερική: Η Νότια Κορέα ενεργοποιεί τη μεγαλύτερη στρατηγική επένδυση της συμμαχίας τους

Καθώς στη Σεούλ διατυπώνονται επικρίσεις σχετικά με τους κινδύνους και την εποπτεία των επενδύσεων αυτών, ενώ οι ενδιάμεσες εκλογές στις...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

«Εδώ αρμόδιος είμαι εγώ»: Η τουρκική υστερία για τις NAVTEX και το ευρωπαϊκό πλέγμα προστασίας του GSI

Ως νέα αναμέτρηση για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου παρουσιάζει ο τουρκικός Τύπος την αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας με αφορμή...

Δημοφιλή