Διεθνή
Η ευχάριστη έκπληξη της Ελλάδας – Χάος στα ευρωπαϊκά αεροδρόμια, “νόμος και τάξη” στα ελληνικά!!!
Το ευρωπαϊκό αεροπορικό χάος και η ελληνική εξαίρεση
Γεράσιμος Ζώτος
Το τελευταίο δίμηνο η κατάσταση που επικρατεί στα διεθνή ευρωπαϊκά αεροδρόμια μπορεί να περιγραφεί μόνο με τη λέξη «χάος». Ουρές, αναμονές ωρών, μεταφορά επιβατών σε γειτονικά αεροδρόμια, καθυστερήσεις, ακυρώσεις πτήσεων και μόλις χθες και πλαφόν στον αριθμό επιβατών σε ένα από τα μεγαλύτερα αεροδρόμια της Ευρώπης, στο Χίθροου.
Το αποτέλεσμα όλων των παραπάνω, μεσούσης της φετινής, θερινής σεζόν είναι οι επιβάτες που έχουν προγραμματίσει και προπληρώσει για τις διακοπές τους, από αεροπορικά εισιτήρια, διαμονή μέχρι φαγητό και καφέδες, να μην γνωρίζουν αν θα τα καταφέρουν να φθάσουν στον προορισμό τους, τουλάχιστον έγκαιρα.
Και όμως, στην άκρη της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, τόσο στον Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών, όσο και στα υπόλοιπα δεκατέσσερα περιφερειακά αεροδρόμια της Ελλάδας, όλα δείχνουν να “δουλεύουν ρολόι”, παρά την έντονα αυξημένη κίνηση του τελευταίου διμήνου, η οποία αναμένεται να συνεχισθεί με την ίδια ή και περισσότερη ένταση όσο περνούν οι ημέρες.
Μία ματιά στις αφίξεις του τελευταίου διμήνου μπορεί να πείσει και τον πιό δύσπιστο.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσίευσε στην ιστοσελίδα του ο Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών – Ελευθέριος Βενιζέλος, το Μάιο του 2022 διακινήθηκαν συνολικά 2.056.855 επιβάτες, αριθμός κατά 255% μεγαλύτερος από τον αντίστοιχο μήνα του 2021 και μόλις 10% μικρότερος από το 2019.
Τον Ιούνιο του 2022 διακινήθηκαν συνολικά 2.434.779 επιβάτες, δηλαδή 122,2% περισσότεροι από τον αντίστοιχο μήνα του 2021 και μόλις 6% λιγότεροι από τον Ιούνιο του 2019.
Συνολικά, στο εξάμηνο οι επιβάτες που διακινήθηκαν ήταν 8.975.700 έναντι 2.665.090 του πρώτου εξαμήνου του 2021, υπολειπόμενο κατά 20% του α΄εξαμήνου του 2019.
Η Ελλάδα η μόνη χώρα με αύξηση της αεροπορικής διακίνησης τον Ιούνιο
Ταυτόχρονα, σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Eurostat τον Ιούνιο του 2022, οι διεθνείς πτήσεις, συνολικά στις χώρες της Ε.Ε παρουσιάζονται μειωμένες κατά 16% έναντι του Ιουνίου του 2019. Η μείωση, αναφέρει η Eurostat αφορά το σύνολο των χωρών της Ε.Ε. πλην μίας. Της Ελλάδας, όπου η αύξηση σε σχέση με τον Ιούνιο του 2019 φθάνει το 1%. Η μεγαλύτερη μείωση των πτήσεων, κατά 40%, έναντι του Ιουνίου του 2019 παρουσιάζεται στη Σλοβενία.
Παρ΄ όλα αυτά, όπως αναφέρουν πηγές προσκείμενες στην διοίκηση του ΔΑΑ, μέχρι στιγμής δεν έχουν παρατηρηθεί προβλήματα, πλην ελαχίστων, που δημιουργούνται από τις μετεπιβιβάσεις επιβατών καθυστερημένων πτήσεων.
Δηλαδή όταν καθυστερεί μια πτήση από το εξωτερικό, π.χ. από το Άμστερνταμ και ο επιβάτης από Αθήνα συνεχίζει για κάποιο νησί, με ανταπόκριση μέσα στην επόμενη ώρα, π.χ. Σαντορίνη ή Ρόδο εκεί ενδέχεται να δημιουργηθούν κάποια προβλήματα, κυρίως σε ό,τι αφορά την διαχείριση των αποσκευών του. Σε γενικές γραμμές, όμως, η κατάσταση είναι πολύ καλή.
Δεν ξέρουμε τι θα συμβεί στο τέλος Ιουλίου , για παράδειγμα, ή τον Αύγουστο, όμως μέχρι στιγμής δεν αντιμετωπίζονται τα προβλήματα που βλέπουμε στα μεγάλα ευρωπαϊκά διεθνή αεροδρόμια, αναφέρουν οι ίδιες πηγές.
Ποια, είναι, όμως, η αιτία που οδήγησε σε αυτά τα μεγάλα προβλήματα, τα αεροδρόμια της υπόλοιπης Ευρώπης;
Έλλειψη προσωπικού
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, που επεξεργάστηκε το Reuters, τα προβλήματα ξεκίνησαν μετά τις σαρωτικές περικοπές θέσεων εργασίας και μειώσεις μισθών όταν τα ταξίδια σταμάτησαν λόγω COVID 19, την περίοδο δηλαδή της καραντίνας.
Πολλοί από τους εργαζόμενους, φέτος, μετά την άρση των περιοριστικών μέτρων είτε για λόγους ανασφάλειας είτε λόγω του ότι βρήκαν αλλού εργασία με, προφανώς, καλύτερους όρους δεν επέστρεψαν. Ταυτόχρονα, μετά την άρση των μέτρων, το προσωπικό σε όλο τον κλάδο, από πιλότους μέχρι χειριστές αποσκευών, ζητά μεγάλες αυξήσεις αμοιβών και καλύτερες συνθήκες εργασίας.
Έτσι, η Norwegian Air συμφώνησε τον Ιούνιο να αυξήσει τους μισθούς των πιλότων κατά 3,7%, προκειμένου να αποφύγει απεργίες.
Εργαζόμενοι στον κύριο φορέα εκμετάλλευσης αεροδρομίων της Γαλλίας ADP δήλωσαν πριν λίγες ημέρες την πρόθεση τους να κατέβουν σε απεργία, όπως έκαναν και οι πυροσβέστες στο διεθνές αεροδρόμιο Σαρλ ντε Γκωλ του Παρισιού την προηγούμενη μέρα.
Ακόμη, το προσωπικό του check-in της British Airways στο αεροδρόμιο Χίθροου ανέστειλε την τελευταία στιγμή απεργία, στις 7 Ιουλίου, αφού η αεροπορική εταιρεία συμφώνησε να βελτιώσει τις αμοιβές.
Στη Γερμανία, το συνδικάτο που εκπροσωπεί το προσωπικό εδάφους της Lufthansa απαιτεί αύξηση τουλάχιστον 350 ευρώ το μήνα.
Η διοίκηση του συνδικάτου κάλεσε τον γερμανικό αερομεταφορέα να τερματίσει την «τρελή πολιτική της μείωσης του κόστους», όπως χαρακτήρισε, σε επιστολή του προς το εποπτικό συμβούλιο, λέγοντας ότι συνέβαλε στο πρόσφατο χάος με την απόλυση πάρα πολλών εργαζομένων.
Η Lufthansa αρνήθηκε να σχολιάσει την επιστολή, αν και ο διευθύνων σύμβουλός της ζήτησε συγγνώμη από τους υπαλλήλους και τους πελάτες στα τέλη Ιουνίου, λέγοντας ότι η αεροπορική εταιρεία «προχώρησε υπερβολικά στη μείωση του κόστους».
Καθυστερημένη αντίδραση των συναρμόδιων φορέων
Φθάσαμε, λοιπόν, στο σημείο τα αεροδρόμια και οι αεροπορικές εταιρείες να προσπαθούν να προσλάβουν περισσότερους εργαζομένους από πιλότους μέχρι προσωπικό ασφαλείας και συνοριακού ελέγχου και χειριστές αποσκευών αφού πολλοί έφυγαν κατά τη διάρκεια της κρίσης του COVID-19.
Στελέχη του κλάδου λένε ότι είναι δύσκολο να προσληφθούν για συχνά σωματικά απαιτητική, σχετικά χαμηλά αμειβόμενη εργασία σε αεροδρόμια που συχνά βρίσκονται εκτός πόλης. Η εκπαίδευση των νεοπροσληφθέντων και η απόκτηση ειδικής άδειας ασφαλείας για να εργαστούν στα αεροδρόμια χρειάζονται επίσης μήνες.
Το αεροδρόμιο Schiphol του Άμστερνταμ συμφώνησε να πληρώσει 15.000 καθαριστές, χειριστές αποσκευών και προσωπικό ασφαλείας με 5,25 ευρώ επιπλέον ανά ώρα κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού.
Τα αεροδρόμια Charles de Gaulle και Orly στο Παρίσι πρέπει να καλύψουν 4.000 θέσεις εργασίας κυρίως στον τομέα της ασφάλειας, της συντήρησης και του ταξιδιωτικού λιανικού εμπορίου, σύμφωνα με την εταιρεία διαχείρισης αεροδρομίων Groupe ADP και την CDG Alliance.
Σημειώνεται ότι περισσότεροι από 20.000 άνθρωποι απολύθηκαν στο Charles de Gaulle κατά τη διάρκεια της πανδημίας, σύμφωνα με το συνδικάτο CGT.
Η εταιρεία ασφαλείας αεροδρομίου ICTS, η οποία δραστηριοποιείται στο Charles de Gaulle, προσφέρει εφάπαξ μπόνους 180 ευρώ σε όσους καθυστερούν τις διακοπές τους μετά τις 15 Σεπτεμβρίου και 150 ευρώ για το προσωπικό που υπογράφει νέες προσλήψεις.
Το αεροδρόμιο της Φρανκφούρτης, ο πιο πολυσύχναστος κόμβος της Γερμανίας, έχει επαναπροσλάβει σχεδόν 1.000 υπαλλήλους υπηρεσιών εδάφους μετά την περικοπή περίπου 4.000 κατά τη διάρκεια της πανδημίας, αλλά θα συνεχίσει να αντιμετωπίζει διακοπές λόγω έλλειψης εργαζομένων τους επόμενους δύο ή τρεις μήνες.
Η Γερμανία σχεδιάζει να επισπεύσει τις άδειες εργασίας και τις βίζες για αρκετές χιλιάδες ξένους εργαζόμενους στα αεροδρόμια, κυρίως από την Τουρκία, για να συμβάλει στην άμβλυνση του ταξιδιωτικού χάους.
Ακόμη, η πορτογαλική κυβέρνηση σχεδιάζει να υπερδιπλασιάσει το προσωπικό του συνοριακού ελέγχου στα έξι αεροδρόμια της χώρας έως τις 4 Ιουλίου. Διαβάστε την πλήρη ιστορία
Στην Ισπανία, η αστυνομία αποφάσισε να προσλάβει 500 περισσότερους υπαλλήλους, ανεβάζοντας τον συνολικό αριθμό σε 1.700 στα πιο πολυσύχναστα αεροδρόμια της χώρας, συμπεριλαμβανομένων της Μαδρίτης και της Βαρκελώνης.
Σωστή εκτίμηση των τάσεων στην Ελλάδα
Από την μελέτη των παραπάνω στοιχείων το βασικό συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι η κατάσταση στα μεγάλα διεθνή αεροδρόμια είναι και παραμένει χαοτική καθώς τόσο οι διοικήσεις των αεροδρομίων όσο και των αεροπορικών εταιρειών δεν προγραμμάτισαν την επαναφορά της κατάστασης στα επίπεδα προ COVID 19, παρά το γεγονός ότι τα μηνύματα που λάμβαναν τόσο από τους tour operators, όσο και από τις ίδιες τις εταιρείας, μιλούσαν για την ανάγκη του κόσμου να ξεχυθεί στα τουριστικά θέρετρα, μετά από δυο χρόνια εγκλεισμού, να μετακινηθεί, να επισκεφθεί συγγενείς και αγαπημένα πρόσωπα.
Έτσι, σήμερα, με αποσπασματικές και σπασμωδικές κινήσεις προσπαθούν να διορθώσουν την έντονα επιβαρυμένη κατάσταση.
Αντίθετα, στην Ελλάδα τα μηνύματα αυτά αποκωδικοποιήθηκαν έγκαιρα και σωστά, με αποτέλεσμα οι διοικούντες να λάβουν τις σωστές αποφάσεις και να κάνουν τις σωστές κινήσεις και ο τουρισμός πλέον να αγγίζει και ίσως να ξεπεράσει και τα επίπεδα του 2019, αφήνοντας σημαντικά έσοδα στο “ταμείο” της χώρας.
liberal.gr
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

