Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ἡ ἱστορική κόντρα τῆς «Ἑστίας» μέ τήν «Τζουμχουριέτ» γιά τήν στρατιωτικοποίηση τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου τό 1935

Δημοσιεύτηκε στις

Πρώτη ἡ ἐφημερίς μας ἔθεσε ζήτημα ὀχυρώσεως τῶν νήσων πρίν προκύψει ζήτημα μέ τήν Τρίτη Στρατιά

Τῶν Ἐλευθερίου Γ. Σκιαδᾶ, Γενικοῦ Διευθυντοῦ τῆς «Ἑστίας», καί Θεοδώρου Κατσούφρου, Διεθνολόγου

Η ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΜΑΣ συμπληρώνει φέτος 146 χρόνια ἀπό τήν ἔκδοσή της. Καί γιά ὅλους ἐμᾶς πού ἔχουμε τήν εὐθύνη τῆς συντάξεώς της ἀποτελεῖ τεράστια πρόκληση ἡ διατήρησις τῆς ταυτότητός της, τῶν ἀξιῶν της καί τῆς φυσιογνωμίας της. Ἡ «Ἑστία» ἦταν ἀνέκαθεν πρώτη στούς Ἐθνικούς Ἀγῶνες: στό Κυπριακό, στά ἑλληνοτουρκικά, στό Μακεδονικό. Μόλις τήν ἑβδομάδα πού μᾶς πέρασε ἀπεκάλυψε σέ ἄρθρο τοῦ Θεόδωρου Κατσούφρου τά πρακτικά τῆς Συνθήκης τῆς Λωζάννης τά ὁποῖα ἀποδεικνύουν ὅτι τά νησιά τοῦ Αἰγαίου δέν παρεχωρήθησαν στήν Ἑλλάδα ὑπό τόν ὅρο τῆς ἀποστρατιωτικοποίησης.

Ὁ Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης ἐνέταξε ὅπως ἀπεκάλυψε ἡ Ντόρα Μπακογιάννη στό νομικό του ὁπλοστάσιο τίς ἀποκαλύψεις τῆς «Ἑστίας» προκειμένου νά ἀπαντήσει στόν Πρόεδρο Ἐρντογάν ἄν τυχόν αὐτός ὑλοποιοῦσε τήν ἀπειλή του νά ἀμφισβητήσει τήν κυριαρχία τῶν νησιῶν τοῦ Αἰγαίου. Δέν τό ἀπετόλμησε τελικῶς, καί σεμνυνόμεθα νά πιστεύουμε ὅτι δείλιασε γιατί ὁ κύριος Μητσοτάκης θά τοῦ διάβαζε αὐτολεξεί τήν ἱστορική ἀπόφαση τῶν συμμάχων ὅπως τήν παρέθεσε ἡ «Ἑστία».

Δύο μέρες μετά τήν ἀποκάλυψή μας γιά τήν Λωζάννη, ἡ ἐφημερίς μας ἔθεσε πρό τῶν εὐθυνῶν του τόν ἁρμόδιο ἀντιπρόεδρο τῆς Κομμισσιόν καί Ἕλληνα Ἐπίτροπο Μαργαρίτη Σχοινᾶ γιά τήν παράλειψή του νά ἀντιδράσει στήν τουρκική ἀπόπειρα ἰδιοποιήσεως τοῦ ὅρου Αἰγαῖο μέ τήν κατοχύρωση τοῦ ὅρου TurkAegean μέ ἀπόφαση Ἐπιτροπῆς Πνευματικῆς Ἰδιοκτησίας τῆς ΕΕ. Πρός τιμήν του ὁ κύριος Σχοινᾶς ἀπέστειλε μετά τήν παρέμβασή μας ὀργίλη ἐπιστολή διαμαρτυρίας πρός τόν ἁρμόδιο Ἐπίτροπο ἐσωτερικῆς Ἀγορᾶς.

Σήμερα ἡ ἐφημερίς μας μέ αἴσθημα εὐθύνης καί συγκινήσεως παρουσιάζει τήν παρέμβαση πού ἔκανε τό 1935 γιά τήν στρατιωτικοποίηση τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου πολύ πρίν προκύψει ἡ Τρίτη Στρατιά τοῦ Αἰγαίου μέ τά ἀποβατικά της στίς ἀκτές τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Ὁ διεθνολόγος Θεόδωρος Κατσοῦφρος ἐνετόπισε σέ διδακτορική διατριβή τῆς Τουρκάλας καθηγήτριας Hazal Papuççular μέ θέμα τά Δωδεκάνησα καί ἡ ἐξωτερική πολιτική ἀσφάλειας τῆς Τουρκίας (Boğaziçi University, 2015) τήν ἑξῆς ἀναφορά:

«Ἕνα χρόνο πρίν ἀπό τήν ἀναθεώρηση τοῦ καθεστῶτος τῶν Στενῶν (Ἰούλιος τοῦ 1935) ἡ πλέον ἐπιδραστική ἐφημερίδα “Ἑστία” ἐγκαινιάζει τόν δημόσιο διάλογο προτρέποντας τήν Ἑλλάδα σέ περίπτωση στρατιωτικοποίησης τῶν Τουρκικῶν Στενῶν νά μήν ἀδρανήσει προκειμένου νά ἐπιτύχει καί ἡ ἴδια τό δικαίωμα ἐπαναστρατιωτικοποίησης γιά τήν Σαμοθράκη, τήν Λῆμνο, τήν Λέσβο, τήν Χίο καί τήν Σάμο. Ὁ ἐπιτακτικός λόγος πού προβάλλει ἡ ἐφημερίς εἶναι ὅτι ἡ ὀχύρωσις τῶν Δαρδανελλίων γιά τήν ἀσφάλεια τῆς Τουρκίας ΘΑ ΣΥΝΙΣΤΟΥΣΕ ΑΠΕΙΛΗ ΓΙΑ ΤΙΣ ΝΗΣΟΥΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ. Στήν ἀπηχοῦσα τίς ἀπόψεις τῆς τουρκικῆς κυβερνήσεως ἐφημερίς “Τζουμχουριέτ” ἡ ἀρνητική τουρκική ἀπάντησις θεμελιώνεται στήν ἀπόσταση τῶν ἑλληνικῶν νήσων ἀπό τήν ἠπειρωτική ἀκτή τῆς Ἑλλάδος ἐνῶ ἡ στρατιωτικοποίησις τῶν Στενῶν ἀφορᾶ τήν “ἐδαφική ἀσφάλεια τοῦ συνόλου τῆς Τουρκίας”.»

Ἡ Ἑστία ἐπανέρχεται μέ συμφιλιωτικό πνεῦμα διευκρινίζοντας ὅτι ἡ στρατιωτικοποίησις τῶν νήσων μετά τήν ὀχύρωση τῶν Δαρδανελλίων «δέ θά εἶχε ὡς σκοπό τυχόν ἐπίθεση κατά τῆς Τουρκίας ἀλλά τήν ἀπό κοινοῦ προστασία τῆς περιοχῆς ἀπό τόν ἐχθρό.» (Σελ. 244, 245 τῆς διατριβῆς) Κατόπιν αὐτῶν ὁ Γενικός Διευθυντής τῆς Ἑστίας καί ἐπίτιμος διδάκτωρ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν Ἐλευθέριος Γ. Σκιαδᾶς ἐνετόπισε στό ἀρχεῖο τῆς κιβωτοῦ τῆς «Ἑστίας», στά φύλλα τῆς 24ης Ἰουνίου καί τῆς 1ης καί 10ης Ἰουλίου 1935, ἐκτεταμένα ἀποσπάσματα ἀπό τήν παρέμβασή μας ἐκείνης τῆς ἐποχῆς. Ἀκολουθεῖ τό πλῆρες κείμενο τοῦ Ἐλευθερίου Σκιαδᾶ:

«Καί ἄν ποτέ θελήσωμεν νά πολεμήσωμεν ὑπέρ τῶν Τούρκων, θά πρέπει αἱ νῆσοι νά εἶνε ὠχυρωμέναι!». Μέ αὐτό τό σαρκαστικό σχόλιο ἀνταπαντοῦσε ἡ «Ἑστία» στίς αἰτιάσεις τῆς τουρκικῆς ἐφημερίδος «Τσουμχουριέτ», ἡ ὁποία εἶχε σπεύσει νά σχολιάσει σχετικό ἄρθρο τῆς «Ἑστίας», ὑποστηρίζοντας ὅτι «ἄν εἶνε δικαίωμα τῆς Τουρκίας νά ὀχυρώσῃ τά Στενά (:Δαρδανέλλια), δέν εἶνε καί τῆς Ἑλλάδος, διότι αἱ νῆσοι διοικητικῶς… μόνον ἀνήκουν εἰς τήν Ἑλλάδα, ἐνῶ οὐσιαστικῶς ἀνήκουν εἰς τήν Τουρκικήν Ἀνατολήν».

Αὐτά συνέβαιναν στό γύρισμα τοῦ Ἰουνίου πρός τόν Ἰούλιο 1935, ὅταν ἡ Τουρκία ἀψηφοῦσε, γιά μία ἀκόμη φορά, τίς προσπάθειες προσεγγίσεως τῶν δύο χωρῶν καί προέβαινε σέ προκλητικές δηλώσεις καί ἐνέργειες πού προκαλοῦσαν ἀναστάτωση στήν περιοχή καί διεθνῆ διπλωματική κινητικότητα. Πρωθυπουργός καί ὑπουργός Ἐξωτερικῶν ἦταν ὁ Παναγῆς Τσαλδάρης (1868-1936).

Ἡ Τουρκία ἀκολουθῶντας τίς προαιώνιες πρακτικές της καί ἀπευθυνόμενη στήν Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν ἔκανε λόγο γιά ἀσφάλεια τῶν συνόρων της, ἐκφράζοντας δῆθεν φόβους γιά τυχόν κινδύνους ἀπό «ἄλλες» δυνάμεις, προβάλλοντας μάλιστα, ἐμμέσως καί ἀμέσως, τό Σύμφωνο Ἑλληνοτουρκικῆς Φιλίας τοῦ 1930 (Βενιζέλου). Εἶναι μία ἀπό τίς σελίδες τῆς μακρᾶς βίβλου τῶν ἐπεισοδίων πού καταγράφονται, τούς δύο τελευταίους αἰῶνες, μέ τό βλέμμα στραμμένο στίς νήσους τοῦ Ἀνατολικοῦ Αἰγαίου.

Τακτική Χίτλερ

Ἡ «Ἑστία» διαθέτοντας καλή πληροφόρηση καί συνεργάτες μέ ἄριστη γνώση τῶν ἐξελίξεων, μεταξύ τῶν ὁποίων καί ὁ διπλωμάτης Ἀλέξης Κύρου (1901-1969), φρόντιζε τόν Ἰούνιο 1935 νά προκαλέσει δημόσιο διάλογο. Ἡ «Ἑστία» προβάλλοντας πάντα ἐθνικές θέσεις, προσπαθοῦσε νά ἀποτρέψει τήν ὀλιγωρία τῶν ὑπευθύνων ἤ νά προσφέρει λύσεις προερχόμενες ἀπό χείλη ἁρμοδίων διπλωματῶν. Πλῆθος τέτοιων περιπτώσεων ἐξ ἄλλου ἐντοπίζονται ὄχι μόνον κατά τήν τελευταία προπολεμική ἀλλά καί τίς πρῶτες μεταπολεμικές δεκαετίες.

Ἐν ὀλίγοις, ἡ Τουρκία ἀκολουθοῦσε τήν πρακτική πού εἶχε ἐγκαινιάσει ὁ Ἀδόλφος Χίτλερ, ὁ ὁποῖος τό 1935 ἀνασύντασσε τόν γερμανικό στρατό γιά νά καταγγείλει σύντομα καί μονομερῶς συμφωνίες πού καθόριζαν ζῶνες πού εἶχαν χαρακτηριστεῖ ἀποστρατικοποιημένες ἀπό τά τέλη τοῦ Α΄ Παγκοσμίου πολέμου. Εἶναι γνωστά τά ἀποτελέσματα τῶν διαθέσεων καί τῶν ἐνεργειῶν τοῦ παράφρονος Χίτλερ, ὁ ὁποῖος αἱματοκύλισε τήν ἀνθρωπότητα. Τό παράδειγμά του, δηλαδή τίς μονομερεῖς καταγγελίες συνθηκῶν, ἀκολούθησαν καί ἄλλες χῶρες.

«Αἱ Ἑλληνικαί Νῆσοι»

Ἀνάμεσά τους καί ἡ Τουρκία ἡ ὁποία προχώρησε στήν ἀποστρατιωτικοποίηση τῶν Στενῶν τοῦ Βοσπόρου καί τῶν Δαρδανελλίων. Ἤδη ἀπό τό 1933 ἐπιδίωκε τήν τροποποίηση τοῦ καθεστῶτος πού εἶχε ἐπιβάλει ἡ Σύμβαση τῆς Λωζάννης μία δεκαετία νωρίτερα (1923). Τό 1935 ὁ Τοῦρκος ὑπουργός Ἐξωτερικῶν Τεβφήκ Ρουστού Ἀράς (1883-1972) προέβαινε σέ σχετικές δηλώσεις πρός τήν Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν ὑποστηρίζοντας τήν ἀποστρατιωτικοποίηση τῶν Στενῶν, ζητοῦσε δηλαδή τροποποίηση τοῦ ὑφιστάμενου τότε καθεστῶτος ἰσχυριζόμενος ὅτι δημιουργεῖτο κατάσταση ἀνισότητος γιά τήν Τουρκία. Ἐπικαλεῖτο δέ λόγους ἀσφαλείας, καθώς καί ὅτι ἡ χώρα του συνεργαζόταν μέ εἰλικρίνεια σέ κάθε προσπάθεια πρός ἐνδυνάμωση τῆς εἰρήνης.

Ἡ «Ἑστία» ἀντέδρασε δημοσιεύοντας τό κεντρικό ἄρθρο της ὑπό τόν τίτλο «Αἱ Ἑλληνικαί Νῆσοι» (24 Ἰουνίου 1935), τό ὁποῖο καί παραθέτουμε αὐτούσιο:

«Κατά χθεσινάς πληροφορίας, ἡ Τουρκία ἀπεφάσισε ν’ ἀγοράσῃ 800 ἀεροπλάνα, παραλλήλως δέ νά λάβῃ καί ὅλα τά ἐπιβαλλόμενα μέτρα διά τήν ἄμυναν τῶν Στενῶν ἀπό ξηρᾶς καί θαλάσσης. Καί ὡς πρός μέν τό πρῶτον οὐδεμίαν ἡ Ἑλλάς θά ἠμποροῦσε νά ἔχῃ ἀνάμιξιν, τό δεύτερον ὅμως πρέπει νά ἐπισύρῃ τήν προσοχήν μας.

» Ἡ Τουρκία, εἶνε προφανές, προεξοφλεῖ ἐν προκειμένῳ τήν ἀναγνώρισιν εἰς αὐτήν τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐπανεξοπλισμοῦ τῶν Στενῶν.

» Εἶνε ὅμως γνωστόν, ὅτι ἡ οὐδετεροποίησις τῶν Στενῶν συνδέεται ἀμέσως μέ τήν οὐδετεροποίησιν τῆς Λήμνου καί τῆς Σαμοθράκης καί τόν ἀφοπλισμόν τῆς Χίου, Ἰκαρίας, Λέσβου καί Σάμου, τῶν Ἑλληνικῶν δηλαδή νήσων, αἱ ὁποῖαι ἐθυσιάσθησαν εἰς τούς στρατηγικούς λόγους καί τούς φόβους τῆς Τουρκίας.

» Ποῖοι εἶνε οἱ Τουρκικοί αὐτοί φόβοι ἐξήγησεν ὁ ἴδιος ὁ Τοῦρκος πρωθυπουργός κατά τήν συνεδρίασιν τῆς Τουρκικῆς Ἐθνοσυνελεύσεως τῆς 25ης Νοεμβρίου 1922, ὁπότε ἐτόνισεν ὅτι εἰς τήν Τουρκίαν θά ἔπρεπε νά παραχωρηθοῦν ἐκτός τῆς Ἴμβρου καί Τενέδου καί ἡ Σαμοθράκη καί νά δοθῇ αὐτονομιακόν καθεστώς εἰς τάς άλλας νήσους “διότι ἡ Ἑλλάς δέν θά ἔπαυε νά τρέφῃ κατακτητικάς βλέψεις ἐπί τῶν Μικρασιατικῶν παραλίων”.

Ἔκτοτε ἡ ἀτμόσφαιρα τοῦ πολέμου διεσκεδάσθη καί ἡ δημιουργηθεῖσα κατάστασις πραγμάτων μεταξύ Ἑλλάδος καί Τουρκίας ἀπέκλεισε διά παντός πᾶσαν κατακτητικήν βλέψιν ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος.

» Ἤδη ὅμως, μετά τήν ἀνακίνησιν τοῦ ζητήματος τοῦ ἀφοπλισμοῦ τῶν Στενῶν, δέν νομίζουν καί οἱ ἐν Ἑλλάδι ἁρμόδιοι ὅτι αὐτομάτως τίθεται καί ζήτημα ἄρσεως τῆς οὐδετεροποιήσεως τῶν Ἑλληνικῶν νήσων, αἱ ὁποῖαι ἐκ τοῦ λόγου τούτου διατελοῦν εἰς διαρκῆ κίνδυνον καί ἔν τινι μέτρῳ μαραζώνουν καί φθίνουν;

» Ἡ ἀπειλή, ἡ ὁποία τυχόν θά ὑφίστατο διά τά Στενά, θά ὑφίστατο καί διά τάς Ἑλληνικάς νήσους καί ἡ Κυβέρνησις θά ἔπρεπε νά ἔχῃ ἤδη ἀντιμετωπίσῃ τό ζήτημα τῆς ἄρσεως τῶν διεθνῶν δουλειῶν, αἱ ὁποῖαι βαρύνουν ἐπί τῶν Ἑλληνικῶν νήσων».

«Νῆσοι ὠχυρωμέναι»

Ὁπωσδήποτε τό ἄρθρο τῆς «Ἑστίας» προεκάλεσε ἀνησυχία, προβληματισμούς καί συζητήσεις στό ἐσωτερικό ἀλλά καί ἀντίδραση ἐκ μέρους τῆς τουρκικῆς ἐφημερίδος «Τζουχμουριέτ», ἡ ὁποία τότε ἀπηχοῦσε τίς ἐπίσημες θέσεις τοῦ τουρκικοῦ καθεστῶτος. Ἐξ ἄλλου οἱ πατριωτικές θέσεις τῆς «Ἑστίας», ἡ ὁποία ἐπηρέαζε καθοριστικά τήν κοινή γνώμη, εὑρίσκοντο στό «μικροσκόπιο» τῶν Τούρκων καί ἦταν πολλές οἱ περιπτώσεις στίς ὁποῖες ἡ δημοφιλής στό Τουρκικό κοινό «Τζουμχουριέτ» μετέφερε εἰδήσεις τῆς ἑλληνικῆς ἐφημερίδος, σχολιάζοντάς τες καί μεταφέροντας τίς τουρκικές ἀπόψεις.

Ἔτσι καί σέ αὐτή τήν περίπτωση ἡ «Τσουμχουριέτ» ἔσπευσε μέ πρωτοσέλιδο δημοσίευμα, τό ὁποῖο συνοδεύθηκε ἀπό φωτογραφία τῆς Μυτιλήνης, νά παραθέσει ἀποσπάσματα τοῦ δημοσιεύματος τῆς «Ἑστίας» κάνοντας λόγο γιά «περίεργες ἰδέες καί ἰσχυρισμούς». Ὁπότε ἐπανῆλθε καί ἡ «Ἑστία» (1 Ἰουλίου 1935) γράφοντας ὑπό τόν τίτλο «Ἡ ΑΜΥΝΑ ΤΩΝ ΝΗΣΩΝ»:

«Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἄρθρου τῆς Ἑστίας διά τήν ὀχύρωσιν τῶν Ἑλληνικῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου, ὁ Τουρκικός Τύπος προβάλλει ἤδη τόν ἰσχυρισμόν ὅτι ἄν εἶνε δικαίωμα τῆς Τουρκίας νά ὀχυρώσῃ τά Στενά (:Δαρδανέλλια), δέν εἶνε καί τῆς Ἑλλάδος, διότι αἱ νῆσοι διοικητικῶς… μόνον ἀνήκουν εἰς τήν Ἑλλάδα, ἐνῶ οὐσιαστικῶς ἀνήκουν εἰς τήν Τουρκικήν Ἀνατολήν. Ἡ Ἑλληνοτουρκική φιλία, ἡ Ἑλληνοτουρκική συνεργασία, ὅλα αὐτά τά ὡραῖα πράγματα, μέ τά ὁποῖα βαυκαλιζόμεθα, εἶνε ἀνύπαρκτα διά τήν Τουρκίαν, ἐφ’ ὅσον δέν θά ἔμεναν αἱ Ἑλληνικαί νῆσοι ἀνοχύρωτοι καί συνεπῶς ἕρμαιον τῆς πρώτης ἐπιβουλῆς.

» Ὁπωσδήποτε, ἐκεῖνο τό ὁποῖον δέν θά ἔπρεπε νά παραγνωρίζουν οἱ Τοῦρκοι εἶνε ὅτι ὁ ἐχθρός, ὁ ὁποῖος θά προσέβαλλε τά Στενά, θ’ ἀνεζήτει πρῶτον τήν κατάλληλον βάσιν διά τήν ἐξόρμησιν. Καί ἡ βάσις αὕτη οὐδαμοῦ ἀλλοῦ εἶνε δυνατόν νά εὑρεθῇ, ἤ μόνον εἰς τάς Ἑλληνικάς νήσους. Κατά συνέπειαν, πρό τῶν Τούρκων, θά δεχθῶμεν ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες τήν ἐπίθεσιν, τήν ὁποίαν τότε μόνον θά εἶνε δυνατόν νά ἀντιμετωπίσωμεν –καί διά λογαριασμόν, φυσικά, τῶν Τούρκων– ὅταν αἱ νῆσοι ἐπαρκῶς ὠχυρωμέναι.

» Ὁπωσδήποτε, αὐτήν τήν στιγμήν, ἔχομεν τόσα ζητήματα τῆς ἰδικῆς μας ἀμύνης νά σκεφθῶμεν, ὥστε, βεβαίως, ἡ ὀχύρωσις τῶν νήσων, χάριν τῶν Τούρκων, νά ἐτίθετο εἰς δεκάτην τετάρτην μοῖραν. Πάντως ὅμως καί ἄν πότε θελήσωμεν νά πολεμήσωμεν ὑπέρ τῶν Τούρκων, θά πρέπει αἱ νῆσοι νά εἶνε ὠχυρωμέναι».

Σύμβασις Μοντρέ

Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ κινητικότης καί τό αἴτημα τῆς Τουρκίας, τό ὁποῖο ἐστηρίχθη στήν ἀλλαγή τῶν περιστάσεων, διεβιβάσθη τόσο στά κράτη πού εἶχαν ὑπογράψει τήν Σύμβαση τῆς Λωζάννης (1923) ὅσο καί στά ὑπόλοιπα κράτη τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, τά ὁποῖα καί ἀπήντησαν θετικά στήν Τουρκία. Τό ἀποτέλεσμα ἦταν ἡ σύγκλησις μιᾶς νέας συνδιασκέψεως καί ἡ ἀντικατάστασις τῆς Συμβάσεως τῆς Λωζάννης μέ τήν ὑπογραφή τῆς Συμβάσεως στό Μοντρέ τῆς Ἑλβετίας (20 Ἰουλίου 1936). Μέ τήν τελευταία ἐγκαινιάσθηκε τό νέο καθεστώς τῶν Στενῶν ἀπηλλαγμένο ἀπό ἀποστρατιωτικοποιήσεις .

Ὅσο γιά τήν ἑλληνική συνέχεια ἐδόθη καί πάλι ἀπό τήν «Ἑστία», ἡ ὁποία συνέχισε νά πιέζει γιά στρατικοποίηση τῶν νήσων, ὡς φυσική συνέχεια τῶν ἀποφάσεων πού εἶχαν ληφθεῖ γιά τά Δαρδανέλλια. Δύο ἡμέρες πρίν ὑπογραφεῖ ἐπισήμως ἡ Σύμβασις στό Μοντρέ, δηλαδή 18 Ἰουλίου 1936, ἡ «Ἑστία» καλοῦσε τήν κυβέρνηση νά ἐνημερώσει τόν Ἑλληνικό λαό «ἄν παραλλήλως πρός τά Τουρκικά ἀνεγνωρίσθησαν καί τά Ἑλληνικά δικαιώματα» ἀφοῦ τά νησιά μας «ὑπέκειντο εἰς τό καθεστώς τό ὁποῖο διεῖπε τήν ζώνην τῶν Στενῶν.»

Ἐπί τρεῖς ἡμέρες ἡ ἐφημερίς ἐπανήρχετο στό ζήτημα ἀφ’ ἑνός παρουσιάζοντας τήν πραγματικότητα καί ἀφ’ ἑτέρου πιέζοντας τήν ἑλληνική πλευρά νά λάβει δημόσια θέση. Τήν 19η Ἰουλίου 1936, παραμονή τῆς ἐπισήμου ὑπογραφῆς, ἐπεσήμαινε ὅτι «ἐφ’ ὅσον ἡ νέα συνθήκη ἐπαναλαμβάνει τάς παλαιάς ἀπαγορευτικάς διατάξεις, εἶνε φανερόν ὅτι αὗται παύουν ἰσχύουσαι, ἄνευ διακρίσεως, μεταξύ τοῦ Ἑλληνικοῦ καί τοῦ Τουρκικοῦ τμήματος τῆς ζώνης τῶν Στενῶν.»

Νά ὀχυρωθοῦν!

Οἱ ἐπίμονες ἀναφορές τῆς ἐφημερίδος «Ἑστία» προεκάλεσαν ἐν τέλει, ἀνήμερα τῆς ὑπογραφῆς τῆς Συνθήκης (20 Ἰουλίου 1936), ἐπίσημη ἀπάντηση: «Τό Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀπαντῶν εἰς τήν ἀπό τῆς στήλης ταύτης διατυπωθεῖσαν ἀξίωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀνεκοίνωσεν ὅτι αἱ Ἑλληνικαί νῆσοι πρό τῶν Στενῶν θά ἀκολουθήσουν τά ἀποφασισθέντα διά τήν ὀχύρωσιν τῶν Δαρδανελλίων. Ἡ ἀνακοίνωσις σαφής καί ἀπροκάλυπτος, οὐδεμίαν ἀφήνει ἀμφιβολίαν. Ὀφείλομεν ὅμως νά τονίσωμεν ὅτι δέν εἶναι ἀρκετή μόνη ἡ δήλωσις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Οἱ Τοῦρκοι πανηγυρικῶς εἰσῆλθον σήμερον εἰς τήν ζώνην τῶν Στενῶν καί εὐθύς ἀμέσως ἤρχισαν τάς ἐργασίας τῆς ἐπανοχυρώσεως, διά τήν ὁποίαν ἀπό καιροῦ εἶχαν παρασκευασθῇ. Ἡμεῖς ποῖα μέτρα ἐλάβομεν διά τήν διαδήλωσιν τῆς Ἑλληνικῆς ἀποφάσεως νά ὀχυρωθοῦν αἱ νῆσοι;».

Ἡ συνέχεια εἶναι γνωστή, καί ἡ τουρκική πλευρά ὑποκρίνεται συνήθως πώς δέν τήν γνωρίζει. Ὡς πρός τά ζητήματα τῆς στρατικοποιήσεως, ἡ Συνθήκη τῆς Λωζάννης συνέχισε νά διέπει τίς νήσους Μυτιλήνη, Χίο, Σάμο καί Ἰκαρία, ἡ Σύμβασις τοῦ Μοντρέ (1936) τήν Λῆμνο καί τήν Σαμοθράκη καί ἡ Συνθήκη Εἰρήνης τῶν Παρισίων (1947) διεμόρφωσε τό καθεστώς τῶν Δωδεκανήσων.

Πηγή: Εστία

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις8 λεπτά πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα37 λεπτά πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Αντι-NAVTEX της Τουρκίας ανοιχτά της Καρπάθου μετά την ελληνική οδηγία για άσκηση

Η Άγκυρα απάντησε στην ελληνική NAVTEX για πολυεθνική άσκηση με αντι-οδηγία, αξιώνοντας δικαιοδοσία στην περιοχή ανοιχτά της Καρπάθου. Η Αθήνα...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Εγκολφόπουλος: «Δεν χρειάζεται καμία ενημέρωση της Τουρκίας για το καλώδιο»

Την πεποίθηση ότι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου θα προχωρήσει στην προβλεπόμενη διαδρομή, χωρίς να απαιτείται ενημέρωση ή συναίνεση της Τουρκίας,...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Δημοφιλή