Διεθνή
Η νέα στρατηγική του Συνδέσμου Γερμανών Βιομηχάνων και η σημασία της για την Ευρώπη
Η γερμανική αδυναμία και ο ρόλος του κράτους
Του Θάνου Λιάπα,
Διδάκτορα Πολιτικής Επιστήμης, European University Viadrina*
Από το 2008 έχει τεθεί με ποικίλους τρόπους στον δημόσιο διάλογο το ζήτημα της βαθιάς κρίσης ηγεμονίας που βιώνει η ευρωπαϊκή ενοποίηση και το κυρίαρχο κοινωνικοπολιτικό της υπόδειγμα. Η κρίση αυτή σχετίζεται με την αδυναμία του νεοφιλελευθερισμού να δώσει απαντήσεις στις κλιμακούμενες αντιφάσεις του διεθνούς οικονομικού συστήματος που χαρακτηρίζεται από όξυνση των οικονομικών ανταγωνισμών με τις ΗΠΑ και την Κίνα, ανισόμετρη ανάπτυξη μεταξύ του κέντρου και της περιφέρειας της Ευρωζώνης και διόγκωση των κοινωνικών ανισοτήτων εντός των ευρωπαϊκών κοινωνιών.
Στο πλαίσιο αυτό, η πανδημία και ο πόλεμος στην Ουκρανία αποτελούν απλώς τους καταλύτες για τη διαμόρφωση μίας νέας στρατηγικής από την πλευρά των οικονομικών και πολιτικών ελίτ, η οποία θα απαντά στις επιτακτικές προκλήσεις της νέας εποχής. Έτσι επανεμφανίζεται η ξεχασμένη από τη νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία, βιομηχανική πολιτική και αναβαθμίζεται ο παρεμβατικός και κατευθυντήριος ρόλος του κράτους. Στο παρόν άρθρο, θα ασχοληθούμε με τις ιδιαίτερα αναλυτικές θέσεις πάνω σε αυτό το ζήτημα του Συνδέσμου Γερμανών Βιομηχάνων (BDI), ο ρόλος του οποίου είναι κομβικός τόσο για την διαμόρφωση της ατζέντας των ευρωπαϊκών εργοδοτικών οργανώσεων (BusinessEurope και ERT) όσο και της γερμανικής κυβέρνησης.
Οι βασικοί λόγοι που κατά το ΒDI επιβάλλουν την αλλαγή πλεύσης είναι η άνοδος της Κίνας και οι προστατευτικές πολιτικές της περιόδου Τραμπ. Το κινεζικό κράτος εφαρμόζει «ενεργητική βιομηχανική πολιτική και πολιτική καινοτομίας για την επίτευξη τεχνολογικής υπεροχής», παρέχοντας άμεσες και έμμεσες (και συχνά αδιαφανείς) επιδοτήσεις σε εταιρίες, αναγκαστική μεταφορά τεχνολογίας και στρατηγικές εξαγορές ξένων εταιρειών υψηλής τεχνολογίας (BDI για Κίνα 2019). Και στις ΗΠΑ όμως εφαρμόζεται «κάτω από το ραντάρ» βιομηχανική πολιτική μέσω των τεχνολογικών προγραμμάτων που σχετίζονται με την ασφάλεια, τα οποία εξακολουθούν να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στις βιομηχανίες πληροφορικής, ηλεκτρονικών, λογισμικού, ρομποτικής και τεχνητής νοημοσύνης (BDI 2019).
Η γερμανική αδυναμία και ο ρόλος του κράτους
Το BDI από κοινού με το πανίσχυρο συνδικάτο μετάλλου της Γερμανίας (2021) αναγνωρίζουν την ανάγκη για επενδύσεις ύψους 500 δισ. ευρώ μέσα στην επόμενη δεκαετία για την ψηφιακή και πράσινη μετάβαση. Η επιτυχής υλοποίηση αυτού του στόχου συνδέεται ευθέως με τον ανταγωνισμό με Κίνα και ΗΠΑ, καθώς τυχόν αδυναμία της Γερμανίας να πρωτοστατήσει (ή έστω ακολουθήσει) θα σημάνει το τέλος της γερμανικής εξαγωγικής υπεροχής πράγμα που ενέχει δραματικές συνέπειες για την οικονομία της και το εγχώριο κοινωνικο-πολιτικό της συμβόλαιο. Σε αντίθεση με τη νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία, το BDI αναγνωρίζει ότι «η μερίδα του λέοντος των αναγκαίων ιδιωτικών επενδύσεων θα πρέπει να υποκινηθεί σημαντικά και για μια μακρύτερη εισαγωγική χρονική περίοδο από το κράτος» (BDI για τη βιομηχανική πολιτική της Γερμανίας, 2019).
Μάλιστα εγκαταλείποντας τις οριζόντιες βιομηχανικές πολιτικές, το BDI ζητά να στηριχθούν ειδικά τομείς όπως αυτός των νέων οριζόντιων τεχνολογιών (π.χ. βιομηχανία 4.0, τεχνητή νοημοσύνη -AI- και λύσεις cloud), των βιοεπιστημών (βιοτεχνολογία, φαρμακευτικά προϊόντα, ιατρική, επιστήμες υγείας), των νέων υλικών και των τεχνολογιών ελαφρών κατασκευών, καθώς και τα δίκτυα προστιθέμενης αξίας στον τομέα της μεταποίησης (BDI για τη νέα Γερμανική Βιομηχανική Στρατηγική 2019). Στο ίδιο πλαίσιο και η Deutsche Bank, που αναγνωρίζει ότι οι επενδύσεις στους τομείς αιχμής ενέχουν τέτοιο κίνδυνο που οι τράπεζες και οι κεφαλαιαγορές δεν είναι από μόνες τους σε θέση να τις χρηματοδοτήσουν. Έτσι, είναι απαραίτητη η συμμετοχή του κράτους είτε αναλαμβάνοντας τον κίνδυνο αποτυχίας είτε συμμετέχοντας στις ίδιες τις εταιρείες. Οι νέες τεχνολογίες και επιχειρήσεις θα πρέπει να χρηματοδοτούνται μέσω της συνεργασίας ιδιωτικών τραπεζών και του κράτους (Wirtschaftswoche 2021).
Η θέση ότι σε πολύ σημαντικές περιπτώσεις το ίδιο το κράτος θα πρέπει να μπορεί να ενεργεί ως αγοραστής μετοχών επιχείρησης για περιορισμένο χρονικό διάστημα είχε εισαχθεί με το πρώτο σχέδιο «Ευρωπαϊκής και Γερμανικής βιομηχανικής πολιτικής για το 2030» που είχε δημοσιευθεί από τον ομοσπονδιακό υπουργό Οικονομίας, Π. Αλτμάιερ. Στο ίδιο σχέδιο ο Αλτμάιερ έκανε λόγο για «εθνικούς και ευρωπαίους πρωταθλητές» αλλά και για ευθύνη και καθήκον του κράτους να παρέμβει εάν οι δυνάμεις της αγοράς στην οικονομία μιας χώρας δεν μπορούν να διατηρήσουν την καινοτομία και ανταγωνιστικότητά της (Altmaier 2019). Το BDI παρότι στήριξε την όλη προσπάθεια χάραξης βιομηχανικής στρατηγικής, εξέφρασε την επιφύλαξή του ως προς την παρέμβαση του κράτους αλλά και τη δημιουργία «πρωταθλητών» δείχνοντας ότι ο διάλογος εντός της γερμανικής οικονομικής και πολιτικής ελίτ βρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη.
Σημαντική, τέλος, πτυχή της νέας ατζέντας του BDI είναι και η κρατική ενίσχυση των εξαγωγών. Σε κοινή ανακοίνωσή του με τον ύνδεσμο γερμανικών τραπεζών (BdB) υποστήριξε ότι τα μέσα προώθησης των εξαγωγών, όπως οι κρατικές εγγυήσεις εξαγωγικών πιστώσεων, οι επενδυτικές εγγυήσεις και οι μη δεσμευμένες χρηματοοικονομικές πιστώσεις, πρέπει να είναι προσανατολισμένα στο εθνικό συμφέρον της Γερμανίας. Αυτό ισχύει ιδίως για την εξασφάλιση πρώτων υλών, τη διαφοροποίηση των αλυσίδων εφοδιασμού και τα έργα καινοτομίας και μετασχηματισμού (BDI και BdB 2022). Μάλιστα σε πρόσφατη ανακοίνωσή του, λαμβάνοντας υπόψη και την εξάρτηση από το ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο, το BDI πιέζει την ομοσπονδιακή κυβέρνηση και τα κρατίδια να επεκτείνουν με «turbo» ρυθμούς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Τομή στη δημοσιονομική πολιτική
Όμως ποιος θα χρηματοδοτήσει αυτήν την ανάπτυξη; Το BDI σε ανακοίνωσή του (2021) προτείνει την μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων από το 30% στο 25%, που σημαίνει ότι η ενεργητική κρατική πολιτική στην βιομηχανία δεν θα χρηματοδοτηθεί μέσω των φορολογικών εσόδων. Εδώ λοιπόν έχουμε και μία δεύτερη τομή στην ατζέντα των Γερμανών βιομηχάνων που αφορά τη δημοσιονομική πολιτική. Παρότι το συνταγματικά κατοχυρωμένο «φρένο χρέους» πρέπει να γίνει σεβαστό, το BDI υποστηρίζει ότι δεν μπορούμε να επιστρέψουμε στην προτέρα του Covid-19 κατάσταση.
Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι η κυβέρνηση δεν θα πρέπει να επιδιώκει την επίτευξη του «μαύρου μηδενός» (schwarze Null) μιας και αυτό που χρειάζεται είναι «μια επενδυτική επίθεση που θα διαρκέσει για χρόνια» (BDI σχετικά με το προεκλογικό πρόγραμμα του FDP για το 2021). Έφτασε μάλιστα στην απρόσμενη για Γερμανούς διατύπωση ότι «οι δείκτες χρέους προς ΑΕΠ δεν λένε επίσης τίποτα για τη χρηματοοικονομική ικανότητα των χωρών. Οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία έχουν πολύ υψηλότερα ποσοστά χρέους και εξακολουθούν να είναι σε θέση να δράσουν» (BDI για το εκλογικό πρόγραμμα του FDP για το 2021). Μάλιστα όσον αφορά το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, υποστηρίζει ότι «οι κανόνες πρέπει να είναι πιο ευέλικτοι και λιγότερο προκυκλικοί» (BDI για το εκλογικό πρόγραμμα της CDU/CSU για το 2021).
Απόντες οι εργαζόμενοι
Ενισχυμένος ρόλος του κράτους, ευελιξία στη δημοσιονομική πολιτική και επενδύσεις σε υποδομές που θα δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας. Ίσως οι παραπάνω θέσεις του BDI να δημιουργούν την εντύπωση μίας νέας ηγεμονικής ατζέντας περισσότερο συμπεριληπτικής από την παρούσα. Στην πραγματικότητα όμως, σε όλα τα παραπάνω δεν υπάρχει καμία συγκεκριμένη αναφορά στους εργαζόμενους ή σε κάποιο νέο κοινωνικό συμβόλαιο.
Η έλλειψη αναφοράς δεν είναι τυχαία διότι βασίζεται στην άρρητη προκείμενη ότι τα όποια οφέλη για τους εργαζόμενους θα είναι το αποτέλεσμα της διάχυσης (trickle down) των κερδών των πλουσίων, θεώρηση που όπως είδαμε τις τελευταίες δεκαετίες έχει οδηγήσει σε διόγκωση των κοινωνικών ανισοτήτων. Επιπλέον, ο δανεισμός από τις αγορές για να μπορέσει το (γερμανικό) κράτος να υλοποιήσει τα παραπάνω φιλόδοξα σχέδια σημαίνει στην πραγματικότητα, από τη μία, περαιτέρω κέρδη για το χρηματιστικό κεφάλαιο μέσω των επιτοκίων, από την άλλη, δωρεάν υποδομές και καινοτομίες που θα καρπωθεί το βιομηχανικό κεφάλαιο. Και εάν για την Γερμανία μία κάποια αύξηση του δημόσιου χρέους της δεν θα έχει μεγάλες οικονομικές συνέπειες, αναρωτιέται κανείς τι θα γίνει εάν ο υπερχρεωμένος Νότος ακολουθήσει την ίδια πολιτική;
Το λαλίστατο BDI δεν προτείνει πουθενά την μονιμοποίηση του Ταμείου Ανάκαμψης ή κάποιου άλλου τύπου μεταφορά πόρων.
Κατά συνέπεια, η Γερμανία και οι χώρες του πυρήνα της Ευρωζώνης μέσα από τις προτεινόμενες επενδύσεις θα αυξήσουν ακόμα περισσότερο την απόσταση τους από την υπόλοιπη νομισματική ένωση, εντείνοντας την ανισόμετρη ανάπτυξη και υπονομεύοντας περαιτέρω την συνοχή της.
Παρά λοιπόν τις σημαντικές αλλαγές που προτείνει το BDI και οποίες θυμίζουν σε ορισμένα σημεία κεϋνσιανισμό, η στρατηγική του δεν εμπεριέχει στην ουσία της αναδιανεμητική διάσταση ούτε εντός της Γερμανίας ούτε εντός της Ευρωζώνης και αναπαράγει τον αντικοινωνικό πυρήνα του νεοφιλευθερισμού.
Κατά συνέπεια, πρόκειται για μια στρατηγική περιορισμένης ηγεμονίας που απαντά στις ολοένα και πιο οξυμένες κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές αντιφάσεις από την σκοπιά των συμφερόντων της γερμανικής οικονομικής ελίτ και της κοινωνικής συμμαχίας της, τμημάτων της μικρομεσαίας αστικής τάξης και μειοψηφικών, εξαιρετικά εξειδικευμένων τμημάτων της εργασίας που σχετίζονται άμεσα με την εξαγωγική βιομηχανία.
* Η ανάλυση περιλαμβάνεται στο 7ο Δελτίο Διεθνών & Ευρωπαϊκών Εξελίξεων του Ινστιτούτου Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ που θα δημοσιευθεί την Πέμπτη στο www.enainstitute.org
Ναυτεμπορική
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

