Διεθνή
Το Ψήφισμα των ΗΕ για την ΟΥΝΦΙΚΥΠ δεν ικανοποίσης ψευδοκράτος και Άγκυρα
Δέος και σοκ για το ψήφισμα της ΟΥΝΦΙΚΥΠ
Διαφορετικής υποδοχής έτυχε στις δύο πλευρές του συρματοπλέγματος το ψήφισμα 2646 που υιοθέτησε ομόφωνα το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών και με το οποίο ανανεώνεται για άλλους έξι μήνες η θητεία της Ειρηνευτικής Δύναμης στην Κύπρο. Στην μεν ελληνοκυπριακή πλευρά ο υπουργός Εξωτερικών επανέλαβε την ικανοποίησή του για το περιεχόμενο του ψηφίσματος. Στην δε τουρκοκυπριακή πλευρά το κατοχικό καθεστώς με μια μακροσκελή τοποθέτησή του τα βάζει με τα Ηνωμένα Έθνη γιατί παραγνώρισαν τη «βούληση κα την κυριαρχία των Τουρκοκυπρίων».
Μετά την πρώτη αντίδραση του υπουργείου Εξωτερικών ο Ιωάννης Κασουλίδης επανήλθε χθες για εξέφρασε την ικανοποίησή του για το ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας.
Παράλληλα τόνισε ότι το ΥΠΕΞ θα συνεχίσει να στηρίζει και να περιφρουρεί την ΟΥΝΦΙΚΥΠ, σημειώνοντας παράλληλα ότι εμμένουμε στη δική μας θέση όσον αφορά το θέμα του συρματοπλέγματος στη Νεκρή Ζώνη.
Στο περιθώριο του συνεδρίου των αποδήμων, ο κ. Κασουλίδης ρωτήθηκε κατά πόσο η Λευκωσία είναι ικανοποιημένη από το ψήφισμα, λέγοντας πως «είμαστε ικανοποιημένοι γιατί πολλά είχαν λεχθεί προηγουμένως σαν σχόλια όσον αφορά τις εκθέσεις του ΓΓ, ευρέως επικράτησε η άποψη ότι δεν γινόταν στις εκθέσεις αναφορά στη βάση λύσης του Κυπριακού, της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας με πολιτική ισότητα».
Όπως είπε, μελέτησε 20 εκθέσεις του παρελθόντος και «καμία δεν είχε αναφορά στη βάση της λύσης. Και δεν κατάλαβα γιατί αυτό το θέμα ανήχθη σε κύριο θέμα», διερωτήθηκε.
Ο κ. Κασουλίδης εξήγησε ότι η ικανοποίηση της Λευκωσίας οφείλεται στο γεγονός ότι στο ψήφισμα – εκεί που αποφασίζει το ΣΑ – «και γίνεται αναφορά, και επιβεβαιώνεται η βάση λύση διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας, και γίνεται αναφορά στα ψηφίσματα του ΟΗΕ που αφορούν την Αμμόχωστο, που αφορούν τις δηλώσεις του προέδρου του Συμβουλίου Ασφαλείας που καλεί σε αναστροφή των ενεργειών στις οποίες έχει προβεί εις βάρος των νομίμων κατοίκων» με το άνοιγμα της περίκλειστης περιοχής των Βαρωσίων.
Επίσης, το ψήφισμα «ασφαλώς εκφράζει τη λύπη του διότι δεν υπάρχουν συνομιλίες» και, όπως είπε ο κ. Κασουλίδης, «προσθέτουμε και τη δική μας» λύπη. «Καταλαβαίνετε όλοι ότι δεν μπορούμε να πάμε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων μόνοι μας, με κάποιον πρέπει να συζητούμε και η πλευρά που πρέπει να συζητούμε βάζει όρους και προϋποθέσεις οι οποίες αντίκεινται και στο μόλις εκδοθέν ψήφισμα» συμπλήρωσε.
Το κατοχικό καθεστώς μέσω μιας μακροσκελούς ανακοίνωσης του λεγόμενου «υπουργείου εξωτερικών» εκφράζει τη δυσφορία του για το περιεχόμενο του του 2646. Στην γραπτή ανακοίνωση (πηγή Μπαϊράκ/ΓΤΠ) ως «την πλέον ξεκάθαρη ένδειξη» του γεγονότος ότι το ΣΑ του ΟΗΕ τηρεί μια «εξαιρετικά μεροληπτική στάση» στο Κυπριακό το γεγονός ότι παραγνωρίστηκαν εντελώς στο ψήφισμα οι «νέες και άνευ όρων», κατά την έκφρασή του, προτάσεις που διαβιβάστηκαν από τον Τουρκοκύπριο ηγέτη Ερσίν Τατάρ στον ΓΓ του ΟΗΕ με επιστολές με ημερομηνία 1 και 8 Ιουλίου, θα ωφελούσαν και τους «δύο λαούς» στο νησί και προσφέρουν λύσεις στα κοινά τους προβλήματα.
Αναφέρει επίσης ότι «δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή» και η αντίδραση που υπάρχει στο ψήφισμα του ΣΑ του ΟΗΕ στο άνοιγμα το οποίο γίνεται στο περίκλειστο Βαρώσι με σεβασμό στο διεθνές δίκαιο και στα ιδιοκτησιακά δικαιώματα, όπως ισχυρίζεται.
«Το γεγονός ότι ανανεώθηκε η θητεία της Ειρηνευτικής Δύναμης των Ηνωμένων Εθνών στην Κύπρο σε σχέση με τις δραστηριότητές της σε ολόκληρο το νησί με συμφωνία μόνο της ελληνοκυπριακής πλευράς και πάλι καθιστά απαραίτητη τη λήψη κάποιων μέτρων εκ μέρους μας», σημειώνεται στην ανακοίνωση στην οποία προστίθενται και τα εξής: «Η Ειρηνευτική Δύναμη των Ηνωμένων Εθνών διατήρησε την ύπαρξή της στη χώρα μας και μπόρεσε να διεξάγει τις δραστηριότητές της χάρη στην καλή μας βούληση και τη φιλοξενία μας μέχρι σήμερα, όμως, αναφέρθηκε πολλές φορές κυρίως στα Ηνωμένα Έθνη και στις ενδιαφερόμενες πλευρές ότι αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί. Θέλουμε να αναφέρουμε ότι έχουμε δώσει ικανοποιητική προθεσμία στα Ηνωμένα Έθνη στο θέμα της δίκαιης απαίτησης που υποβάλλουμε εδώ και πολλά χρόνια για να γίνει μια νομική ρύθμιση ανάμεσα στα ΗΕ και την ΤΔΒΚ και ότι στο προσεχές διάστημα θα υποβάλουμε μια πρόταση στα ΗΕ πάνω σε αυτό το θέμα».
Τέλος, το κατοχικό καθεστώς επικρίνει τα μέλη του ΣΑ ΟΗΕ ότι απέφυγαν να τονίσουν «ότι οι πηγές των υδρογονανθράκων ανήκουν στους δύο λαούς που υπάρχουν στο νησί. Κατά παρόμοιο τρόπο, δεν καταδικάζουν και τις μονομερείς, παράνομες δραστηριότητες της ελληνοκυπριακής πλευράς, οι οποίες συνεχίζονται ενάντια στα νόμιμα κεκτημένα δικαιώματα και συμφέροντα του τουρκοκυπριακού λαού και κλιμακώνουν την αστάθεια και την ένταση στην περιοχή».
Αδικίες βλέπει η Άγκυρα
Άδικο χαρακτηρίζει το ψήφισμα του ΣΑ ΟΗΕ για ανανέωση της θητείας της ΟΥΝΦΙΚΥΠ, το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών. Σύμφωνα με το Ανατολού (πηγή ΓΤΠ) το τουρκικό ΥΠΕΞ εξέφρασε πλήρη στήριξη στη δήλωση του λεγόμενου υπουργείου εξωτερικών του κατοχικού καθεστώτος για το εν λόγω ψήφισμα και αναφέρει τα εξής:
«Το ψήφισμα του Συμβουλίου είναι, όπως πάντα, αποκομμένο από την πραγματικότητα και άδικο. Αγνοεί τον τουρκοκυπριακό λαό και τα κεκτημένα δικαιώματά του και αγνοεί την απάνθρωπη και παράνομη απομόνωση αυτού του λαού. Η προσπάθεια του Συμβουλίου να επιβάλει ένα μοντέλο λύσης που δεν αντικατοπτρίζει πλέον τη βούληση του τουρκοκυπριακού λαού για μια λύση, η οποία έχει δοκιμαστεί για σχεδόν μισό αιώνα και δεν έχει αποδώσει αποτελέσματα, αποτελεί επίσης μια ασυνεπή και αντιφατική προσέγγιση. Αυτή η προσέγγιση εξυπηρετεί τη διατήρηση του στάτους κβο, όχι τη λύση».
Το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών επιπλέον ισχυρίζεται ότι τα όσα αναγράφονται στο ψήφισμα για τα Βαρώσια είναι επίσης αποσυνδεδεμένα από την πραγματικότητα και ότι η Τουρκία θα συνεχίσει να υποστηρίζει πλήρως τα βήματα που κάνουν οι αρχές της «τδβκ», όπως χαρακτηρίζονται οι κατεχόμενες από την Τουρκία περιοχές, όσον αφορά τα δικαιώματα ιδιοκτησίας στα Βαρώσια:
«Επαναλαμβάνουμε την έκκλησή μας προς το Συμβούλιο Ασφαλείας και τη διεθνή κοινότητα να επικεντρωθούν στις πραγματικότητες στο νησί και να κατοχυρώσουν τα κεκτημένα δικαιώματα του τουρκοκυπριακού λαού, δηλαδή την κυριαρχική ισότητα και το ισότιμο διεθνές καθεστώς του».
Θετικά αλλά και αρνητικά στις σημειώσεις των κομμάτων
Τις δικές τους σημειώσεις πήραν τα πολιτικά κόμματα διαβάζοντας το τελευταίο ψήφισμα για την ανανέωση της θητείας της ΟΥΝΦΙΚΥΠ. Θετικά αλλά και αρνητικά εντοπίζει το ΑΚΕΛ στο 2646, το οποίο «δεν έχει ουσιαστική διαφοροποίηση από το ψήφισμα του περασμένου Γενάρη».
Το ΑΚΕΛ υπογραμμίζει πως «μέσα στις σημερινές συνθήκες όπου η Τουρκία και η τουρκοκυπριακή πλευρά εμμένουν σε λύση δύο κρατών, αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα η επαναβεβαίωση της συμφωνημένης βάσης λύσης του Κυπριακού με ρητή αναφορά στο ψήφισμα 1251(1999) το οποίο προνοεί για μία και μόνη κυριαρχία, διεθνή προσωπικότητα και ιθαγένεια στο πλαίσιο διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας με πολιτική ισότητα, όπως αυτή καθορίζεται στα σχετικά ψηφίσματα».
Επίσης «η επανάληψη της προηγούμενης διατύπωσης για τα Βαρώσια, σε συνδυασμό με την έκφραση απογοήτευσης για το γεγονός ότι οι πρόσφατες τουρκικές ενέργειες δεν ευθυγραμμίζονται με το προηγούμενο κάλεσμα για άμεση επαναφορά του στάτους κβο, συνιστά επίσης θετική εξέλιξη».
Στο ΑΚΕΛ εκφράζουν ανησυχία γιατί «δεν καταδικάζεται ρητώς η εμμονή της τουρκικής πλευράς για λύση δύο κρατών, η οποία μάλιστα μόλις πρόσφατα επαναλήφθηκε με την επιστολή Τατάρ προς τον ΓΓ του ΟΗΕ. Αντ’ αυτού γίνεται ξανά λόγος για εξεύρεση κοινού εδάφους, τη στιγμή που αυτό υπάρχει και δεν είναι άλλο από τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας, η συμφωνημένη βάση, το Πλαίσιο Γκουτέρες και οι συγκλίσεις όπως για χρόνια επαναλάμβανε ο ίδιος ο ΓΓ του ΟΗΕ. Όσον αφορά τα ΜΟΕ, στην επίκληση της ανάγκης για περαιτέρω εμπλοκή των πλευρών δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στα ΜΟΕ που πρότεινε η ελληνοκυπριακή πλευρά, γεγονός που πρέπει να προβληματίσει».
Τέλος, σημειώνει πως «το πιο ανησυχητικό είναι ότι την ώρα που η Τουρκία και ο Τατάρ εντείνουν τη ρητορική για λύση δύο κρατών, επιρρίπτονται ίσες ευθύνες για το αδιέξοδο. Δεν θα κουραστούμε να επαναλαμβάνουμε ότι χρειάζονται επιτέλους ορθές εκτιμήσεις, όπως προειδοποιούσαμε σε σχέση με τα Βαρώσια όταν κάποιοι μιλούσαν για πυροτεχνήματα, αλλά και πειστικές πρωτοβουλίες, με μια ξεκάθαρη και έμπρακτη δέσμευση ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά είναι έτοιμη να ξεκινήσει τη διαπραγμάτευση από το σημείο που είχε μείνει το 2017».
Η ΕΔΕΚ σε ανακοίνωσή της χαιρετίζει την ανανέωση της ΟΥΝΦΙΚΥΠ και παράλληλα καλεί «τον ΟΗΕ και το Συμβούλιο Ασφαλείας να μην παραμείνουν για ακόμα μία φορά στις φραστικές διακηρύξεις». Τονίζει επίσης πως «έστω και μετά από 48 χρόνια η διεθνής κοινότητα και κύρια τα ΗΕ οφείλουν να λάβουν μέτρα για την εφαρμογή και υλοποίηση των όσων προνοούνται στα ψηφίσματα».
Η ΔΗΠΑ κρίνει ως θετικό το γεγονός ότι με το ψήφισμα ζητείται ξεκάθαρα από την τουρκική πλευρά να επαναφέρει το status της περίκλειστης πόλης της Αμμοχώστου, όπως ήταν το 2020.
Φιλελεύθερος
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

