Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η διαμάχη περί «απομονωμένης Τουρκίας» και οι «Πεφωτισμένοι»

Δημοσιεύτηκε στις

Ο Ερντογάν “προσκύνησε” τον Μπιν Σαλμάν, τον οποίον αποκαλούσε δολοφόνο

Πώς αξιολογούν την εξωτερική πολιτική Ερντογάν τα ξένα ΜΜΕ και το ναυάγιο της «πολύτιμης μοναξιάς»

Μάριος Πούλλαδος

«Εδώ και αρκετά χρόνια η αναθεωρητική – νεο-οθωμανική πολιτική Ερντογάν-ΑΚΡ οδήγησε την Τουρκία σε διεθνή και ειδικότερα σε περιφερειακή διπλωματική απομόνωση». Σε Ελλάδα-Κύπρο, με την πιο άποψη-προσέγγιση διαφωνούν εδώ και χρόνια μια μερίδα ελληνόφωνων αναλυτών. Φροντίζουν μάλιστα να το διατυμπανίζουν κάθε φορά που ένα γεγονός δείχνει να επιβεβαιώνει τη δική τους εκτίμηση, ότι κακώς η Τουρκία εκλαμβάνεται ως απομονωμένη.

Δεν μιλάμε απλώς για εποικοδομητική κριτική διάθεση, αλλά για αντιπαραγωγική στάση, που αγγίζει τα όρια της χαιρεκακίας.

Η διαφορετική ανάγνωση-ανάλυση των διεθνών σχέσεων μπορεί να διευρύνει τους ορίζοντες κατανόησης του διεθνούς συστήματος και κατ’ επέκτασιν να οδηγήσει σε ορθότερη λήψη πολιτικών αποφάσεων. Αυτό όμως που συμβαίνει για το συγκεκριμένο ζήτημα είναι αντιπαραγωγικό και αχρείαστο.

Οι «πεφωτισμένοι» αναλυτές

Όσοι την είδαν «πεφωτισμένοι», θέλουν προφανώς να δείξουν ότι πάνε κόντρα στο ρεύμα του «κυρίαρχου αφηγήματος» περί «απομόνωσης της Τουρκίας» και επιστρατεύουν ενίοτε την ειρωνεία. Οι ίδιοι θεωρούν ότι η ανάλυσή τους είναι αποστειρωμένη από εθνικούς συναισθηματισμούς και κατηγορούν με υπαινιγμούς άλλους ότι ερμηνεύουν τη δράση της Τουρκίας μέσα από το πρίσμα των ελλαδοτουρκικών προβλημάτων και του Κυπριακού.

Σε ποιο βαθμό όμως ισχύει η πιο πάνω εικασία; Όντως εθελοτυφλεί μια μερίδα της ελληνόφωνης ανάλυσης και πάσχει ηθελημένα από εθνική πρεσβυωπία; To πρόβλημα σίγουρα είναι βαθύτερο και έχει πολιτικο-ιδεολογικό υπόβαθρο. Έχει όμως ενδιαφέρον να εξετάσει κανείς αν όντως η αντίληψη περί «τουρκικής απομόνωσης» είναι μοναδικό, όπως παρουσιάζεται, σύμπτωμα ελληνικής παρανόησης στον βαθμό που να δικαιολογεί τον χλευασμό από τους «πεφωτισμένους».

Μια υπόθεση δεκαετίας

Οι αναφορές σε μεγάλα ξένα ΜΜΕ περί απομόνωσης της Τουρκίας αρχίζουν να εμφανίζονται με μεγαλύτερη συχνότητα ήδη από το 2013-2014. Η γερμανική Deutche Welle (21/3/13) έγραφε «Η υποστήριξη προς τους Αδελφούς Μουσουλμάνους απομονώνει την Τουρκία», ενώ το βρετανικό BBC (21/11/14) στο άρθρο με τίτλο «Η ‘‘Νέα Τουρκία’’ του Ερντογάν παρασύρεται προς την απομόνωση» άρχιζε ως εξής: «Υπάρχει ένα παλιό ρητό στα τούρκικα: ‘‘Ο Τούρκος δεν έχει άλλο φίλο εκτός από τον Τούρκο’’. Καθώς αυτή η χώρα παρασύρεται προς την απομόνωση υπό την ηγεσία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, η παροιμία είναι άβολα αληθινή».

Ένα χρόνο αργότερα, στο πλαίσιο συνέντευξής του στο Reuters (01/6/15), ο ίδιος ο αρχηγός του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος της Τουρκίας, Κεμάλ Κιλιτζάρογλου, σημείωνε πως «Η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας την έχει αφήσει πιο απομονωμένη, τόσο από την Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και από τη Μέση Ανατολή».

Το 2016 το γερμανικό Der Spiegel (08/06/16), με τίτλο «Πώς το Μεταρρυθμιστικό Πρόγραμμα της Τουρκίας κατέληξε σε απομόνωση», σημειώνει, μεταξύ άλλων, πως «οι τρέχουσες εγχώριες κρίσεις της Τουρκίας και η διεθνής απομόνωσή της είναι συνέπειες της κακοδιαχείρισης από τον Ερντογάν και τη Κυβέρνησή ΑΚΡ».

Tον ίδιο μήνα οι Financial Times (28/06/16), στο άρθρο με τίτλο «Η Τουρκία αναζητά διέξοδο από τη διεθνή απομόνωση», σημείωναν πως η χώρα έχει βρεθεί χωρίς συμμάχους σε μια ενδοχώρα που φλέγεται. Έτσι, οι προσπάθειες της Άγκυρας να επιδιορθώσει τους φράχτες με το Ισραήλ και τη Ρωσία, και γενικότερα, σύμφωνα με τα λόγια του πρωθυπουργού Μπιναλί Γιλντιρίμ, «να αυξήσει τον αριθμό των φίλων μας και να μειώσει τον αριθμό των εχθρών μας», σηματοδοτούν μια ευπρόσδεκτη αλλαγή μετά από χρόνια οπισθοδρομήσεις εξωτερικής πολιτικής που προκύπτουν, τουλάχιστον εν μέρει, από υπερβολές.

Εκτίμηση Τούρκων αναλυτών

To Αύγουστο του 2017, το Instabul Policy Center δημοσίευσε ανάλυση, στην οποία Τούρκοι ερευνητές εκτιμούσαν ότι οι αποδυναμωμένες σχέσεις της Τουρκίας με τις ΗΠΑ και οι περίπλοκες σχέσεις με τη Ρωσία, την έχουν απομονώσει περαιτέρω στην περιοχή, ενώ πρόσθεταν ότι «θα ήταν χειρότερο για την Τουρκία να χάσει το Κατάρ από το Ιράν, κάτι που θα σήμαινε καλύτερες σχέσεις Κατάρ-Ιράν και μια πιο απομονωμένη Τουρκία».

Την χρονιά των εκλογών, το Balkan Insight (6/02/18), έγραφε πως ο Ερντογάν θα μπορούσε να χαλαρώσει την καταστολή που ξεκίνησε μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016, επειδή η απομόνωση της χώρας αυξάνεται, η οικονομία υποφέρει και σημαντικές εκλογές βρίσκονται στον ορίζοντα. O Economist (12/04/18), σημείωνε πως «η διπλωματία των κανονιοφόρων της Τουρκίας βαθαίνει την απομόνωσή της».

Βρετανική-ρωσική ανάγνωση της «απομόνωσης»

Την επόμενη χρονιά η Hannah Lucinda Smith, συγγραφέας του βιβλίου «Erdogan Rising: The Battle for the Soul of Turkey», γράφει άρθρο στο βρετανικό Νew Statesman (18/10/19), με τίτλο «Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν είναι πιο απομονωμένος από ποτέ στη διεθνή σκηνή».

Με το ξέσπασμα της πανδημίας του κορωνοϊού, το Middle East Institute (29/04/20) αναλύει τις εξελίξεις σε παγκόσμια κλίμακα, υποστηρίζοντας ότι η διπλωματία της μάσκας της Τουρκίας μπορεί να έχει περιορισμένα αποτελέσματα στη θεραπεία της απομόνωσης της εξωτερικής πολιτικής της.

Λίγους μήνες μετά, το Ρωσικό Συμβούλιο Διεθνών Υποθέσεων -RIAC (13/10/20) έγραφε πως «η δημιουργία του EastMed Gas Forum έχει κλονίσει τη θέση της Άγκυρας στην περιοχή. Σε απάντηση, η Τουρκία ενίσχυσε τις παράνομες γεωλογικές έρευνες και υπέγραψε μνημόνιο με την GNA της Λιβύης για τη δημιουργία ΑΟΖ. Αυτό το μέτρο επέτρεψε στην Τουρκία να τεκμηριώσει τις αξιώσεις της για τους πόρους της Μεσογείου, αλλά οδήγησε σε ακόμη μεγαλύτερη απομόνωση της Τουρκικής Δημοκρατίας».

Επίσης, εν μέσω της αντιπαράθεσης Μακρόν-Ερντογάν για τα θέματα του Ισλάμ, ο Ύπατος Εκπρόσωπος της Ένωσης για θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας, Ζοζέπ Μπορέλ, έστελνε το μήνυμα «Απαιτείται πολιτική βούληση από τις τουρκικές Αρχές σε αυτήν τη θετική ατζέντα. Διαφορετικά, η Τουρκία θα είναι ακόμη πιο απομονωμένη», Politico (25/10/20).

Στα τέλη του έτους, η ισραηλινή Haaretz (21/12/20) φιλοξενούσε άρθρο γνώμης με τίτλο «Χάρη στον Ερντογάν, η Τουρκία δεν υπήρξε πότε τόσο απομονωμένη εδώ και 50 χρόνια».

Ερντογάν Erdogan

Γερμανικά-αραβικά-κινεζικά ΜΜΕ

Αρχές του 2021 το Ινστιτούτο Brooking (21/01/21) έγραφε «Έχοντας επίγνωση της απομόνωσής της στην ανατολική Μεσόγειο, η Τουρκία έκανε πρόσφατα αρκετές χειρονομίες προς την Αίγυπτο για να διερευνήσει εάν μπορεί να βρει ένα modus vivendi με το Κάιρο στη Λιβύη, ελπίζοντας ότι μια τέτοια διευθέτηση θα έχει δευτερογενή επίδραση στην κρίση της Ανατολικής Μεσογείου». Για την επίσκεψη Ερντογάν στο νησί μας, το Γερμανικό Ινστιτούτο Διεθνών Υποθέσεων και Ασφαλείας (6/08/21) έγραφε «ότι θεμελιώνει μιαν αλλαγή στην πολιτική της Τουρκίας έναντι της Κύπρου και ενισχύει την απομόνωση της Άγκυρας».

Το αραβικό δίκτυο Al Jazeera (06/09/21), με έδρα το Κατάρ, αναγνωρίζει πως «η Τουρκία, η οποία υποστήριζε ομάδες κοντά στη Μουσουλμανική Αδελφότητα, είδε την ευκαιρία της να αναλάβει ηγετικό ρόλο στην περιοχή και πίεσε τα αραβικά καθεστώτα να μεταρρυθμίσουν ενόψει των λαϊκών διαμαρτυριών. Αντίθετα, πολλοί από αυτούς που υποστήριξε υπέστησαν αποτυχίες και η Άγκυρα βρέθηκε απομονωμένη».

Ο Σερκάν Ντεμιρτάς, επικεφαλής του γραφείου της εφημερίδας Hurriyet, τόνισε στο κινεζικό Xihnua (10/05/21) ότι «η περιφερειακή πολιτική και οικονομική απομόνωση της Τουρκίας στον αραβικό κόσμο έχει φαινομενικά ωθήσει την κυβέρνηση να υποβληθεί σε μια ολιστική αποκατάσταση της εξωτερικής πολιτικής».

Παράλληλα το Αrab Weekly (02/06/21) έγραφε «Όλο και πιο απομονωμένη, η Τουρκία επιδιώκει να προσελκύσει την Αίγυπτο και τα κράτη του Κόλπου». Στο ίδιο πλαίσιο και το Cairo Review (6/8/21) επεσήμανε πως «η Τουρκία διαπραγματεύεται από σημείο αδυναμίας λόγω της σημερινής της απομόνωσης μεταξύ της περιφερειακής κοινότητας».

Απομόνωση ή «πολύτιμη μοναξιά»

Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, οι New York Times (12/10/21) έγραφαν ότι «ο Ερντογάν απομονώνεται ολοένα και περισσότερο, καθώς προσκολλάται σε μια οικονομική συνταγή που λίγοι υποστηρίζουν, αλλά πιστεύει ότι θα φέρει αποτελέσματα πριν από τις εκλογές». Την ίδια περίοδο το φιλοτουρκικό Atlantic Council (12/10/21) εξέφρασε απορίες: « Η Τουρκία έχει ανατρέψει το σενάριο σχετικά με την περιφερειακή της απομόνωση. Θα ισοδυναμεί όμως με πραγματική αλλαγή;».

Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες προσεγγίσεις περί «απομόνωσης» της Τουρκίας, η οποία αποδίδεται ως «πολύτιμη μοναξιά», γίνεται από το ιταλικό Ινστιτούτο Διεθνών Πολιτικών Σπουδών (ISPI) (27/5/21) σε ανάλυση του Evrim Gormus, που εξηγεί ότι : «Ο όρος ‘‘πολύτιμη μοναξιά’’ επινοήθηκε το 2013 από τον Ιμπραήμ Καλίν, Επικεφαλής Σύμβουλο Εξωτερικής Πολιτικής του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, και αναφέρεται στην αξιακή εξωτερική πολιτική της Τουρκίας έναντι των κρατών με «ανήθικες» πολιτικές. Σύμφωνα με αυτή την αυτο-συγχαρητήρια στάση, η Τουρκία υποβάθμισε τις διπλωματικές της σχέσεις με την Αίγυπτο και το Ισραήλ βάσει ηθικών ισλαμικών εκτιμήσεων και υποχώρησε σε θλιβερή απομόνωση στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η διαφορετική ανάγνωση της Le Monde

Toν Φεβρουάριο του 2022, ανάλυση για λογαριασμό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με τίτλο «Η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας και οι συνέπειες για την ΕΕ», αναφέρει: «Οι πρόσφατες κινήσεις εξωτερικής πολιτικής έχουν αφήσει τη χώρα απομονωμένη εντός της περιοχής και αποξενωμένη τόσο από την ΕΕ όσο και από τις ΗΠΑ. Η παρακμή της τουρκικής δημοκρατίας έχει επιδεινώσει αυτήν τη σύγκρουση συμφερόντων».

Yπάρχουν φυσικά και αναλυτές, όπως ο πολιτικός επιστήμονας Didier Billion, που εξηγούσε στη γαλλική Le Monde (01/06/22) γιατί, κατά την άποψή του, «δεν υπάρχει κανένας λόγος να ισχυρίζεται κανείς ότι η Τουρκία είναι απομονωμένη στη διεθνή σκηνή».

Ισραήλ – Αραβικά Εμιράτα – Σαουδική Αραβία

Ερμηνεύοντας την πρόσφατη επίσκεψη Ερντογάν στο Ισραήλ (την οποία επικαλούνται ως επιχείρημα εκείνοι που λένε ότι η Τουρκία δεν είναι απομονωμένη), η εφημερίδα Israel Hayom (7/11/22) σημείωνε τα εξής: «Τόσο ο Λαπίντ όσο και ο Ερντογάν τόνισαν τη σημασία των ισραηλινοτουρκικών σχέσεων, οι οποίες έχουν θερμανθεί τους τελευταίους μήνες καθώς ο Ερντογάν αντιμετωπίζει αυξανόμενες προκλήσεις στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, βρίσκοντας τον εαυτό του απομονωμένο στη διεθνή σκηνή. Ελπίζει ότι το Ισραήλ μπορεί να τον βοηθήσει να βελτιώσει τους δεσμούς του με την αμερικανική κυβέρνηση».

Tο αραβο-αμερικανικό Al Monitor (14/02/22) παρατηρεί ότι η επίσκεψη του Ερντογάν στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα αποτελεί μέρος της ευρύτερης στρατηγικής της Άγκυρας «για τερματισμό της περιφερειακής της απομόνωσης και άντληση χρηματοδότησης από τον Κόλπο στην πληγείσα οικονομία της».

Tον ίδιο μήνα, ο Aykan Erdemir, ανώτερος διευθυντής του προγράμματος Τουρκίας στο Ίδρυμα για την υπεράσπιση των δημοκρατιών, αναφέρει στο Foreign Policy (11/02/22): «Ο Ερντογάν ελπίζει ε ότι η αποκατάσταση των σχέσεων με το Ισραήλ και την Αίγυπτο θα βοηθήσει στην αναστροφή της αυξανόμενης απομόνωσης της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Η περιοχή υπήρξε μάρτυρας μιας εκπληκτικής και άνευ προηγουμένου διπλωματικής και στρατιωτικής συνεργασίας μεταξύ του Ισραήλ, της Αιγύπτου, των ΗΑΕ, της Ελλάδας και της Κύπρου, οι οποίοι έχουν όλοι ανησυχήσει από τις αυξανόμενες διεκδικήσεις της Τουρκίας στην περιοχή».

Το Council of Foreign Relations (29/6/22) υπογραμμίζει πως «με την τουρκική οικονομία να υποφέρει, ο Ερντογάν έχει αντιστρέψει την πολιτική επιχειρώντας να βελτιώσει τις σχέσεις με Μπαχρέιν, Αίγυπτο, Σαουδική Αραβία και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ) . Η νέα προσέγγιση στοχεύει να ξεφύγει από την απομόνωση της Τουρκίας και να προσελκύσει τους τόσο αναγκαίους επενδυτές από τα Εμιράτα και τη Σαουδική Αραβία».

Tέλος ο Τούρκος ιστορικός Soner Cagaptay στο επιστημονικό του άρθρο «Making Turkey Great Again» (2019) έγραφε: «Ενώ ο Ερντογάν προσπάθησε να χαρακτηρίσει την Άγκυρα ως μια αυτόνομη μεγάλη δύναμη, ωστόσο, άφησε την Τουρκία περικυκλωμένη από εχθρούς, απομονωμένη από συμμάχους και μακριά από μεγαλεία». Πρόσφατα παρατηρεί τα εξής: «Το 2010, οι Έλληνες, οι Εβραίοι και οι Άραβες γείτονες της Τουρκίας δεν τα πήγαιναν καλά μεταξύ τους και η Άγκυρα μπορούσε απλώς να απολαμβάνει την περιφερειακή απομόνωση του Ισραήλ. Σήμερα, αυτά τα έθνη είναι ενωμένα σε αυξανόμενες συμμαχίες, εκτός από την Άγκυρα και -σε αντάλλαγμα- η Τουρκία είναι απομονωμένη».

Μέσα σε όλα αυτά η φιλοκυβερνητική Sabah (06/07/22) ισχυρίζεται ότι ο μεγάλος συνασπισμός με επικεφαλής τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ) και τη Σαουδική Αραβία προσπάθησε να αλλοιώσει και να απομονώσει την Τουρκία στη Μέση Ανατολή. Ωστόσο, σημειώνει, «η Τουρκία αντιστάθηκε στις προσπάθειες απομόνωσης και ανέστρεψε με επιτυχία τη διαδικασία στην περιοχή».

Δυο προβληματικές προσεγγίσεις

Με τα όσα ενδεικτικά σταχυολογήθηκαν πιο πάνω διαφαίνεται το αβάσιμο και άδικο του ισχυρισμού ότι η άποψη περί απομονωμένης Τουρκίας είναι απλή επινόηση της «ελληνόφωνης ανάλυσης». Το να υπερβάλλει κανείς περί «καταστροφικής απομόνωσης» της Άγκυρας είναι στον ίδιο βαθμό προβληματικό με το να προβάλλει την Τουρκία ως μιαν άτρωτη γεωπολιτική υπερδύναμη. Αμφότερες οι προσεγγίσεις οδηγούν σε αδράνεια και αδυναμία χάραξης πολιτικής απέναντι στον τουρκικό επεκτατισμό. Στην πρώτη περίπτωση αγγίζουμε τα όρια του επικίνδυνου εφησυχασμού, ενώ στη δεύτερη υιοθετείται, εκούσια ή ακούσια, το τουρκικό κυβερνητικό αφήγημα.

Θα ήταν υποκρισία να ισχυριστεί κανείς ότι δεν ακούγονται συχνά υπερβολές, παρακινδυνευμένες και άστοχες εκτιμήσεις από αναλυτές και διεθνολόγους. Ευθύνη ασφαλώς φέρουν και οι δημοσιογράφοι, που τους εκθέτουν στον καθημερινό σχολιασμό της επικαιρότητας. Ωστόσο, το βασικό ερώτημα είναι αν, όντως, ορισμένοι πιστεύουν ότι πρέπει να απομονωθεί η Τουρκία για την αναθεωρητική της συμπεριφορά ή αν εντέχνως κλείνουν το μάτι στα ΜΟΕ επειδή ευελπιστούν ότι έτσι θα κατευνάσουμε το θηρίο.

Σημερινή

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις47 λεπτά πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις1 ώρα πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα2 ώρες πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Δημοφιλή